Κριτική θεώρηση της νεοκλασικής αντίληψης για την πολιτική απασχόλησης
του Μιχάλη Χλέτσου1

1. Εισαγωγή

Το πρόβλημα της ανεργίας έχει καταστεί το σοβαρότερο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, καθόσον αποτελεί τον προθάλαμο του κοινωνικού αποκλεισμού. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για την απασχόληση στην Ευρώπη το 1995, κατά την περίοδο 1991-1994 χάθηκαν 6 εκατ. θέσεις απασχόλησης με αποτέλεσμα σήμερα να είναι άνεργοι 18 εκατ. άτομα, δηλαδή περίπου το 11% του εργατικού δυναμικού. Η μακροχρόνια ανεργία ανέρχεται σήμερα στο 48% της ανεργίας και το μισό των ανέργων έχουν παραμείνει άνεργοι για πάνω από δύο χρόνια 2. Η διόγκωση της ανεργίας δυναμιτίζει και τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης όσο και αν προσπαθούν να την παρουσιάσουν ως μία καθαρή οικονομική διαδικασία, η οποία επηρεάζεται μόνο από τα δημοσιονομικά και νομισματικά μεγέθη.

Οι πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας έχουν διαφοροποιηθεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Ενώ οι λεγόμενες παθητικές πολιτικές απασχόλησης 3 κυριαρχούσαν την περίοδο ανάπτυξης του κράτους-πρόνοιας, την περίοδο κρίσης του ενισχύονται οι λεγόμενες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης. Παρόλο που οι δαπάνες για τις παθητικές πολιτικές απασχόλησης (ως ποσοστό του ΑΕΠ) υπερβαίνουν τις αντίστοιχες δαπάνες για ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, εντούτοις η σπουδαιότητα των τελευταίων αυξάνει συνεχώς.

Η διαμόρφωση διαφορετικών αντιλήψεων για τις πολιτικές απασχόλησης δεν οφείλεται μόνο στην επικράτηση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης και πολιτικής, αλλά σε μία σειρά παραγόντων όπως η αλλαγή στην αντίληψη περί οργάνωσης του κοινωνικού, η αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, στη σχέση δημοσίου - ιδιωτικού, στη σχέση της εργασίας με την τεχνολογία, στην ανάπτυξη των τεχνολογιών της πληροφορικής και της ρομποτικής και στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό.

Σήμερα η πολιτική της φιλελευθεροποίησης της αγοράς εργασίας και η πολιτική της εκπαίδευσης - κατάρτισης έχουν αναγορευτεί ως κύριοι μοχλοί των πολιτικών απασχόλησης. Είναι πολιτικές οι οποίες παρουσιάζονται, από την επικρατούσα οικονομική θεωρία αλλά και από την πολιτική σκέψη, ως οι μόνες λύσεις στο πρόβλημα της ανεργίας. Αν και στο ζήτημα της φιλελευθεροποίησης υπάρχει μία διάκριση ανάμεσα στην νεοκλασική και μη νεοκλασική θεωρία, στο θέμα της εκπαίδευσης υπάρχει πλήρης σύγχυση για το ρόλο που η εκπαίδευση καλείται να διαδραματίσει.

Οι πολιτικές απασχόλησης οι οποίες εφαρμόζονται ή προτείνονται προς εφαρμογή δεν είναι πανάκεια, αλλά εμπεριέχουν μία συγκεκριμένη οικονομική, πολιτική και κοινωνική αντίληψη σχετικά τόσο με τα αίτια της ανεργίας όσο και με τους επιδιωκόμενους στόχους. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της πολιτικής απασχόλησης θα πρέπει να γίνεται σε σχέση με τις μεθοδολογικές της υποθέσεις και με τους επιδιωκόμενους στόχους. Η επίτευξη των στόχων (δηλαδή η μείωση της ανεργίας και η προώθηση της απασχόλησης) είναι συνάρτηση της ορθής ανάλυσης των αιτίων της ανεργίας. Κατά συνέπεια, οι στόχοι των νεοκλασικών πολιτικών απασχόλησης θα πρέπει να αναλυθούν σε σχέση με τα θεωρούμενα ως αίτια της ανεργίας σύμφωνα με αυτή την θεωρία.

Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να παρουσιάσει και να αναλύσει κριτικά τις θέσεις της νεοκλασικής θεωρία για τις πολιτικές απασχόλησης πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την αποτελεσματικότητα ή μη των διαφόρων εφαρμοζόμενων πολιτικών απασχόλησης.

Από μεθοδολογικής πλευράς στο πρώτο μέρος θα παρουσιαστεί η νεοκλασική αντίληψη για τις πολιτικές απασχόλησης, ενώ στο δεύτερο μέρος θα προσπαθήσω να ασκήσω κριτική στη νεοκλασική αντίληψη και να θίξω ορισμένα σημεία, που είναι απαραίτητα, κατά την γνώμη μου, για την κατανόηση του προβλήματος της ανεργίας.

2. Η νεοκλασική αντίληψη για την πολιτική απασχόλησης

2.1. Η νεοκλασική αντίληψη για την ανεργία

Η νεοκλασική προσέγγιση για την αγορά εργασίας 4 στηρίζεται στην ανάλυση σε μικροοικονομικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί τα μεθοδολογικά εργαλεία της μικροοικονομικής θεωρίας για να αναλύσει την αγορά εργασίας, δηλαδή να εξηγήσει πώς καθορίζεται ο μισθός ισορροπίας και η ζητούμενη και προσφερόμενη ποσότητα εργασίας. Θεωρεί ότι η αγορά εργασίας λειτουργεί όπως οποιαδήποτε άλλη αγορά, στην οποία το ανταλλάξιμο αγαθό είναι η εργασία, η οποία θεωρείται ως ένας από τους τέσσερις παραγωγικούς συντελεστές 5 που αναφέρονται στην οικονομική θεωρία (νεοκλασική ή και κεϋνσιανή θεωρία).

Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία η ανεργία είναι εκούσια 6. Ο όρος εκούσια ανεργία σημαίνει, κατά την νεοφιλελεύθερη αντίληψη, είτε ότι το άτομο δεν δέχεται να εργαστεί στο μισθό που του προσφέρουν και προτιμάει να παραμείνει άνεργος (διότι π.χ. ελπίζει να βρει σύντομα μία καλύτερη εργασία - job search), είτε ότι ο εργοδότης δεν δέχεται να τον απασχολήσει διότι ο μισθός δεν μπορεί να μειωθεί λόγω εθνικών συλλογικών συμβάσεων. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη περίπτωση εκφράζουν την αδυναμία της αγοράς να λειτουργήσει σε καθεστώς τέλειου ανταγωνισμού, είτε επειδή υπάρχουν μονοπωλιακές τάσεις στην αγορά εργασίας είτε γιατί οι εργαζόμενοι έχουν ελλιπή πληροφόρηση σε σχέση με τις κενές θέσεις εργασίας. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ευελιξίας των μισθών προς τα κάτω και η έλλειψη πληροφόρησης οδηγούν την αγορά εργασίας σε ασταθή ισορροπία, δηλαδή σε μόνιμη ανεργία. Η λύση η οποία προωθείται από την νεοκλασική θεωρία είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ύπαρξη του τέλειου ανταγωνισμού, που θα επιτρέψει στον μηχανισμό των τιμών - μισθών να επαναφέρει την αγορά σε κατάσταση ισορροπίας και να εξαλείψει την ανεργία.

Βέβαια η σύγχρονη νεοκλασική προσέγγιση 7 για την αγορά εργασίας προσέφερε αρτιότερες αναλύσεις σχετικά με την ακαμψία των χρηματικών μισθών και την έλλειψη τέλειου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας. Η ακαμψία των χρηματικών μισθών οφείλεται, σύμφωνα με την θεωρία των άτυπων συμβάσεων (Azariadis, 1975, Baily, 1974 και Gordon, 1974) στο γεγονός ότι οι μισθοί και η απασχόληση καθορίζονται σε μικροοικονομικό επίπεδο μετά από συμφωνία της επιχείρησης με τους εργαζόμενους, που επιτυγχάνεται σε περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από την αβεβαιότητα και η οποία οδηγεί σε συμφωνία εργαζομένων και εργοδοτών για σχετικά χαμηλές αμοιβές εργασίας με αντάλλαγμα την ακαμψία των χρηματικών μισθών σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Σύμφωνα με την θεωρία των efficient wages (Yellen, 1984, Perrot and Zylbererg, 1989 Perrot, 1984 και Plassard and Tahar, 1990) για τον καθορισμό του μισθού δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο η προσφερόμενη ποσότητα εργασίας αλλά και η ποιότητά της, όπως αυτή προσδιορίζεται από την ένταση της εργασίας, την παραγωγικότητα της εργασίας κλπ.

Η θεωρία των διαπραγματεύσεων (Cahuc, 1990, Cahuc, 1991 και Calmfors and Driffill, 1988) αποτελεί μία προσπάθεια της σύγχρονης νεοκλασικής προσέγγισης να αιτιολογήσει γιατί η αγορά εργασίας δεν είναι ανταγωνιστική και να κατανοήσει την ανάπτυξη των συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγματεύσεων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες. Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων είναι η αύξηση του ποσοστού ανεργίας εξαιτίας της ακαμψίας η οποία υπάρχει στην αγορά εργασίας αναφορικά με τους μισθούς και την απασχόληση, καθόσον οι συνδικαλιστικές ενώσεις προστατεύουν τα μέλη τους (insiders) από τα άτομα που βρίσκονται απ' έξω (outsiders).

Τέλος, σύμφωνα με την θεωρία των Ατελειών της Αγοράς Εργασίας, η αγορά εργασίας δεν είναι ενιαία. Η ύπαρξη των θεσμικών παραγόντων στην αγορά εργασίας οδήγησε τη σύγχρονη νεοκλασική αντίληψη να συνδέσει το πρόβλημα της ανεργίας με την δυαδικότητα στην αγορά εργασίας. Η μειωμένη κινητικότητα μεταξύ του πρώτου τομέα της οικονομίας (πρωτεύουσα αγορά εργασίας) και του δεύτερου τομέα της οικονομίας (δευτερεύουσα αγορά εργασίας) είναι η αιτία της ανεργίας των ατόμων του πρώτου τομέα, οι οποίοι δεν δέχονται να απασχοληθούν σε εργασίες του δεύτερου τομέα.

Μία εναλλακτική θεώρηση της δυαδικότητας στην αγορά εργασίας είναι η θεωρία των Insiders - Outsiders (Lindbeck and Snower, 1989). Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, τα άτομα τα οποία βρίσκονται στην αγορά εργασίας (insiders) επιτυγχάνουν και υπερασπίζονται υψηλούς μισθούς με τη βοήθεια των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων, που καθιστούν ανέφικτη την απασχόληση των ατόμων που βρίσκονται έξω από την αγορά εργασίας (outsiders).

Η παραδοσιακή νεοκλασική προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει την ανεργία ως ένα φαινόμενο το οποίο δεν σχετίζεται με την ίδια την ανάπτυξη, αλλά με εξωγενείς παράγοντες, τους οποίους θεωρεί ως προ-δεδομένους. Συγκεκριμένα θεωρεί ότι η ανεργία οφείλεται είτε στην αδυναμία μείωσης του μισθού είτε στην ύπαρξη ατελειών στην αγορά εργασίας. Δηλαδή, κατά τη νεοκλασική θεωρία η αδυναμία της αγοράς εργασίας να λειτουργήσει σε συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού έχει ως συνέπεια την ανεργία. Ως εκ τούτου η έννοια της ευελιξίας 8 αναδεικνύεται ο καθοριστικός παράγοντας επίλυσης όλων των προβλημάτων στην αγορά εργασίας. Η πολιτική απασχόλησης, σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, πρέπει να στοχεύει στην επίτευξη μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας με απώτερο στόχο την εγκαθίδρυση του τέλειου ανταγωνισμού, που θα επιφέρει και τη λύση στο πρόβλημα της ανεργίας.

