ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ" ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΟΣΝΙΑ*
του Δημήτρη Χριστόπουλου

Αντί εισαγωγής

Το κείμενο που ακολουθεί συνιστά βιωματική αφήγηση, αλλά και αποτέλεσμα μιας νοητικής επεξεργασίας πάνω στα εμπειρικά δεδομένα που συνθέτουν το νομικό και πολιτικό πεδίο στην Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (τη Βοσνία) μετά τον τετραετή πόλεμο και τη Συνθήκη του Dayton. Ξεκινά με κάποιες διαπιστώσεις για τον εκμαυλισμό του περιεχομένου και της έννοιας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο πεδίο κρατών που φιλοξενούν διεθνείς αποστολές. Στη συνέχεια πραγματεύεται κάποια προβλήματα που τίθενται για το πρόσωπο που καλείται να συμβάλει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε αυτές τις αποστολές. Κλείνει δε με σκέψεις για την ιδιότυπη μεταφορά διεθνών κανόνων προστασίας ατομικών δικαιωμάτων στην συνταγματική τάξη της Βοσνίας, στα προβλήματα που αυτή γεννά, καθώς και στους παράγοντες που οδήγησαν και συνεχίζουν να οριοθετούν τη συγκεκριμένη πρακτική εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας.

Η επί του αλλοδαπού πεδίου υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η ανάδυση των εθνοτικών και λοιπών συγκρούσεων ως λόγος αποδιάρθρωσης των θεσμών και της κρατικής μηχανής σε χώρες της Aνατολικής και Κεντρικής Ευρώπης έφεραν στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ημερήσιας διάταξης την επιτήρησηκαι την εφαρμογή(monitoring/implementation) των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τούτο αφορά κυρίως τις χώρες, στις οποίες η θεσμική ανασυγκρότηση προτάσσεται ως αναγκαίος -- εάν όχι ικανός -- παράγοντας της ένταξής τους στον ευρωπαϊκό, διεθνή και ολοένα διεθνοποιούμενο καταμερισμό εργασίας.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα τίθενται έτσι στο επίκεντρο της δράσης και της επέμβασης των διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ, ΟΑΣΕ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Συμβούλιο της Ευρώπης) επί του εδάφους των εν λόγω κρατών. Παύουν να αποτελούν αποκλειστικά στοιχείο μιας θεσμικής ανασυγκρότησης που επιχειρείται στα γραφεία και τους διαδρόμους των διεθνών διακυβερνητικών μηχανισμών. "Εδαφικοποιούνται," προσγειώνονται επί του πεδίου, (on the field, σύμφωνα με τον αγγλικό διεθνοποιημένο όρο) μέσω του σχηματισμού αποστολών διακυβερνητικών οργανώσεων αλλά και μη κυβερνητικών οργανισμών στο έδαφος των συγκεκριμένων κρατών.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του πολιτικού και νομικού δέοντος. Αυτό είναι γνωστό. Σήμερα όμως τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι και η μάσκα ενός περιφερόμενου θιάσου, αυτού της "διεθνούς κοινότητας", με πρωταγωνιστή τους εκάστοτε ισχυρούς της. Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, αυτός ο θίασος έχει έναν πραγματικό star: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Περισσότερο σήμερα από οποτεδήποτε άλλοτε, ο όρος "διεθνή κοινότητα" φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στις διεθνείς διαπλοκές συμφερόντων (εξ ου και χρησιμοποιούνται τα εισαγωγικά). Γνωστοί θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου έχουν άλλωστε εκφράσει την δυσπιστία τους όσον αφορά στην ύπαρξη διεθνούς κοινότητας, ως τέτοιας (Chaumont 1970, 361). Σύμφωνα δε με τον R. Aron, "η θέληση της διεθνούς κοινότητας δεν υπάρχει παρά μόνο στη φαντασία κάποιων θεωρητικών" (στο ίδιο).

