Τι είχαν για να πορευτούν όσες και όσοι σπούδαζαν, ας πούμε, Φυσική στο Αθήνισι περί τα τέλη της δεκαετίας του '60 και τις αρχές της δεκαετίας του '70; Τι συντηρούσε τη φυσική -έτσι δεν λέγεται;- ροπή προς το ειδέναι τότε, όταν με τρόπο βάναυσο η ελληνική κοινωνία εξαναγκαζόταν να οπισθοδρομήσει πολιτικά, πολιτιστικά, ενώ βαθμιαία αποκρυσταλλώνονταν, «εκσυγχρονισμένες» πλέον, στρεβλές μορφές συλλογικής και ατομικής συνείδησης και πρακτικής; Η καιροσκοπική ανομία, η κυνική ιδιωτεία, ο φυγόπονος ωφελιμισμός...
Ας μη λογαριαστεί στα όσα συμβατικά υπαγορεύει η περίσταση το ότι στα καθοριστικά της εποχής εκείνης θα κατέτασσα και την πρώτη δημοσιευμένη γραφή του Είναι και Γίγνεσθαι, που σ' αυτήν ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ως Κώστας Πολίτης, είχε δώσει τον τίτλο Φυσική και Φιλοσοφία. Ας συγχωρηθεί και η σκοτεινή χροιά των αρχικών, αυτοβιογραφικών εν πολλοίς σκέψεων, η τόσο αταίριαστη με το ζωντανό λόγο του Ευτύχη. Όσες και όσοι γνωρίζουν τον Ευτύχη αναγνωρίζουν πράγματι στα γραπτά του ένα ξεχωριστό θαρραλέο τόνο φωνής, έκφραση του πρώτου εκείνου θαυμασμού για τα πράγματα και για τη γνώση που ήταν στη ρίζα του φιλοσοφείν. Τόνος και έκφραση που σήμερα σπανίζουν, καθώς η αμφιβολία και η υποψία μοιάζει να δίνουν στον φιλοσοφικό στοχασμό και αναστοχασμό φαιό επίχρισμα.
Το φιλοσοφικό ύφος του Είναι και Γίγνεσθαι, κιόλας στην πρώτη μορφή του, δεν έχει μόνο «προσωκρατική» αυτοπεποίθηση. Έχει, λέω, κάτι από το πνεύμα του Διαφωτισμού: από το όραμα που κάνει να συντίθενται γνώση και έλλογη πράξη για να οδηγήσουν στη φυσική, στην κοινωνική και στην πολιτική χειραφέτηση των ανθρώπων. Αυτό το συνθετικό αίτημα, σήμερα εξίσου επίκαιρο όσο και πριν από τριάντα χρόνια, αιχμαλώτιζε την προσοχή όσων έρχονταν τότε σε επαφή με το βιβλίο που τώρα αρχίζει υπό νέο καλαίσθητο ένδυμα «τέταρτον πλουν». Για να θυμίσω τις αφετηριακές σκέψεις μου, η σύζευξη γνώσης κι ελευθερίας έδειχνε ένα δρόμο στη γενιά μου. Όσο για το περιεχόμενο, και εδώ μιλώ από την πιο στενή σκοπιά όσων σπούδαζαν τις φυσικές επιστήμες, το κείμενο αυτό νοηματοδοτούσε την ειδική γνωστική προσπάθεια, προβάλλοντας τους ιστορικούς και τους συγχρονικούς δεσμούς της επιστήμης με θεμελιώδη οντολογικά και γνωσιολογικά ερωτήματα. Κατά τούτο, η για πολλούς από μας τότε καινοφανής επιστημολογία του Ε. Μπιτσάκη, ανανέωνε τον φιλοσοφικό προβληματισμό στον τόπο μας όπου, με μεμονωμένες εξαιρέσεις, δέσποζε ένας αναπαραγωγικός λογιοτατισμός, αδιάφορος για τα φυσικά ή τα κοινωνικά πράγματα, όταν δεν τα συσκότιζε από ιδεολογική μεροληψία ή και από αυτάρεσκη άγνοια.