2.2 Η νεοκλασική αντίληψη για την πολιτική απασχόλησης 2.2.1 Η πολιτική απασχόλησης στην Ευρώπη τη δεκαετία του '70

Βασικός στόχος των οικονομιών την μεταπολεμική περίοδο ήταν η οικονομική μεγέθυνση και η επίτευξη πλήρους απασχόλησης του εργατικού δυναμικού. Η ανόρθωση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο δυτικών οικονομιών και η επικράτηση του «φορντικού» μοντέλου, το οποίο στηριζόταν σε εντατική αλλά και εκτατική ανάπτυξη, επέφερε την πλήρη απασχόληση για μία περίοδο τουλάχιστον είκοσι ετών. Τα αίτια της πλήρους απασχόλησης θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στην ασκούμενη οικονομική πολιτική (τόνωση της ενεργού ζήτησης) αλλά και στον συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας που επικράτησε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και εκφράστηκε από το κράτος-πρόνοιας (Χλέτσος 1991, Ρομπόλης και Χλέτσος 1995).

Το κράτος-πρόνοιας αποτελεί μία συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική αλλά και οικονομική διαδικασία όπου η συσσώρευση του κεφαλαίου, ο ρόλος της μισθωτής εργασίας και η θέση του ατόμου μέσα στην κοινωνία αποκτούν μία διαφορετική βαρύτητα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους. Συγκεκριμένα, το πρώτο ουσιαστικό στοιχείο του «κοινωνικού» που διαφοροποιείται στην περίοδο γέννησης και ανάπτυξης του κράτους-πρόνοιας είναι η σχέση ανάμεσα στο κράτος και την μισθωτή εργασία. Εφόσον η μισθωτή εργασία αποτελεί το κυρίαρχο γνώρισμα που διαφοροποιεί τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής, αλλάζει και η σχέση του κράτους απέναντί της. Η πολιτική του κράτους έχει ως στόχο την εξάπλωση του θεσμού της μισθωτής εργασίας. Η ανάπτυξη του κράτους-πρόνοιας στηρίζεται στην επέκταση του καθεστώτος της μισθωτής εργασίας αλλά και αυτή η ίδια η αύξηση του αριθμού των μισθωτών προϋποθέτει την ύπαρξή του. Το κράτος-πρόνοιας επεμβαίνει έντονα στον τομέα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Ως εκ τούτου η πολιτική του κράτους απέναντι στην εργασία δεν περιορίζεται μόνο στην υπεράσπιση των ήδη υπαρχόντων θέσεων εργασίας ή τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά περιλαμβάνει και τη διαδικασία αναπαραγωγής του ατόμου και της εργατικής του δύναμης (Chletsos, 1989). Ως εκ τούτου με τον όρο πολιτική απασχόλησης εννοούμε την πολιτική του κράτους απέναντι στην εργατική δύναμη, η οποία περιλαμβάνει τόσο την αναπαραγωγή της όσο και την κατανομή της σε θέσεις εργασίας.

Η νεοφιλελεύθερη αλλά και η κεϋνσιανή θεωρία ξεχωρίζουν τη διαδικασία της αναπαραγωγής του ατόμου και της εργατικής του δύναμης από τη διαδικασία κατανομής του στην αγορά εργασίας. Κατά συνέπεια, η έννοια της απασχόλησης είναι συνυφασμένη μόνο με την κατανομή στην αγορά εργασίας (δηλαδή με την υπεράσπιση ή την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας).

Η πολιτική απασχόλησης, όπως οριζόταν από τη νεοκλασική και την κεϋνσιανή θεωρία στις χώρες της Δ. Ευρώπης την περίοδο αυτή είχε περισσότερο χαρακτήρα μεμονωμένων επιλεκτικών παρεμβάσεων παρά ενιαίο χαρακτήρα (Δεδουσόπουλος 1995). Οι λόγοι είναι προφανείς. Η πλήρης απασχόληση των προηγούμενων χρόνων και οι υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης δεν είχαν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μία πολιτική απασχόλησης. Η μακροοικονομική παρέμβαση στην αγορά εργασίας στόχευε στην αντιμετώπιση ορισμένων δυσλειτουργιών ή δυσαρμονιών που παρέμειναν στην αγορά εργασίας. Τέτοιες παρεμβάσεις ήταν η λειτουργία των δημοσίων γραφείων ανεύρεσης εργασίας, η πολιτική εκπαίδευσης, επαγγελματικής κατάρτισης και επανακατάρτισης, η μεταναστευτική πολιτική, η πολιτική ενίσχυσης της γεωγραφικής κινητικότητας κ.ά. Στόχος των επιμέρους παρεμβάσεων ήταν η αντιμετώπιση συγκεκριμένων και επιμερισμένων προβλημάτων (Δεδουσόπουλος 1995).

2.2.2 Οι πολιτικές απασχόλησης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις δεκαετίες του '80 και '90

Η δεκαετία του '70 σημαδεύτηκε τόσο από τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις όσο και από την γενικότερη κρίση του φορντικού μοντέλου οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία γίνεται έντονη στα μέσα προς το τέλος της δεκαετίας του '70. Ως εκ τούτου η δεκαετία του '80 χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια των ευρωπαϊκών οικονομιών να ανακάμψουν έχοντας να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα μία σειρά σημαντικών προβλημάτων όπως αυξημένοι ρυθμοί πληθωρισμού, αύξηση του ποσοστού των ανέργων, υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, μείωση της παραγωγικότητας, δημοσιονομική αλλά και κοινωνική κρίση του κράτους-πρόνοιας.