Στην πολιτική πράξη, η δεδομένη ηθική αυταξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως νομικού και πολιτικού ιδεώδους, αναπόσπαστου τμήματος του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, χάνει πολλά, καθώς η άνευ όρων ένταξή τους στην διακυβερνητική δράση επί του πεδίου περισσότερο τα δυσφημεί, παρά τα προωθεί. Ωστόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν ηθική αξία και δυναμική που βρίσκεται σε καθεστώς σχετικής αυτονομίας από την πολιτικοποίηση τους. Γι΄ αυτό άλλωστε αποτελούν αντικείμενο υπεράσπισης από μη κυβερνητικούς φορείς και οργανισμούς. Εάν τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν αποκλειστικά και μόνο συστατικό της πολιτικής δράσης των δυτικών κρατών και δη των ισχυρότερων, στα πλαίσια μιας εξόχως διφορούμενης εικόνας της "διεθνούς κοινότητας", λίγα θα τα διαφοροποιούσαν από τις λοιπές ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των ισχυρών έναντι των αδυνάτων.

Η επιθετική αυτή εισαγωγική διατύπωση θα επιτρέψει να εισέλθουμε στο ειδικότερο ζήτημα του άρθρου: ποια είναι τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων του ανθρώπου στα πλαίσια αποστολών στο έδαφος κρατών, των οποίων επιχειρείται η νομική και εν γένει θεσμική ανασυγκρότηση.

Το αναπόδραστο δίλημμα ανάμεσα σε οικουμενικότητα και σχετικότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί του πεδίου

Το πρώτο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει όποιος καλείται να υπερασπίσει δικαιώματα του ανθρώπου είναι ο εαυτός του. Ο εαυτός του, ως φορέας προκαθορισμένων αντιλήψεων, ηθικών αξιολογήσεων, ερμηνευτικών ή προερμηνευτικών επιλογών, σε ό,τι αφορά την αξία, την εμβέλεια, το περιεχόμενο και την εφαρμογή των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί του εδάφους ενός κράτους. Όλοι, πόσο μάλλον αυτοί που έχουν τη θέληση να βρεθούν σε μια διεθνή αποστολή, είναι εξ ορισμού φορείς τέτοιων αντιλήψεων. Αυτές είναι αποτελέσματα νοητικών διαδικασιών, οι οποίες εκτυλίσσονται στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών: των δυτικών. Οι χώρες οι οποίες βρέθηκαν στην ατυχία και την ανάγκη να φιλοξενούν τέτοιες αποστολές, είναι χώρες στις οποίες τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν αναδύονται ως αποτέλεσμα εσωτερικών η ενδογενών αντιθέσεων, ανταγωνισμών ή συγκρούσεων. Αποτελούν αντικείμενο εισαγωγής από νομικές παραδόσεις και πολιτικές πρακτικές άλλων κρατών που ανήκουν στον δυτικό κόσμο και άρα έχουν την οικονομική και πολιτιστική δυνατότητα να προωθούν μια πολιτική εξαγωγήςδικαιωμάτων του ανθρώπου, ως όρο επέμβασής τους στα εσωτερικά τρίτων κρατών.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η μηχανιστική μεταφορά των οικουμενικών μοντέλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενδεδυμένων με τον πιο προωθημένο δυτικό μανδύα, όπως συμβαίνει σε κράτη, στα οποία η κύηση διεκδικήσεων δικαιωμάτων μόνο περιθωριακά βρέθηκε στην πολιτική ημερήσια διάταξη, είναι -ως τέτοια- μια μυωπική πολιτική, ηθικά προβληματική και πρακτικά αναποτελεσματική.

Παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια Βορειοαμερικανών ως επί το πλείστον νομικών, να πείσουν τους υπόλοιπους της αποστολής ΟΑΣΕ στην Βοσνία, αλλά και τους ντόπιους αξιωματούχους, ότι η νομοθετική εισαγωγή ποσοστώσεων υπέρ της συμμετοχής των γυναικών στα κυβερνητικά αξιώματα πρέπει να γίνει αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης. Σαν να ήταν εκείνο το πρόβλημα στην μεταπολεμική Βοσνία: η συμμετοχή των γυναικών στα κυβερνητικά αξιώματα, ειδικότερα δε μέσω συνταγματικής ρύθμισης. Στην ένσταση που διατυπώθηκε από μέλη της αποστολής ότι το ζήτημα δεν λύνεται από το Σύνταγμα, αλλά από τους εσωτερικούς κανονισμούς των κομμάτων, και ότι μια διαφορετική κανονιστική πρακτική θέτει ίσως ζήτημα παραβίασης της αρχής της νομιμότητας, η απάντηση κινήθηκε στα όρια ενός χυδαίου κυνισμού: "ούτως ή άλλως δεν υπάρχει νομιμότητα"ή: "αφού εδώ μπορούμε, γιατί να μη το δοκιμάσουμε".