Αφόρμηση του Είναι και Γίγνεσθαι είναι το γενικό ιστορικό από τις διαδοχικές απόπειρες κατανόησης και εξήγησης του κόσμου στην ευρωπαϊκή, με την ευρύτερη έννοια, διανοητική παράδοση. Αφετηρία; Προσωκρατικές, πλατωνικές και αριστοτέλειες ενοράσεις στη δομή και στη λειτουργία της φύσης. Δια μέσου της γαλιλαϊκής και της νευτώνειας καθοριστικής εισφοράς, οδηγούμαστε στη συγκρότηση της ηλεκτροδυναμικής και της θερμοδυναμικής, με παράλληλες αναφορές στην κοινωνική και στην τεχνική εξέλιξη. για να φτάσουμε στις μεγάλες κρίσεις και στις ριζοσπαστικές συλλήψεις του αιώνα μας, στη θεωρία της σχετικότητας και στην κβαντική θεωρία. Συλλήψεις που ανακινούν θεμελιώδη κοσμοθεωρητικά προβλήματα.
Δεν εκτίθεται απλώς εδώ το χρονικό της κίνησης των σχετικών ιδεών. Πρόκειται για συνοπτική τοποθέτηση του υλικού και για εφαρμογή της ιστορικο-διαλεκτικής μεθόδου. Η αφήγηση αναδεικνύει δυναμικές εντάσεις, τη σταδιακή πρόοδο αλλά και τις ανασχέσεις ή τις παλινδρομήσεις, όσες σχετίζονται με ανεπάρκειες στην εννοιολόγηση και με φιλοσοφικο-ιδεολογικές προκαταλήψεις συγκεκριμένων στοχαστών. Όσοι καινοτομούν ζουν και αυτοί και εργάζονται σε συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο και χρόνο. Η ιστορική ανασυγκρότηση δεν είναι προαιρετικό εργαλείο όσων επιχειρούν να αποτιμήσουν τις περιπέτειες της εννοιολόγησης. είναι ουσιώδης όρος για την κατανόηση της πορείας προς τη νοητική και την πρακτική οικείωση του κόσμου και προς την κατάκτηση της αυτογνωσίας. Δεν αρκεί όμως η «εξωτερική» ιστορία των ιδεών. δεν αρκεί να επικαλείται κανείς τελετουργικά την αυτονόητη σύνδεση του επιστημονικού με το κοινωνικό γίγνεσθαι. Χρειάζεται να υποδείξει ποια ακριβώς είναι η σχέση τους. χρειάζεται να αναδείξει λεπτομερώς μεταβάσεις και υπερβάσεις.
Να μια από τις, κατ' εμέ, αρετές της δουλειάς του Ευτύχη στο Είναι και Γίγνεσθαι: άλλοτε σκιαγραφώντας αδρά και άλλοτε με μικρογραφική επιμονή, επιχειρεί να δείξει στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες «εσωτερικούς», ο ίδιος ίσως να έλεγε «γενετικούς», δεσμούς των μεταλλαγών και των επιβιώσεων, των ρήξεων και των αναβιώσεων, σ' αυτό καθαυτό το επίπεδο των εννοιών. Έτσι, ενώ εμβαπτίζει τη δυναμική των επιστημονικών ιδεών στο κοινωνικό γίγνεσθαι, ο Ευτύχης αποφεύγει τον άκρατο και τόσο του συρμού εδώ και 30 χρόνια, σχετικιστικό κοινωνιολογισμό που τείνει να ακυρώσει σχεδόν το επιστημονικό γνωστικό κεκτημένο.