Το πρόβλημα της ανεργίας και γενικότερα της προώθησης της απασχόλησης τίθεται σε αυτοτελή βάση ξέχωρα από την υπόλοιπη οικονομική πολιτική. Ενώ η εφαρμοζόμενη κεϋνσιανή πολιτική την προηγούμενη δεκαετία δεν είχε μία αυτόνομη πολιτική της απασχόλησης και δεν τοποθετούσε την ανεργία μεμονωμένα από τους υπόλοιπους στόχους της, η νεοφιλελεύθερη πολιτική, η οποία εφαρμόζεται στη δεκαετία του '80 διαμορφώνει αυτοτελή πολιτική απασχόλησης, καταπολέμησης του πληθωρισμού, οικονομικής ανάκαμψης κλπ. Η αντιμετώπιση της ανεργίας μεμονωμένα οφείλεται όχι μόνο στη σοβαρότητα του εν λόγω προβλήματος, λόγω της έκτασης που έλαβε, αλλά κυρίως στη στροφή της οικονομικής πολιτικής από κεϋνσιανού σε νεοφιλελεύθερου τύπου, η οποία έθετε τα προβλήματα σε νέα μεθοδολογική βάση. Η ανεργία δεν θεωρείται αποτέλεσμα μίας αναπτυξιακής διαδικασίας, αλλά πρόβλημα κακής λειτουργίας των αγορών. Ως εκ τούτου η πολιτική απασχόλησης στοχεύει πλέον στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας, η οποία και θα επιλύσει το πρόβλημα της ανεργίας 9. Σήμερα, οι πολιτικές απασχόλησης προσλαμβάνουν συχνά την μορφή άμεσων ρυθμίσεων των εργασιακών σχέσεων, 10 οι οποίες στοχεύουν όχι μόνο στην ενίσχυση της αγοράς (ως εκείνου του μηχανισμού που κρίνεται περισσότερο αποδοτικός και ενισχυτικός κατά την κατανομή των πόρων), αλλά και στην εξασφάλιση των μακρο-οικονομικών συνθηκών που ενισχύουν τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου (Γράβαρης 1991). Η πολιτική παρέμβαση στην αγορά εργασίας επικεντρώνεται, πλέον στη ρύθμιση των ροών ένταξης και αποκλεισμού, σε αντιδιαστολή προς τις πολιτικές της κεϋνσιανής περιόδου, που ήταν πολιτικές κυρίως ένταξης, ενώ ταυτοχρόνως, προσπαθούσαν να βελτιώσουν την κατανομή μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας στο εσωτερικό της αγοράς εργασίας (Δεδουσόπουλος 1995).

Ένα επιπλέον διαφοροποιό στοιχείο των πολιτικών απασχόλησης αυτής της περιόδου από την προηγούμενη περίοδο είναι ο διαχωρισμός σε «παθητικές» και σε «ενεργητικές» πολιτικές απασχόλησης 11. Ο διαχωρισμός αυτός προέρχεται κυρίως από τη νεοκλασική θεώρηση, καθότι η κεϋνσιανή αντίληψη θεωρεί ότι τα επιδόματα ανεργίας μπορούν να αντιμετωπίσουν την ανεργία, άρα είναι ενεργητική πολιτική απασχόλησης, επειδή ενισχύουν την ενεργό συνολική ζήτηση, άρα δημιουργούν νέες θέσεις απασχόλησης. Οι «παθητικές» πολιτικές έρχονται ως ένα βαθμό σε αντίθεση με τη νεοκλασική θεωρία επειδή οι πολιτικές αυτές θεωρούν ότι τα αίτια της ανεργίας εντοπίζονται στην πλευρά της ζήτησης, ενώ η νεοκλασική θεωρία υποστηρίζει ότι τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στην πλευρά της προσφοράς. Κατά συνέπεια, οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, οι οποίες στοχεύουν να λύσουν προβλήματα και δυσκαμψίες που σχετίζονται με την πλευρά της προσφοράς είναι σύμφυτες με την νεοκλασική αντίληψη. Παρόλα αυτά, στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι δημόσιες δαπάνες για την αποζημίωση των ανέργων εξακολουθούν να κυμαίνονται σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα απ' ότι οι δαπάνες για δυναμικές πολιτικές, που στοχεύουν στη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας.

Η αντίφαση γύρω από τις παθητικές πολιτικές απασχόλησης έγκειται στο γεγονός ότι αν και είναι σε αντίθεση με τη νεοκλασική φιλοσοφία εντούτοις οι δαπάνες για αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Η αντίφαση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί σε σχέση με τον ρόλο του κράτους την περίοδο αυτή, περίοδο κρίσης του φορντικού μοντέλου οργάνωσης της παραγωγής και περίοδο κρίσης του κράτους-πρόνοιας ως τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας.

2.2.3 Σύνοψη της νεοκλασικής αντίληψης για την πολιτική απασχόλησης

Η νεοκλασική θεωρία δεν είχε συγκεκριμένη άποψη για την πολιτική απασχόλησης επειδή θεωρούσε ότι η ανεργία αποτελούσε ένα πρόσκαιρο πρόβλημα, η λύση του οποίου θα έπρεπε να αναζητηθεί στις δυνάμεις της αγοράς. Ως εκ τούτου, η νεοκλασική αντίληψη θεωρούσε σημαντικότερη την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, μέσα από άμεση κρατική παρέμβαση, και λιγότερο σημαντική τη μείωση της ανεργίας, η οποία θα γινόταν κατά κάποιο τρόπο αυτόματα. Σύμφωνα με τη νεοκλασική αντίληψη η μείωση του πληθωρισμού θα οδηγούσε σε σταθεροποίηση της οικονομίας, η οποία με τη σειρά της θα επέφερε την οικονομική ανάπτυξη, άρα και τη μείωση της ανεργίας. Ως εκ τούτου, η νεοκλασική αντίληψη για τη μείωση της ανεργίας καταλήγει σε αδιέξοδο, καθότι θεωρεί την ανεργία ως πρόβλημα δευτερογενές, που καθαυτό δεν χρήζει συστηματικής κρατικής παρέμβασης.