Φτάνουμε λοιπόν στο ακόλουθο παράδοξο: η Βοσνία να επιχειρεί να νομοθετήσει ένα οπλοστάσιο προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου επί του θέματος των ποσοστώσεων πιο διευρυμένο από την Δανία ή τη Νορβηγία, κράτη στων οποίων τη νομική και πολιτική παράδοση έχει κυηθεί η όλη προβληματική. Ακόμη πιο κυνικά οξύμωρο είναι ότι ο πρεσβευτής των ΗΠΑ, επικεφαλής μιας των πολλών αποστολών που εδρεύουν στην Βοσνία, θέτει ως όρο διαλόγου με τις τοπικές αρχές, την κατάργηση της θανατικής ποινής. Στις 10 Δεκεμβρίου 1998, ημερομηνία επετείου της 50ετίας της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκτελείται -- τι σύμπτωση πάλι -- έγχρωμος κρατούμενος στο Τέξας.

Η μηχανιστική και "αυθόρμητη" μεταφορά των οικουμενικών (δυτικών) μοντέλων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και η άκριτη, αυθόρμητη επεξεργασία εισαγωγής τους στην έννομες τάξεις κρατών που ενδογενώς δεν έχουν οδηγηθεί στη θεσμοποίηση αντίστοιχων διεκδικήσεων, φέρει διαλεκτικά μέσα της το αντίστροφό της: την εξ ίσου άκριτη και αυθόρμητη υιοθέτηση αντιλήψεων και αξιολογήσεων τοπικής ισχύος, σε σχέση με την εμβέλεια των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση με συμπτώματα ακριβώς αντίστροφα από αυτά της πρώτης, της οποίας θύμα πολύ εύκολα μπορεί να γίνει ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Στην προσπάθειά του να μη παγιδευτεί στις δικές του αντιλήψεις, τις οποίες μεταφέρει επί του αλλοδαπού πεδίου, αλλά να φανεί και να είναι άνθρωπος που σέβεται τις τοπικές παραδόσεις και την διαφορετικότητα των λαών με τους οποίους συνεργάζεται, κινδυνεύει να εγκολπώσει στην πρακτική και στην νοοτροπία του απόψεις, οι οποίες είναι ασύμβατες με τα δικαιώματα του ανθρώπου. Η όλο και πιο έντονη εμβάθυνση στην κατανόηση της πραγματικότητας και η σταδιακή ενσωμάτωση του αλλοδαπού μέλους της αποστολής στις τοπικές δομές, σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης, τείνουν πολλές φορές να καθιστούν τον ίδιο απολογητή απόψεων και πρακτικών, εντελώς ασύμβατων με όλες τις πιθανές ερμηνείες των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Απόψεων και πρακτικών, για την καταπολέμηση των οποίων, ο αλλοδαπός έχει βρεθεί επί του πεδίου.

Παράδειγμα, μια συνάντηση δυο μελών της αποστολής ΟΑΣΕ στην Βοσνία (ένας Έλληνας και ένας Γερμανός) με υπουργό της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας. Τα μέλη της αποστολής ζητούσαν να ξαναχτιστεί το τζαμί στο κέντρο πόλης που είχε περάσει στους Σέρβους μετά τον πόλεμο. Μόλις τελείωσαν οι τυπικότητες της συναντήσεως, οι απαντήσεις του Σέρβου υπουργού πέρασαν από την υποκρισία στον ειλικρινή κυνισμό: "Πώς είναι δυνατό να μας πιέζετε να κάνουμε τζαμί στο κέντρο της πόλης, όταν στα δικά σας τα κράτη κάτι τέτοιο ουδόλως συμβαίνει. Εσείς, στο κέντρο του Βερολίνου, ξαναστήνετε τα σύμβολα της εθνικής παράδοσης και κουλτούρας σας, και σεις ούτε που διανοείστε να φτιάξετε τζαμιά στην Αθήνα. Άλλωστε είχατε πάρα πολλά και τα καταστρέψατε.Εμείς τώρα φτιάχνουμε το κράτος μας και τους θεσμούς μας. Δώστε μας λίγο χρόνο και θα φτιάξουμε και τζαμιά".