Πάντα σύμφωνα με την ιστορικο-διαλεκτική μέθοδο, τα κεφάλαια του βιβλίου εστιάζονται σε επιμέρους θεωρητικές εξελίξεις, σε φιλοσοφικές ερμηνείες και σε ιδεολογικές χρήσεις τους. Έτσι οικοδομείται σταδιακά ένα ερμηνευτικό πλέγμα με κομβικά σημεία θεμελιώδεις έννοιες όπως ύλη και ενέργεια, χώρος και χρόνος, άπειρο και απειροστό, μικρόκοσμος και μακρόκοσμος, αιτιότητα και τυχαιότητα, αιτιοκρατία και αυταρχία. Διερευνάται η φύση και η λειτουργία των επιστημονικών νόμων, τονίζεται ότι είναι ερμηνευτικώς αναγκαίο να διακρίνονται επίπεδα πραγματικότητας και σύστοιχα επίπεδα θεωρητικής κάλυψης των φαινομένων. Στο στόχαστρο της διαλεκτικής κριτικής φέρονται όσες αντιλήψεις τείνουν να προσδώσουν απόλυτη αξία και μεταφυσική δεσμευτικότητα σε ιστορικά προσδιορισμένους τρόπους του λέγειν ή του σώζειν τα φαινόμενα. Δείχνεται νομίζω πειστικά ότι το νόημα των θεωρητικών όρων, ακόμη και των γενικότατων, δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ως μη αναθεωρήσιμο μεταφυσικό δεδομένο, ως εάν οι όροι να παρέπεμπαν σε απόλυτες ουσίες. Και έτσι γίνεται κατανοητό πώς και γιατί το περιεχόμενο φιλοσοφικών εννοιών και αντιλήψεων, όπως λ.χ., ύλη και υλισμός, μεταβάλλεται συναρτήσει μεταλλαγών στο επίπεδο της επιστήμης.
Θα ήθελα να επισημάνω εδώ, πολύ επιλεκτικά, όσα λέγονται στο βιβλίο για την μετάβαση από τον προθεωρητικό ορισμό της έννοιας αντικείμενο, δηλαδή από τον ορισμό που βασίζεται στην ιδέα μιας απόλυτης φαινομενολογικής εξωτερικότητας, στον ορισμό που προβάλλει ως κριτήριο αντικειμενικότητας το αναλλοίωτο κατά τους μαθηματικούς μετασχηματισμούς, όπως αυτοί ορίζονται στις φυσικές θεωρίες. Αυτή η αντίληψη επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί η θεωρία της σχετικότητας, λ.χ., είναι θεωρία βαθύτερης αντικειμενικότητας, καθώς το αναλλοίωτο των μαθηματικών εκφράσεων των φυσικών νόμων ως προς το πλαίσιο του «απολυτοποιημένου» φαινομενολογικού χώρου και χρόνου, αντικαθίσταται στη θεωρία αυτή με το αναλλοίωτο ως προς τον ενιαίο πλέον χωρόχρονο.
Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες του προβληματισμού που εγείρεται στο Είναι και Γίγνεσθαιπερί τα θεμέλια της κβαντομηχανικής. Ο Ευτύχης άλλωστε έχει έκτοτε επανειλημμένα πραγματευθεί τα σχετικά ζητήματα, εκλεπτύνοντας τις θέσεις και τα επιχειρηματολογικά μέσα του. Ως γνωστόν ο Ευτύχης συγκαταλέγεται στη θαρραλέα μειονότητα όσων υπερασπίζουν τον ρεαλιστικό χαρακτήρα των φυσικών μεγεθών. Έχει καλή συντροφιά: τον Einstein, τον de Broglie, τον David Bohm. Από την πλευρά μου, θα ήθελα εδώ να ελκύσω την προσοχή στην εγγενή δυναμική των ιδεών, αυτήν που, κατ' εμέ, εκλύεται με το νοητικό πείραμα των Einstein, Podolsky, Rosen. Σ' αυτό το αφηρημένο και μη πραγματώσιμο πείραμα αποκρυσταλλώνεται το 1935 η ρεαλιστική αιτιοκρατική αμφισβήτηση σε ό,τι αφορά την περιγραφική πληρότητα της κβαντοθεωρίας, όταν νοείται κατά την πιθανοκρατική, οντολογικώς αγνωστικιστική, ερμηνεία, τη λεγόμενη «ερμηνεία κατά τη σχολή της Κοπεγχάγης». Σταδιακές συγκεκριμενοποιήσεις, από τον Bohm, το 1952, και τον Bell, το 1964, φέρουν το πείραμα των E.P.R. κατά τη δεκαετία του '70 σε πραγματώσιμη μορφή. Και μάλιστα τα «κρίσιμα» πειράματα του A. Aspect περί το 1980, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μη δικαιώνουν τις ενοράσεις του Einstein.