Η κρίση της δεκαετίας του '70 καθώς και η αναδιάρθρωση των οικονομιών στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δεκαετία του '80 επαναφέρουν στο προσκήνιο την πολιτική απασχόλησης, επειδή το πρόβλημα της ανεργίας οξύνθηκε έντονα και έθιξε και κοινωνικές ομάδες που μέχρι τότε δεν απειλούνταν από την ανεργία. Επιπλέον η διαδικασία της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτείνει το πρόβλημα της ανεργίας επιβάλλοντας την άσκηση περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία δεν βοηθάει άμεσα στην οικονομική ανάπτυξη.

Η νεοκλασική αντίληψη για την πολιτική απασχόλησης επανακαθορίζεται έτσι στο τέλος της δεκαετίας του '70 ή τις αρχές της δεκαετίας του '80 λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος της ανεργίας. Η «νέα» πολιτική απασχόλησης έχει ως κύριο άξονα την έλλειψη ευελιξίας στην αγορά εργασίας η οποία ανάγεται είτε στην αδυναμία μείωσης των μισθών, είτε στην αδυναμία μείωσης της προσφερόμενης ποσότητας, είτε στην μειωμένη κινητικότητα του παραγωγικού συντελεστή εργασία από κλάδο σε κλάδο και από γεωγραφική περιοχή σε γεωγραφική περιοχή. Ως εκ τούτου, η πολιτική απασχόλησης στρέφεται προς την επίτευξη μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας, ερχόμενη σε αντίθεση με την παραδοσιακή πολιτική στήριξης του εισοδήματος των ανέργων. Η μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσα από μία σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα αφορούν το ύψος του μισθού και την ποσότητα της προσφερόμενης εργασίας (τόσο σε ώρες όσο και σε απασχολούμενους), είτε μέσα από την καλύτερη πληροφόρηση στην αγορά εργασίας, είτε μέσα από την πολιτική της εκπαίδευσης - κατάρτισης που θα στοχεύει κατά κύριο λόγο να δώσει τα κατάλληλα προσόντα στον άνεργο για την αύξηση της κινητικότητάς του. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η πολιτική της εκπαίδευσης - κατάρτισης που υποστηρίζεται από τη νεοκλασική θεωρία έχει ως στόχο την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας, δηλαδή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας, και όχι την προσαρμογή του ατόμου στις αλλαγές του παραγωγικού συστήματος (Χλέτσος 1996β).

Η άρνηση της νεοκλασικής θεωρίας να δεχτεί οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη των ανέργων επειδή την θεωρεί ως επιζήμια είναι σύμφυτη με την αντίληψή της περί του ρόλου του κράτους και της σχέσης του οικονομικού με το μη οικονομικό. Θεωρώντας ότι το οικονομικό (δηλαδή η κατανομή του συντελεστή εργασία στην αγορά εργασίας και στην παραγωγική διαδικασία) είναι εντελώς ανεξάρτητο και δεν έχει καμία σχέση με το μη οικονομικό (δηλαδή την αναπαραγωγή του ατόμου και της εργατικής του δύναμης έξω από το χώρο που ελέγχει άμεσα το κεφάλαιο) προσανατολίζει την παρέμβαση του κράτους μόνο στο καθαρά οικονομικό.

3. Κριτική στη νεοκλασική θεωρία για την πολιτική απασχόλησης

Η νεοκλασική θεωρία ερμηνεύει το πρόβλημα της ανεργίας ως ένα φαινόμενο το οποίο δεν σχετίζεται με την καπιταλιστική ανάπτυξη, αλλά με παράγοντες εξωγενείς, τους οποίους θεωρεί ως δεδομένους. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η ανεργία οφείλεται είτε στην αδυναμία μείωσης του μισθού, είτε στην ύπαρξη ατελειών στην αγορά εργασίας. Δηλαδή, κατά την νεοκλασική θεωρία η αδυναμία της αγοράς εργασίας να λειτουργήσει σε συνθήκες τέλειου ανταγωνισμού επιφέρει ως συνέπεια την ανεργία. Όμως η αγορά εργασίας δεν μπορεί να ταυτιστεί με οποιαδήποτε άλλη αγορά προϊόντος καθότι το εμπόρευμα στην αγορά εργασίας είναι η εργατική δύναμη που διαφέρει από όλα τα άλλα εμπορεύματα. Επιπλέον η αξία της εργατικής δύναμης, εκτός από κόστος για τον επιχειρηματία είναι και στοιχείο της ενεργού ζήτησης, είναι στοιχείο που συμβάλλει στη βιολογική αναπαραγωγή του εργαζόμενου. Ως εκ τούτου ο μισθός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία απλή τιμή κάποιου εμπορεύματος, η οποία θα μπορούσε να συμπιεστεί, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση, κάτω από το όριο επιβίωσης των εργαζομένων.

Ο ρόλος του μισθού στον προσδιορισμό της απασχόλησης και του επιπέδου ανεργίας έχει έντονα αμφισβητηθεί τόσο από την παραδοσιακή κεϋνσιανή θεωρία όσο και από τους σύγχρονους μετακεϋνσιανούς οικονομολόγους 12. Σύμφωνα με τον Κέυνς, το επίπεδο απασχόλησης προσδιορίζεται από την αναμενόμενη ζήτηση για το προϊόν και από τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής και όχι από το μισθό (Bremond 1987). Ως εκ τούτου, η μείωση του ποσοστού ανεργίας θα προέλθει κυρίως από την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης και όχι από τη μείωση των μισθών.

Η σύνδεση του ύψους των μισθών με το ποσοστό ανεργίας δε μπορεί από μόνη της να ερμηνεύσει τη διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες όπως η σχέση του μισθού με την παραγωγικότητα, με το επίπεδο των τιμών κλπ (Sachs 1983 και Boyer 1985).