Τούτη είναι μια άποψη, η οποία μέσα στον κυνικό της ρεαλισμό, είναι τοπικά έγκυρη και ιστορικοπολιτικά εξηγήσιμη, αν και ριζικά κατά των όποιων ερμηνειών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η καθημερινή τριβή με τέτοιου είδους θέσεις μπορούν να καταστήσουν τον αλλοδαπό, ο οποίος καλείται να υπερασπίσει τα δικαιώματα του ανθρώπου, ενδεχόμενο φορέα τους. Όταν δε βλέπει ότι, στο τέλος της ημέρας, η δράση του λίγα πρόσφερε, τότε η απογοήτευση συνδυάζεται με την απαισιοδοξία και δημιουργεί γόνιμο έδαφος για την υιοθέτηση τέτοιων απόψεων.

Στα παραπάνω αφηγηματικά-βιωματικά δεδομένα έγινε με κάποιες αφαιρέσεις μια προσπάθεια να ενταχθεί στην καθημερινή πρακτική υπεράσπισης των δικαιωμάτων (και στο πρόσωπο του υπερασπιστή ως υποκειμένου) το κλασικό θεωρητικό δίλημμα της διεθνούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου ανάμεσα σε σχετικότητα και οικουμενικότητα. Οι δύο παραπάνω εκτροπές από τις οποίες απειλείται η δράση του υπερασπιστή των δικαιωμάτων του ανθρώπου, συνιστούν τις δύο όψεις αυτού του διλήμματος.

Το θεωρητικό ερώτημα της οικουμενικότητας ή σχετικότητας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των παρελκόμενων πραγματολογικών διαστάσεών του είναι θεωρητικά αναπόδραστο. Τόσο η θεωρία του διεθνούς δικαίου όσο και η νομική ανθρωπολογία έχουν αφιερώσει στο εν λόγω ζήτημα πολύ σκέψη. Λαμβανομένων υπόψη σημαντικών θεωρητικών αποκλίσεων και με κάθε επιφύλαξη, θα έλεγε κανείς ότι η μεν πρώτη τίθεται υπέρ του οικουμενισμού και η δεύτερη υπέρ του σχετικισμού. Η κυρίαρχη θεωρία του διεθνούς δικαίου έχει ως αφετηρία της την θέση της οικουμενικότητας, αδιαιρετότητας και αλληλεξάρτησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ενώ η νομική ανθρωπολογία ευνοεί, έχοντας κεκτημένες εμπειρίες από την επιτόπια έρευνα, τον νομικό πλουραλισμό και την ετερότητα των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου στις παραδοσιακές κοινωνίες. Αυτές, ως επί το πλείστον, προτάσσουν τον Όλον έναντι του ατόμου και τα συλλογικά καθήκοντα έναντι των ατομικών δικαιωμάτων (Ντυμόν 1988).

Σχέσεις και διαπλοκή με την εξουσία

Το δεύτερο θεμελιώδες ζήτημα που τίθεται στον υπερασπιστή των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι οι σχέσεις του με τις αρχές. Σχέσεις, οι οποίες ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορούν να αποκτήσουν χαρακτήρα εχθρικό. Τούτο αφορά κατεξοχήν τους εκπροσώπους των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και όχι τόσο εκείνους των Διακυβερνητικών, οι οποίοι μόνο σε οριακές περιπτώσεις, έχουν γίνει αντικείμενα διώξεων από τις αρχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τέτοια περιστατικά δεν έχουν συμβεί, ιδίως σε κράτη της Αφρικής.

Το κυριότερο πρόβλημα για τους εκπροσώπους διακυβερνητικών οργανισμών δεν είναι η ενδεχόμενη δίωξή τους από τις αρχές με τις οποίες συναλλάσσονται, αλλά η προσπάθεια των τελευταίων να προσεταιριστούν αυτούς τους ανθρώπους, προσπαθώντας να μετριάσουν τις αρνητικές γι΄ αυτές επιπτώσεις της δράσης τους. Το πρόβλημα είναι λοιπόν η συνδιαλλαγή και η "διαπλοκή". Ο κίνδυνος τον οποίο διατρέχει όποιος καλείται να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του ανθρώπου σε αποστολές, εκπροσωπώντας διακυβερνητικούς οργανισμούς, είναι ότι οι αρχές θα κάνουν τα πάντα, μέσω διαφόρων δέλεαρ, να τον καταστήσουν ανενεργό και ακίνδυνο.