Σ' αυτή τη διεργασία ενύλωσης των ιδεών κάποιος που, όπως εγώ, ανήκει στην αναλυτική φιλοσοφική παράδοση, και αισθάνεται σαφώς πιο οικεία με τον φιλοσοφικό τρόπο του Kant μάλλον, παρά με του Hegel, θα μπορούσε να διακρίνει διόδους σύγκλισης με τη διαλεκτική ερμηνεία όσον αφορά την παραγωγή και τη λειτουργία των ιδεών. Ας πάρουμε το ζήτημα του ρεαλισμού - μία από τις σταθερές της φιλοσοφίας του Ευτύχη. Αναγνωρίζω ως καθόλα νόμιμη την αντίσταση κατά του σχετικιστικού γνωσιολογικού μηδενισμού και του ανορθόλογου νεομυστικισμού, που συχνά μάλιστα προβάλλονται στις μέρες μας ως το άκρον άωτον του αριστερού προοδευτισμού. Ίσως το ζητούμενο έρεισμα ενός σύγχρονου ορθολογισμού να είναι πράγματι μια επιστημονικά ενήμερη και φιλοσοφικά στέρεα εκδοχή του ρεαλισμού. Ωστόσο δεν μπορώ να μη λάβω σοβαρά υπόψη ότι η ίδια η ιστορική δυναμική της επιστήμης θέτει εν αμφιβόλω, τουλάχιστον σε πρώτη ματιά, τον ρεαλιστικό χαρακτήρα των επιστημονικών εννοιών. Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός ότι οι επιστημονικές θεωρίες περιγράφουν, εξηγούν και προβλέπουν καταστατικά γνωρίσματα και διεργασίες του κόσμου, όταν η εξέλιξη της επιστήμης είναι ιστορία ανατροπών και ρήξεων; Αν δεν δεχτούμε ότι η παρούσα φυσική σηματοδοτεί το τέλος της ιστορίας της επιστήμης, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι η μελλοντική φυσική ενδέχεται να αποκλίνει ριζικά από τη σημερινή, και να κάνει λόγο για άλλες οντότητες, αποδίδοντάς τους άλλα καταστατικά γνωρίσματα. Ποιο θα ήταν λοιπόν το θεμέλιο του ρεαλισμού; Αυτή είναι η μία όψη του ζητήματος.
Εξίσου όμως σοβαρά πρέπει να συνυπολογιστεί και το αναμφισβήτητο δεδομένο ότι οι πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης γίνονται διαρκώς αποτελεσματικότερες, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικότερες όσο μεγαλύτερη είναι η θεωρητική ανάπτυξη των επιστημονικών κλάδων. Ας δούμε ως άλλο δείγμα ενυλώσιμων ιδεών, το σύνθετο πλέγμα από θεωρητικές εποπτείες στη φύση της ύλης, που επιτρέπει να επινοηθούν και να κατασκευαστούν ιατρικά διαγνωστικά εργαλεία όπως ο τομογράφος πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού, ή ο τομογράφος εκπομπής ποζιτρονίων.
Αν δεν θεωρήσουμε την αποτελεσματικότητα των εφαρμογών της επιστήμης μέγα μυστήριο, γιατί να μη δεχτούμε ότι οι θεωρίες, ως ένα βαθμό, «ανατέμνουν τη φύση κατά τις αρθρώσεις της»; Ιστορία και εφαρμογές της επιστήμης - ρεαλιστικός και αναθεωρήσιμος χαρακτήρας των επιστημονικών θεωριών - εξειδίκευση αλλά και ενοποίηση των επιστημονικών κλάδων: να τι θα μπορούσα να δω ως όρους γόνιμων -διαλεκτικών - αντιθέσεων, ακόμη και εγώ που, το ομολόγησα, διατηρώ με την εγελιανής καταγωγής γνωσιοθεωρία σχέσεις διακριτικών αποστάσεων.