Θεωρώντας όμως την ανεργία ως φαινόμενο το οποίο οφείλεται στην έλλειψη καλής λειτουργίας των δυνάμεων της αγοράς, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε όχι μόνο την συνεχιζόμενη αύξησή της 13, αλλά και το ποιος είναι ο ρόλος της εργασίας σήμερα την περίοδο νέων τεχνολογικών, οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων. Η νεοκλασική θεωρία δεν αναφέρεται στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας ούτε και στο πώς αυτός ο τρόπος οργάνωσης επηρεάζει το μέγεθος της απασχόλησης και κατ' επέκταση της ανεργίας. Η εμφάνιση όμως σήμερα νέων τρόπων οργάνωσης της παραγωγής που στηρίζονται στην ευελιξία επηρεάζουν το επίπεδο της απασχόλησης και της ανεργίας. Ο όρος ευελιξία αναφέρεται σε δύο κύριες πλευρές της οργάνωσης της παραγωγής (Boyer 1986). Πρώτον, στο βαθμό προσαρμογής της παραγωγικής διάρθρωσης, ο οποίος καθίσταται εφικτός εξαιτίας των νέων μορφών αυτοματοποίησης (Duterte, Santilli 1992 και Coriat 1990), και δεύτερον στο βαθμό εσωτερικής αλλά και εξωτερικής κινητικότητας, από εργασία σε εργασία, τόσο σε όρους εξειδίκευσης όσο και σε όρους εργασιακού χώρου. Παρότι λοιπόν η νεοκλασική πολιτική απασχόλησης στοχεύει στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς δεν διαθέτει τα εννοιολογικά εργαλεία για να αντιληφθεί τις συντελούμενες αλλαγές στο παραγωγικό σύστημα και την αγορά εργασίας.

Ένα επιπλέον στοιχείο που η νεοκλασική θεωρία δεν λαμβάνει υπόψη της είναι οι εργασιακές σχέσεις. Όταν λέμε εργασιακές σχέσεις δεν εννοούμε μόνο τη νομική πλευρά της εργασιακής σχέσης, όπως αντιλαμβάνεται το ζήτημα η νεοκλασική θεωρία, αλλά ένα πλέγμα θεσμών που διέπουν τόσο την παραγωγική όσο και την αναπαραγωγική διαδικασία. Η ανάλυση σε όρους εργασιακών σχέσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική καθόσον η μορφή των εργασιακών σχέσεων καθορίζει και καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από το συγκεκριμένο καθεστώς συσσώρευσης.

Η έννοια της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, όπως χρησιμοποιείται από τη νεοκλασική θεωρία, (Bentolia and Saint-Paul 1992, Emerson 1988 και OCDE 1992), δεν προσφέρεται για μια επιστημονική ανάλυση των συντελούμενων σήμερα αλλαγών. Αντίθετα, οι θεωρητικοί της σχολής της «Ρύθμισης» χρησιμοποιούν την έννοια αυτή με επιστημονικά γόνιμο τρόπο, σε συνάρτηση με τις έννοιες μισθωτή σχέση και καθεστώς της μισθωτής σχέσης, για να αναλύσουν τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης διαμέσου της εργασίας. Προσπαθούν να ερμηνεύσουν την αναπτυξιακή διαδικασία μέσα από τη σχέση ανάμεσα στο καθεστώς συσσώρευσης και τον τρόπο ρύθμισης. Η μισθωτή σχέση ορίζεται ως το σύνολο των συνθηκών που διαπερνούν τη χρήση και την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης: οργάνωση της διαδικασίας της εργασίας, κινητικότητα της εργατικής δύναμης, σχηματισμός και τρόπος χρησιμοποίησης του εισοδήματος των μισθωτών (Boyer 1981). Σε κάθε καθεστώς συσσώρευσης αντιστοιχεί και ένας συγκεκριμένος τύπος μισθωτής σχέσης. Στο καθεστώς του μεταφορντισμού αντιστοιχεί και ένας νέος τύπος μισθωτής σχέσης: η ευέλικτη μισθωτή σχέση (Boyer 1985, 1989, 1990, Leborgne and Lipietz 1987, 1989, 1990 και Coriat 1990).

Οι αναλύσεις αυτές δείχνουν ότι εκείνο που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή είναι η αλλαγή του καθεστώτος συσσώρευσης και μια αναντιστοιχία ανάμεσα στους νέους τρόπους οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας και στην επικρατούσα μορφή των εργασιακών σχέσεων, που αποτυπώνεται στο πρόβλημα της ανεργίας. Η νεοκλασική αντίληψη για την πολιτική απασχόλησης είναι ανέφικτη στο βαθμό που δεν μπορεί να κατανοήσει τις προαναφερόμενες αλλαγές.

Συνοψίζοντας, παρατηρούμε ότι οι εφαρμοζόμενες αλλά και οι προτεινόμενες πολιτικές απασχόλησης συνδέονται με μια αντίληψη περί των αιτίων της ανεργίας. Κατά συνέπεια, η ανάλυση των ενεργητικών και παθητικών πολιτικών απασχόλησης θα πρέπει να ειδωθεί κάτω από αυτό το πρίσμα.

Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, η πολιτική απασχόλησης καλείται να αντιμετωπίσει τις ατέλειες στην αγορά εργασίας. Η κεϋνσιανή αντίληψη, θεωρώντας ότι εκ φύσεως η αγορά εργασίας είναι ατελής, θεωρεί ότι η πολιτική απασχόλησης προκύπτει ως επακόλουθο αυτής της αδυναμίας της αγοράς να λειτουργήσει. Ως εκ τούτου, τόσο η νεοκλασική όσο και η κεϋνσιανή αντίληψη θεωρούν ότι η πολιτική απασχόλησης συνδέεται με την άριστη κατανομή των παραγωγικών πόρων, και ειδικότερα της εργασίας. Το κράτος, ως εξωτερικό υποκείμενο, επεμβαίνει στην αγορά της εργασίας για την διευκόλυνση της επίτευξης της άριστης κατανομής του παραγωγικού συντελεστή εργασία. Τόσο οι ενεργητικές όσο και οι παθητικές πολιτικές απασχόλησης στοχεύουν στην καλύτερη κατανομή της εργασίας εντός της αγοράς εργασίας.