Η χρηματοδότηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου

Τρίτο ζήτημα που τίθεται στα πλαίσια της δράσης αυτού που καλείται να υπερασπίσει τα δικαιώματα του ανθρώπου και ειδικότερα, αν και όχι αποκλειστικά, στα πλαίσια αποστολών, είναι αυτό που σχηματικά θα ονομάσουμε, χρηματοδότηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς περιστροφές θα πούμε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα χρηματοδοτούνται, ως αναπόσπαστο τμήμα μιας πολιτικής ατζέντας, βάσει των προτεραιοτήτων που οι διαμορφωτές της καθορίζουν κάθε φορά. Η χρηματοδότηση προγραμμάτων προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι αναγκαία πράξη: διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρχει πολιτική προάσπισης.

Η ανεύρεση πόρων (fund-raising) έχει εσχάτως αναδειχθεί σε επιστήμη. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό. Το πρόβλημα που τίθεται επί του αλλοδαπού πεδίου είναι οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις προτεραιότητες χρηματοδότησης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αυτοί σχηματικά είναι οι ακόλουθοι:

- Πρώτον, παραδοσιακή (θετική ή αρνητική) στάση μεταξύ των κρατικών διπλωματιών: οι Έλληνες βοηθούν τους Σέρβους, οι Γερμανοί τους Κροάτες κτλ.

- Δεύτερον, ανταγωνισμοί ενδογενούς χαρακτήρα στους οργανισμούς της διεθνούς κοινότητας, π.χ. εάν ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Βοσνίας θα το υλοποιήσει ο ΟΑΣΕ, το Συμβούλιο της Ευρώπης ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

- Τρίτον, διαπλοκή ιδιωτικών συμφερόντων στην διαδικασία υλοποίησης προγραμμάτων. Είναι γνωστό ότι προγράμματα με περιεχόμενο θεσμικής ανασυγκρότησης και δικαιωμάτων του ανθρώπου ανατίθενται από τους διεθνείς οργανισμούς -και ιδίως από την Ε.Ε.- σε ιδιωτικά γραφεία συμβούλων που εξ ορισμού αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα του ανθρώπου με προθέσεις κερδοσκοπικές ή πάντως μη ανιδιοτελείς. Οι σύμβουλοι (consultants) της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου χρυσοπληρώνονται. Αυτό το σύμπτωμα "ιδιωτικοποίησης" των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι ένα φαινόμενο που στον ευρωπαϊκό χώρο παρατηρείται -σχηματικά- μετά το 1990. Το πρόσωπο που αυτή τη στιγμή κινεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό τμήμα της χρηματοδότησης δικαιωμάτων του ανθρώπου σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, είναι ο, ευαίσθητος στα ανθρωπιστικά ζητήματα, χρηματιστής G. Soros, μέσω των διαφόρων ιδρυμάτων και ινστιτούτων που διαθέτει ή απλώς ελέγχει, με έδρα την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Δεν θεωρούμε εξ ορισμού, την ανάμιξη ιδιωτικών φορέων στη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου επιβλαβή. Ως ένα σημείο αποτελεί σύμπτωμα μιας ευημερούσας κοινωνίας πολιτών. Ωστόσο η κοινωνία των πολιτών, έτσι όπως δομείται σήμερα, δεν είναι αποκλειστικά προϊόν αγνού φιλελεύθερου ιδεαλισμού, αλλά και προϊόν των οικονομικών συμφερόντων που τον στηρίζουν. Η χρηματοδότηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι μια νέα ασθένεια των καιρών μας, σύμπτωμα της οποίας είναι η "διάθεσή" τους σύμφωνα με ιδιωτικές ή εθνικές προτιμήσεις και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες των εν λόγω κοινωνιών.

Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως μέσο και άλλοθι επιβολής πολιτικής και διεθνούς επέμβασης

Η τελευταία διατύπωση επιτρέπει να περάσουμε σε μια πιο αφαιρετική παρατήρηση, στο κεφαλαιώδες, κατά την άποψή μας, ζήτημα. Πρόκειται για την ένταξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής δράσης των δυτικών και επέμβασής τους στα εσωτερικά τρίτων κρατών. Το γεγονός ότι αυτή η επέμβαση στις μέρες μας φορά των μανδύα των δικαιωμάτων του ανθρώπου και όχι αυτόν του πολέμου, είναι θετικό, αλλά μόνο συγκυριακό. Εξ άλλου, η συμπεριφορά της "διεθνούς κοινότητας" απέναντι στο Ιράκ αποδεικνύει ότι η (απειλή για) ωμή βία βρίσκεται είναι εξ ίσου στην ατζέντα.