Κι επειδή το ένα φέρνει το άλλο, ας μου επιτραπεί να αναφέρω, πολύ συνοπτικά, όχι στοιχεία «αντικειμενικής» κριτικής θέσεων του Είναι και Γίγνεσθαι, αλλά σημεία απόκλισης στις απόψεις ή στο ύφος δουλειάς, που σχετίζονται με τις προσωπικές διανοητικές καταβολές και πολώσεις μου. Πρώτα πρώτα, ενώ θα δεχόμουν αβίαστα, έστω κατάλληλα εκσυγχρονισμένη, την ιστορικοϋλιστική μέθοδο ως καλό εργαλείο για την κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων, οφείλω να πω για τη διαλεκτική φιλοσοφία της φύσης ότι το δικό μου το βλέμμα δεν έχει εθιστεί στην πυκνότητα του διαλεκτικού μέσου. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο των διαλεκτικών βεβαιώσεων συνιστά για μένα ένα επιστημολογικό όριο. Μπορώ ωστόσο να φανταστώ την αδιαφάνεια αυτή ως ίχνος του αντικειμενικού, εκείνου δηλαδή που αντιστέκεται στην άμεση διανοητική και πρακτική ιδιοποίηση. Οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες πρέπει να σχηματίσουν ιδίαν γνώμην. Γι' αυτό και μία είναι η προτροπή: λαβέκαι ανάγνωθιτο τέταρτο κεφάλαιο, αυτό που ακριβώς τιτλοφορείται «Το είναι και το γίγνεσθαι» και αποτελεί εναργή δήλωση των διαλεκτικών αρχών.
Ο Ευτύχης συχνά, αναφερόμενος στη λογική, όταν δεν είναι διαλεκτική, συνοδεύει το ουσιαστικό με τον κάπως μειωτικό επιθετικό προσδιορισμό τυπική και μοιάζει να υπονοεί άγονη και εν πολλοίς άσχετη με τους σκοπούς της φιλοσοφικής κατανόησης. Θα πρότεινα λοιπόν τις τυποκρατικές αναλύσεις της γλώσσας και των συμβολικών συστημάτων εν γένει, αναλύσεις που συχνά καταδικάζονται ως δείγματα λογικοθετικιστικής ομφαλοσκόπησης, να τις ξαναδούμε στο φως της ενύλωσης πορισμάτων τους, θέλω να πω, με δεδομένη πια την επιστήμη και την τεχνική των ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Έπειτα, παρόλα τα όντως ανεπίλυτα εσωτερικά προβλήματά του, ο λογικοεμπειρισμός κατά τον αιώνα μας, πιστεύω, δεν ήταν άμεση συνέχεια του αισθησιοκρατικού και φαινομενοκρατικού θετικισμού ενός Mach, πολλώ μάλλον της αϋλίας ενός Berkeley. O Carnap, λ.χ., τονίζει ότι το πλαίσιο των επιστημολογικών αναλύσεων μπορεί κάλλιστα να είναι υλιστικό. Οι λογικοεμπειριστές θεωρούν βεβαίως την επιλογή ανάμεσα στη φαινομενοκρατική ή στην υλιστική γλώσσα σε μεγάλο βαθμό συμβατική. Εξαρτούν ωστόσο τη θεμελίωση των συμβατικών επιλογών από αποφάσεις και συνδέουν τη δικαιολόγηση των αποφάσεων με το ζήτημα της κανονιστικότητας και της ορθολογικότητας. συναρτούν δηλαδή τελικά τη θεμελίωση της γνώσης με τον ευρύτερο πραξιολογικό προβληματισμό.