Αυτές οι δύο οικονομικές θεωρίες διαχωρίζουν τη σφαίρα της παραγωγής από τη σφαίρα της αναπαραγωγής και θεωρούν ότι η έννοια της πλήρους απασχόλησης ταυτίζεται με την άριστη κατανομή της εργασίας (ως συντελεστή παραγωγής) στην αγορά εργασίας (Chletsos, 1996).

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η πολιτική απασχόλησης (αλλά και οι άλλες πολιτικές όπως η εκπαιδευτική πολιτική, η πολιτική υγείας, η πολιτική κοινωνικών ασφαλίσεων κλπ) αποτελεί μία από τις συνιστώσες της κοινωνικής πολιτικής ή η διαφοροποίηση αυτή είναι πλαστή στο βαθμό που υπάρχει μια ενιαία πολιτική ως προς την ανθρώπινη οντότητα.

3. Αντί επιλόγου

Η ιδεολογική ενίσχυση των ενεργητικών μέτρων έναντι των παθητικών μέτρων της πολιτικής απασχόλησης δεν σημαίνει με κανένα τρόπο την αποτυχία των δεύτερων να επιλύσουν το πρόβλημα της ανεργίας. Η ιδεολογική αυτή φόρτιση υπέρ των ενεργητικών μορφών απασχόλησης είναι αποτέλεσμα της επικράτησης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας, η οποία θεωρεί την ανεργία ως τυχαίο φαινόμενο και ως αποτέλεσμα της έλλειψης ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Κατά συνέπεια, οι ενεργητικές μορφές απασχόλησης, όποια μορφή και αν λαμβάνουν, στοχεύουν στην αποκατάσταση της «εύρυθμης» λειτουργίας της αγοράς εργασίας.

Πέρα όμως από το εάν, μέσα από τις ενεργητικές μορφές απασχόλησης, μπορεί να επηρεαστεί η λειτουργία της αγοράς, θα πρέπει εξίσου να επισημανθεί ότι η νεοκλασική αντίληψη αμφισβητεί αφενός μεν την κρατική παρέμβαση στον χώρο της αναπαραγωγικής διαδικασίας, αφετέρου δε την ίδια την έννοια της εργασιακής σχέσης την οποία την υποβαθμίζει σε μία καθαρά νομική έννοια.

Αυτό όμως που είναι σημαντικότερο, είναι ότι τα προτεινόμενα από την νεοκλασική θεωρία μέτρα πολιτικής απασχόλησης δεν κατανοούν και δεν λαμβάνουν υπόψη τους ούτε το ότι η ανεργία είναι σύμφυτη της ίδιας της ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά ούτε και τις σημαντικές αλλαγές οι οποίες έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια και έχουν αλλάξει την παραγωγική και κοινωνική δομή. Η πολιτική απασχόλησης μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα όταν επανοριοθετηθεί σε συνάρτηση με τις προαναφερόμενες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία και την αγορά εργασίας..

Ελληνική βιβλιογραφία

Γράβαρης, Δ. (1991) «Πολιτικές Απασχόλησης στην Αγορά Εργασίας», Τόπος, Νο 3, σ. 3-37.

Δεδουσόπουλος, Α. (1995) «Πολιτικές για την Αγορά Εργασίας στο τέλος του

εικοστού αιώνα», Τετράδια του ΙΝΕ, Νο 4, σ. 27-33.

Ρομπόλης, Σ, Χλέτσος, Μ (1995) Η κοινωνική πολιτική μετά το κράτος-

πρόνοιας, Παρατηρητής, Θεσκη.

Χλέτσος, Μ (1991) «Σκέψεις γύρω από την ύπαρξη του κράτους-πρόνοιας»,

Λεβιάθαν, Νο 10.

Χλέτσος, Μ (1996α) «Κριτική θεώρηση της νεοκλασικής αντίληψης για την αγορά

εργασίας», Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Νο 20, Οκτώβριος 1996.

Χλέτσος, Μ (1996β) «Η εκπαίδευση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης: όρια και προϋποθέσεις εφαρμογής. Η περίπτωση της Ελλάδας», εισήγηση στο

Συνέδριο Ανεργία, Εκπαίδευση, Κατάρτιση που οργανώθηκε από το ΕΚΚΕ, τη Γαλλική Πρεσβεία και τον Ελληνογαλλικό επιστημονικό

σύνδεσμο, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα.

Ξένη βιβλιογραφία

Azariadis, C (1975) Implicit contracts and unemployment equilibria, Journal

of Economic Theory, p. 1183-1202.

Arestis, P (1986) Wages and Prices in the UK: the post Keynesian view,

Journal of Post Keynesian Economics, Spring.

Arestis, P, Mariscal, B-F (1991) Hysterisis and unemployment in wage

determination, British Review of Economic Issues, June.

Arestsis, P and Skott, P (1995) Conflict, wage relativities and hysterisis in the

UK wage determination, Journal of Post Keynesian Economics.

Baily, N.M (1974) Wages and unemployment under uncertain demand,

Review of Economic Studies, vol. 41, pp. 37-50

Bentolila, S, and Gilles (1992) The macroeconomic impact of flexible labor contracts

with an application to Spain, European Economic Review, No 36, p.1013- 1053.

Boyer, R (1985) Flexibilites des marches du travail... etou recherche d'un nouveau

rapport salarial? Couverture Orange, No 8522.

Boyer, R (1986) La flexibilite du travail en Europe, La Decouverte, Paris.

Boyer, R (1989) The eighties: the search for alternatives to fordism, Cepremap, No 8909.

Boyer, R (1990) The capital labor relations in OECD countries: from the fordist

Golden Age to contrasted National Trajectories, Cepremap, No 9020.