Τούτο σημαίνει ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, από εκπροσώπους διακυβερνητικών οργανισμών σε αποστολές, παλινωδεί ανάμεσα στην οικουμενιστική θεωρητική ή ηθική σύλληψή τους και στην επιλεκτική εφαρμογή τους επί του διεθνούς πεδίου. Ακόμη και η Διαμεσολαβήτρια Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την Βοσνία - Ερζεγοβίνη, G. Haller, δεν διστάζει γραπτώς να διατυπώσει τον ρητορικό προβληματισμό: "humanrights - a political football?" ("τα ανθρώπινα δικαιώματα - ένα πολιτικό ποδόσφαιρο;" Haller 1998, 13.)

Οι προηγούμενες επισημάνσεις δεν πρέπει να θεωρηθούν ότι δίνουν έδαφος σε αυτούς που αναζητούν την ευκαιρία να πείσουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αξίζουν ή δεν μπορούν να προστατευθούν. Είναι γνωστό, ότι οι κάθε λογής τύραννοι και πρεσβευτές απόψεων συρρίκνωσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, περιμένουν τέτοιες κριτικές απόψεις για να θεωρητικοποιήσουν την απροθυμία τους προκειμένου να σεβαστούν τα δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει και να τις εκφέρουμε. Από τα προηγούμενα γίνεται άλλωστε φανερό, ότι η διάδοση αυτών των θέσεων βρίσκει προσφορότατο έδαφος στην εκφυλισμένη διεθνή πρακτική επί του αλλοδαπού πεδίου, παρά σε ο,τιδήποτε άλλο.

Όλοι μας, πόσο μάλλον οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καλούνται κάποιες στιγμές να απαντήσουν με ένα ναι ή ένα όχι σε οριακά διλήμματα. Εάν η διακυβερνητική επί του πεδίου δράση προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα, επειδή τα έχει μετατρέψει σε άλλοθι επιβολής της επέμβασής της, τότε η υπεράσπισή τους από μη κυβερνητικούς φορείς ενδεχομένως να μπορεί. Η τουλάχιστον, είναι η μόνη ελπίδα.

Το συνταγματικό ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Βοσνία ύστερα από τη Συνθήκη του Dayton

Πολύ λίγα έχουν γραφεί για τις ιδιαίτερες πτυχές της έννομης τάξης στην μεταπολεμική Βοσνία. Οι νομικές μελέτες στην κυριολεξία μετρούνται στα δάχτυλα. (International Helsinki Federation for Human Rights 1997, Flaberty/ Gisvald 1997, Aybay 1997, Giakoumopoulos 1998). Εδώ, συντόμως θα θίξουμε ένα συνταγματικό ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο της βαρύτητάς του τη θεωρία του διεθνούς δικαίου ή --έστω και περιστασιακά-- τους διεθνείς αναλυτές (International crisis group 1998).

Πράγματι, το ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ύστερααπό τη Συνθήκη του Dayton τίθεται διαφορετικά από το αντίστοιχο ζήτημα σύμφωναμε την ίδια Συνθήκη. Το Παράρτημα 4 της Συνθήκης είναι το Σύνταγμα του νεοσύστατου κράτους. Ποια είναι η εξαιρετική νομική ιδιαιτερότητα αυτού του κειμένου; Το άρθρο ΙΙ.3 ξεκινά με μια κλασσική για το διεθνές δίκαιο απαρίθμηση δικαιωμάτων - 13 στον αριθμό - και ουσιαστικά συνιστά τον κατάλογο των δικαιωμάτων που καλύπτει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Office of the High Representative 1998, 100 επ.).