Οι λογικοεμπειριστές ενστερνίζονται σκεπτικιστικά διδάγματα του Hume, όμως δεν αρνούνται ότι η γνώση είναι δυνατή -αμφιβάλλουν για το αν είναι δυνατή η απόλυτη θεμελίωση της. Υπερτονίζουν ίσως τη γνωσιολογική συνιστώσα της φιλοσοφίας και ως επίγονοι του Occam δεν πολλαπλασιάζουν τις οντότητες πέραν του όσον είναι αυστηρά αναγκαίο, αλλά δεν ακυρώνουν την έννοια του αντικειμένου. Αντλούν από τον Kant την ιδέα ότι τα φαινόμενα νοούνται ως αντικείμενα κατά την ενότητα των κατηγοριών. κρίνουν όμως ανέφικτη την υπερβατολογική συγκρότηση ενός απόλυτου συστήματος κατηγοριών βασισμένου σε εποπτείες συνθετικές a priori, δηλαδή σε προεμπειρικές ενοράσεις στη συγκρότηση του κόσμου. Γι' αυτό ανακηρύσσουν γνωστικά νόμιμες τοπικές συγκροτήσεις αντικειμένων στις διάφορες εμπειρικές επιστήμες. Ως μόνη θεμιτή έκφανση του a priori κρίνουν τις αναλυτικές προτάσεις που, ως ταυτολογικές, δεν μιλούν για τον κόσμο αλλά δείχνουν ρυθμιστικούς περιορισμούς στη χρήση των γλωσσικών συμβόλων. Οι αναλυτικές προτάσεις, κατά τους λογικοεμπειριστές, δεν εισάγουν στη γνωστική παράσταση του κόσμου προεμπειρικά νοητικά στοιχεία που ενδέχεται να αλλοίωναν το εμπειρικώς συναγόμενο περιεχόμενό της. Αυτή η ελπίδα κινούσε το λογικοεμπειριστικό πρόγραμμα -η ματαίωση της σήμανε το τέλος του.
Θυμίζω τέλος απόπειρες λογικοεμπειριστών, όπως του Carnap, να θεμελιώσουν θεωρίες πιθανοκρατικού, στατιστικού συλλογισμού, με στόχο να εξορθολογίσουν το σκάνδαλο της επαγωγής, που ακριβώς φαίνεται να στερεί από τις εμπειρικές επιστήμες το είδος απόλυτης βεβαιότητας που αιτούνται οι φιλόσοφοι. Δεδομένου ότι ο Ευτύχης δέεται την αντικειμενική ερμηνεία της έννοιας της πιθανότητας, κι εγώ την υποκειμενική, υποψιάζομαι πως θα απαιτηθούν μακρές κατ' ιδίαν συζητήσεις πριν τολμήσω να εκφέρω γνώμη για τις σχετικές απόψεις του.
Να διακινδυνεύσω πάντως εδώ την υπόθεση ότι η απάλειψη ήδη από την τρίτη έκδοση του Είναι και Γίγνεσθαι του κεφαλαίου για την θετικιστική φιλοσοφία δεν συνδέεται μόνο με την καλλίτερη σχετική ενημέρωση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, αλλά υποδηλώνει και κάποια επιείκεια του Ευτύχη προς το ρεύμα αυτό;
Εν κατακλείδι, σε ό,τι αφορά το υποκειμενικό στοιχείο στη γνώση, έχω την εντύπωση ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε λελογισμένη αποδοχή του. Αυτό όμως διόλου δεν σημαίνει ότι οφείλουμε να αναδεχθούμε τον δυϊστικό, μυστικιστικό διχασμό πνεύματος και ύλης που επιβάλλει η μεταφυσική θεώρηση του ανθρώπου, ούτε να ταυτίσουμε το υποκειμενικό με το αυθαίρετο. Η έμφαση στη φιλοσοφική ανθρωπολογία, διατρέχει το έργο του Ευτύχη ήδη από το Είναι και Γίγνεσθαι. κι αυτό είναι, κατ' εμέ, ένα από τα θετικότερα στοιχεία της φιλοσοφικής εισφοράς του. Νωρίς, ακόμη και με διεθνή μέτρα, και με συνέπεια, ο Ευτύχης προάγει τον ανθρωπολογικό υλιστικό μονισμό. Δείχνοντας πόσο αστήριχτο είναι και καλλιεργείται η γνωσιοθεωρία με άγνοια των όσων η νευροεπιστήμη, λ.χ., διδάσκει σχετικά με τις γνωσιακές λειτουργίες. Στις μέρες μας, από τα γονιμότερα ερευνητικά εγχειρήματα είναι η μελέτη της νόησης στο διεπιστημονικό πεδίο της Γνωσιοεπιστήμης, όπου επιχειρείται να συντεθούν σε ενιαίο πλαίσιο θεωρητικό και εμπειρικό, νευροεπιστήμη, γνωσιακή ψυχολογία, γλωσσολογία, θεωρίες των κοινωνικών αναπαραστάσεων, επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών, και φιλοσοφία - κυρίως η φιλοσοφία της διάνοιας, η γνωσιοθεωρία και η φιλοσοφία της επιστήμης. Οι εξελίξεις αυτές συγκροτούν βαθμιαία νέες, φυσιοκρατικές, υλιστικές νοηματικές συνιστώσες του υποκειμενικού.