Bremond, J (1987) Keynes and les Keynesiens aujourd'hui, ed. Hatier.

Cahuc, P (1990) La theorie des negociations salariales: une revue de la

literature, Economie et Prevision, No 92-93, pp. 21-30.

Cahuc, P (1991) Les negociations salariales, Economica, Paris.

Calmfors, L, Driffill, J (1988) Bargaining structure, corporatism and

macroeconomic performance, Economic Policy, No 6, pp. 16-61.

Chletsos, M (1989) Rapport salarial et salarisation des femmes. Une analyse

comparative entre la France et la Grece, These pour le Nouveau Doctorat,

Universite de Picardie, France.

Chletsos. M (1996) Employment policy: from the reproduction to production

process, paper presented at CSE'96 Restructuring the Left, July 12-14 1996, The University of Northumbria at Newcastle.

Coriat, B (1990) L'atelier et le robot, C.Bourgois, Paris.

Duterte, C, Santilli, G (1992) Automatisation et travail, PUF, Paris.

Emerson, M (1988) Regulation or deregulation of the labour market, European Economic Review, No 32, p.775-817.

Gordon, F.D (1974) A neoclassical theory of keynesian unemployment,

Economic Inquiry, vol. XII, pp. 431-459.

Leborgne, D and A. Lipietz (1987) New technologies, new modes of regulation: some

spatial implications, presentation for the international conference: technology, restructuring and urbanregional development, Dubrovnik.

Leborgne, D and A. Lipietz (1989) Flexibilite offensive, flexibilite defensive: deux

strategies sociales dans la production des nouveaux espaces economiques,

Cepremap, No 8911, Paris.

Leborgne, D and A. Lipietz (1990) Fallacies and open issues about post-fordism,

Cepremap, No 9009, Paris.

Lindbeck, A, Snower, J (1989) The insider-outsider theory of Keynesian

unemployment, MIT Press, Cambridge.

Marchel, B and Taieb, J (1991) Le chomage d'aujourd' hui, ed. Nathan, Paris.

OECD (1992) New directions in work organisations. The industrial relations response.

Perrot, A (1984) Theorie du salaire d'efficience: une analyse en termes

de jeux-repetes, Document de Travail, MAD, Universite de Paris I.

Perrot, A (1989) Salaire d'efficience et dualisme du marche du travail, Revue Economique, vol, 40, No 1.

Perrot, A (1992) Les nouvelles thιories du marchι du travail, La Decouverte,

Paris.

Plassard J-M, Tahar, G (1990) Theorie du salaire d'efficience et disparites non

compensatrices: evaluation a partir de l' enquete FQP, Economie et

Prevision, No 92-93, pp. 67-76.

Reynaud (1994) Les theories du salaire, ed. La Decouverte, collection Reperes, Paris.

Stankiewich, F (1984) L'economie du chomage et d'emploi, ed. Cujas, Paris.

Yellen, J.L (1984) Efficiency wage modes unemployment, American

Economic Review, Paper and Proceedings, May, vol. 74, No 2, pp. 200-

205.

1. Επιστημονικός Ερευνητής στο Κ.Ε.Π.Ε. Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο αυτό είναι προσωπικές και δεν αντανακλούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του Οργανισμού στο εν λόγω θέμα.

2. Έκθεση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1995).

3. Οι παθητικές πολιτικές απασχόλησης συνίστανται κυρίως στη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας με στόχο την οικονομική ενίσχυση των ανέργων, ενώ οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης συνίστανται κυρίως στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την επίτευξη μεγαλύτερης ευελιξίας στην αγορά εργασίας και με την σύζευξη της ζήτησης με την προσφορά εργασίας ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά προσόντα και τις δεξιότητες.

4. Σχετικά με την νεοκλασική αντίληψη για την αγορά εργασίας δες Χλέτσος Μ. (1996α)

5. Οι παραγωγικοί συντελεστές, σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, είναι η εργασία, το κεφάλαιο, η γη - πρώτες ύλες και η επιχειρηματικότητα.

6. Σχετικά με τη νεοκλασική αντίληψη για την ανεργία δές Perrot (1992), Marchel and Taieb (1991) και Stankiewich (1984).

7. Σχετικά με την σύγχρονη νεοκλασική προσέγγιση της αγοράς εργασίας δες Χλέτσος Μ. (1996α)

8. Η έννοια της ευελιξίας στη νεοκλασική θεωρία εντοπίζεται στην αυξομείωση τόσο του μισθού όσο και της προσφερόμενης ποσότητας εργασίας.

9. Σχετικά με την νεοκλασική αντίληψη για το πρόβλημα της ανεργίας δες Χλέτσος (1996α)

10. Οι άμεσες ρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων περιλαμβάνουν πολιτικές ελαστικοποίησης του εργάσιμου χρόνου και των μισθών καθώς και πολιτικές ανακατανομής των δαπανών υπέρ προγραμμάτων κατάρτισης και επανειδίκευσης των ανέργων ή επιδοτήσεων υπέρ επιχειρήσεων για την δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

11. Με τον όρο παθητικές πολιτικές απασχόλησης θεωρούνται οι παρεμβάσεις που αντιμετωπίζουν τα αποτελέσματα της ανεργίας και περιλαμβάνουν μία σειρά επιδομάτων, ενώ οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης αντιμετωπίζουν τα αίτια και συμπίπτουν με την κατάρτιση, την γενικότερη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων κλπ.

12. Σχετικά με τον προσδιορισμό του μισθού σύμφωνα με την κεϋνσιανή και μετακεϋνσιανή προσέγγιση δές Arestis (1986), Arestis and Marsical (1991), Arestis and Skott (1995) και Reynaud (1994).

13. Η νεοκλασική θεωρία προσπαθεί να ερμηνεύσει την αύξηση της ανεργίας μέσω της έλλειψης ευελιξίας και ειδικότερα μέσα από την ακαμψία των χρηματικών μισθών.