Η νομική ιδιαιτερότητα εντοπίζεται στην 4η παράγραφο του άρθρου που καλύπτει τη ρήτρα μη διάκρισης στην άσκηση των δικαιωμάτων. Αυτή η ρήτρα - όλως παραδόξως - δεν αφορά αποκλειστικά τα δικαιώματα που απαριθμεί το άρθρο, αλλά "και τις διεθνείς συμφωνίες που αναφέρονται στο παράρτημα 1 του Συντάγματος". Καταλήγοντας στο παράρτημα ο αναγνώστης εκπλήσσεται: 15 διεθνείς συνθήκες, εκ των οποίων 3 ευρωπαϊκής εμβέλειας, συνιστούν αυτό που ο τίτλος του άρθρου αποκαλεί Πρόσθετες Συμφωνίες Δικαιωμάτων του ανθρώπου εφαρμόσιμες στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Εδώ διαπιστώνεται μια πολύ ιδιόμορφη πρακτική εισαγωγής του διεθνούς δικαίου στην εθνική έννομη τάξη. Οι 15 διεθνείς συνθήκες προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απαριθμούνται στο Παράρτημα του Συντάγματος (και στο Παράρτημα 6 της Συνθήκης που αφορά αποκλειστικά τα δικαιώματα του ανθρώπου) εισάγονται στην εσωτερική έννομη τάξη απευθείας. Η νομοθετική εξουσία δεν επικυρώνει. Ευθυγραμμίζεται αυτομάτως με ένα διεθνές δίκαιο ενδεδυμένο με το συνταγματικό μανδύα, ο οποίος σε τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί - σε ό,τι αφορά την καταγωγή του - με τον κανονικό τρόπο εισαγωγής του διεθνούς δικαίου στις εσωτερικές έννομες τάξεις.

Δεν θα αναφερθούμε εκτενώς στις νομικές αδυναμίες αυτού του μοντέλου. Στοιχειώδεις νομικές γνώσεις δείχνουν ότι μια διεθνής συμφωνία τίθεται σε εφαρμογή στις εσωτερικές έννομες τάξεις, αφού υπογραφεί, τεθεί σε ισχύ σε διεθνές επίπεδο και φυσικά, επικυρωθεί από το εθνικό νομοθετικό όργανο (εξαιρουμένου του κοινοτικού δικαίου). Το χειρότερο δε στην περίπτωση του Συντάγματος της Βοσνίας είναι ότι ανάμεσα στις διεθνείς συμφωνίες που προβλέπονται ως άμεσα εφαρμόσιμες, βρίσκονται και κείμενα τα οποία όταν υπογράφηκε η Συνθήκη του Dayton δεν είχαν καν τεθεί σε ισχύ διεθνώς. Τέτοια είναι λ.χ. ο Ευρωπαϊκός Χάρτης των Τοπικών ή Μειονοτικών Γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης (1992) ή η Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων (1994) του ίδιου οργανισμού.

Θα ήταν πολυτέλεια να αναφέρουμε, δίπλα σε τέτοιου είδους νομικές χονδρότητες, ο εν λόγω Χάρτης δεν δύναται και τεχνικά να εισαχθεί ατόφιος στη συνταγματική τάξη, διότι δομείται με βάση ένα ala carte σύστημα που επιβάλλει στα κράτη να διαλέγουν ποιες από τις διατάξεις του είναι εφαρμοστέες επί του εδάφους τους (Council of Europe 1998, 771-789).

Βρίσκεται λοιπόν, ξαφνικά μια Βοσνία, τριχοτομημένη ανάμεσα στις κυρίαρχες εθνότητες, διζωνική (η "διεθνής κοινότητα" ονόμασε οντότητες, "entities", τη Σερβική Δημοκρατία και την Κροατομουσουλμανική Ομοσπονδία), καταστραμμένη εντελώς ύστερα από 5 χρόνια πολέμου, και σε κάθε περίπτωση χώρα με σχεδόν ανύπαρκτη παράδοση προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου, να υποχρεούται στην εφαρμογή διεθνών κειμένων που ούτε το ήμισυ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εφαρμόζουν.

Εκτός λοιπόν από νομικά προβληματικό, το μοντέλο είναι ηθικά απαράδεκτο και λογικά οξύμωρο. Πώς νομιμοποιείται ο προαναφερθείς πρέσβης των ΗΠΑ, επικεφαλής κάποιου διεθνούς οργανισμού που δρα στη Βοσνία, να αξιώνει την άμεση κατάργηση της ποινής του θανάτου στο κράτος αυτό, όταν τα τελευταία χρόνια μερικές δεκάδες κρατούμενοι φυλακών στις ΗΠΑ εκτελέστηκαν με τις λιγότερο ανθρωπιστικές μεθόδους; Πως νομιμοποιείται ο αντίστοιχος Έλληνας να απαιτεί νομική ρύθμιση ποσοστώσεων για τη συμμετοχή των γυναικών στα δημόσια αξιώματα, όταν οι ελληνίδες βουλευτίνες μετριούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών; Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι ενδεικτικά σειράς άλλων.