Ας γυρίσουμε για μια στιγμή στο ζήτημα του ρεαλισμού. Από μεταφυσικό αίτημα, ο ρεαλισμός γίνεται εύλογη φυσιοκρατική υπόθεση, εμπειρικώς διερευνήσιμη, αν ενσωματωθεί στην προοπτική που διανοίγει η θεωρία της εξέλιξης με φυσική επιλογή. Αυτή η θέση περιέχεται ρητά στο Είναι και Γίγνεσθαι, και προεικάζει απολύτως επίκαιρες σήμερα εκφάνσεις του ανθρωπολογικού προβληματισμού. Ο άνθρωπος ως έμβιο είδος αλληλεπιδρά διαρκώς με το φυσικό και με το ανθρωπογενές περιβάλλον και διαμορφώνεται υπό τις εξελικτικές πιέσεις του. Αυτό αφορά και τις νοητικές ικανότητες και λειτουργίες του οργανισμού. Φυσική συνέπεια της ενότητας ανθρώπου και περιβάλλοντος είναι ότι, ως οργανικές καταστάσεις, οι νοητικές αναπαραστάσεις συνάπτονται αιτιακά με διεργασίες του εξωτερικού κόσμου. Έτσι διασφαλίζεται, κατ' αρχήν, η οντολογική προσαρμογή και η γνωστική αξιοπιστία των αναπαραστάσεων. Η συσχέτιση δεν είναι στενά αιτιοκρατική. Έχει βεβαίως φυσικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς, έχει όμως και πολλούς βαθμούς ελευθερίας. Βαθμούς ελευθερίας αλλά και, τι ειρωνεία, δυνατότητες πλάνης, που εισάγει εν μέρει η ικανότητα αυτοαναπαράστασης, η αυτοσυνειδησία.
Λανθάνων συνειρμός ίσως με φέρει από τις σκέψεις αυτές σε ό,τι περί ελευθερίας λέγεται στις τελευταίες σελίδες του Είναι και Γίγνεσθαι. Στοχάζομαι πως Ιστορία όντως δεν είναι ούτε η ανέλιξη του Αντικειμενικού Πνεύματος, ούτε η προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει ένα έξω από αυτόν απόλυτο αγαθό. Στην υλιστική, φυσιοκρατική προοπτική, Ιστορία είναι ο αγώνας των ανθρώπων να υπερβούν την αντίθεση ανάμεσα στο ιδεώδες της δικαιοσύνης και στην πραγματικότητα της εκμετάλλευσης. είναι ο αγώνας των ανθρώπων να ποιήσουν την ελευθερία τους, καταλύοντας δεσμά που χαλκεύει η άγνοια και συχνά η άρνηση του φυσικού και του κοινωνικού είναι τους.
Θεωρώντας αυτόν τον αγώνα, χωρίς τα προσθετικά βοηθήματα παρηγορητικής υπερκόσμιας μεταφυσικής μυθοπλασίας, ο Ευτύχης Μπιτσάκης δείχνει με ολόκληρο το έργο του πώς ο υλισμός είναι και γίγνεται ο γνήσιος ανθρωπισμός.
Γιώργος Μαραγκός Πρόκειται, με ελάχιστες αλλαγές, για το κείμενο της ομιλίας του Γ. Μαραγκού, επίκουρου καθηγητή στον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κατά την εκδήλωση που οργανώθηκε υπό την
αιγίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 10.1.97, για την 4η έκδοση του βιβλίου του Ε. Μπιτσάκη, Είναι και Γίγνεσθαι, στη σειρά ΕΠΙΣΤΗΜΗ, των εκδόσεων ΣΤΑΧΥ.