Πιο έντονο είναι όμως το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας. Δημιουργήσαμε στη Βοσνία, ακολουθώντας μια μαξιμαλιστική νομική λογική στην υπηρεσία του πολιτικού κυνισμού, έναν επί χάρτου παράδεισο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα. Για να μη μακρηγορούμε, ο ίδιος ο τρόπος που η "διεθνής κοινότητα" γέννησε στο Dayton αυτό το κράτος, συνιστά παράβαση των περισσοτέρων δικαιωμάτων που αριθμούνται στο Σύνταγμά του.

Το πραγματικό συνταγματολογικό ερώτημα στη Βοσνία δεν είναι η βιωσιμότητα μιας πολιτικής δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά η βιωσιμότητα της Βοσνίας. Ο διεθνής νομοθέτης που γέννησε το νομικό τερατούργημα του Dayton - δηλαδή ο ειρηνευτικός ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ - ξέχασε μια σχεδόν αυταπόδεικτη ιστορική αλήθεια των μοντέρνων καιρών: ότι ανθρώπινα δικαιώματα γεννιούνται όταν και επειδή υπάρχει κράτος. Αυτό είναι το τεράστιο ιστορικό και φιλοσοφικό παράδοξό τους. Οι δύο έννοιες συμβαδίζουν. Τα δικαιώματα του ανθρώπου παραχωρούνται κατά κύριο λόγο από το κράτος ενάντιατου. Το διεθνές δίκαιο συνεπικουρεί στην θεμελίωσή τους.

Στην Βοσνία δεν έχουμε ειρήνη, αλλά μια εκ των άνωθεν επιβεβλημένη ανακωχή. Ο πόλεμος δεν τελείωσε. Διεκόπη. Δεν πρέπει δε να πιστέψει κανείς ότι νομικές και πολιτικές επεμβάσεις, σαν και αυτή που προηγουμένως παρουσιάστηκε, είναι σε θέση να αποτρέψουν μια νέα ανάφλεξη. Όμως, μόνο αυτοί οι κραυγαλέοι νομικοί βερμπαλισμοί και πολυπλοκότητες μπορούν να εγγυηθούν την παρουσία της "διεθνούς κοινότητας" στην μεταπολεμική Βοσνία. Γι' αυτό εξ άλλου υπάρχει και ο οπλισμός της πολυεθνικής δύναμης.

Βιβλιογραφία

Aubay R., 1997: "A New Institution on the Field: The Human Rights Chamber of Bosnia and Herzegovina", in Netherlands Quarterly of Human Rights, vol. 15/4, 529-558

Chaumont C. 1970/1: CoursGeneral de droit international public, Recueil des Cours de l'Academie de Droit International, Haye

Council of Europe, 1998: EuropeanTreaty Series, Volume II, Council of Europe Publishing

Flaberty M./Gisvald G. (ed.) 1997: InternationalHuman Rights / Law and Practice in Bosnia and Herzegovina, N.P., Engel, Strasbourg

Giakoumopoulos C., 1998: Thecontribution of the Venice Commission to the Interpretation of the Constitution of Bosnia and Herzegovina(αδημοσίευτη μελέτη)

Haller G. 1988: HumanRights Protection in the Field of Action of the Council of Europe and the OSCE, Committee on Legal Affairs and Human Rights, S/Jur 32, Council of Europe

Ιnternational Helsinki Federation for Human Rights, 1997: "Special Issue on Bosnia and Herzegovina, Human Rights and Civil Society", Newsletter, vol. 3, No 1

International Crisis Group, 1998: WhitherBosnia? ICG Report, September, Serajevo

Ντυμόν Λ., 1998: Δοκίμια για τον ατομικισμό, Εκδ. Ευρύαλος, Αθήνα Office of the High Representative, 1998: Essentialtexts (2nd revised and updated version), January

* Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης του συγγραφέα στην εκδήλωση που διοργάνωσε η ΕλληνικήΕνωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτημε γενικό θέμα "Ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων του ανθρώπου" στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στις 4/12/1998. Ο συγγραφέας διετέλεσε για ένα έτος (Νοέμβριος 1997 - Οκτώβριος 1998) Αξιωματούχος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Διευθυντής Περιφερειακού Γραφείου της Αποστολής του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη στην Αποστολή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.