«ΕΚΘΕΣΗ ΣΠΡΑΟΥ» ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ: ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΛΥΔΡΑΣΤΗΡΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟ [1]
του Γιώργου Η. Οικονομάκη

Εισαγωγή.

Στο 2ο μέρος του -σχετικού με το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του αγροτικού τομέα- άρθρου μου στις Θέσεις, [2] αφού είχα υποστηρίξει την εκτίμηση ότι η «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία, [3] ως μοχλός πολιτικής, δείχνει μια κατεύθυνση καθεστωτικής στρατηγικής στον αντίποδα του αγροτο-καπιταλισμού, είχα αφήσει ανοικτά μια σειρά από ερωτήματα, τα οποία κατέληγαν σ' ένα ακροτελεύτιο.

Θυμίζω: Πώς θα μπορούσε το μητρώο αγροτών ν' απειλήσει την απλή εμπορευματική παραγωγή;

Το ερώτημα αυτό (το θεώρησα και) το θεωρώ κομβικό για την ερμηνεία της γραμμής της «έκθεσης Σπράου για τη γεωργία· δηλαδή για την ερμηνεία της (εμφανούς) «ανάγκης υπεράσπισης» του μικρού αγροτικού νοικοκυριού της μη-πλήρους απασχόληση ή του βασισμένου στην πολυαπασχόληση.

Γιατί κομβικό; Γιατί συνδέεται μ' ό,τι αποκάλεσα τροφοδότη της συντήρησης και της ανάδυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη γεωργία: την πολυαπασχόληση. [4]

«Μητρώο Αγροτών» και «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία.

Θα ξεκινήσω από κάποιες σύντομες απαντήσεις.

Όταν αναφερόμαστε στο μητρώο αγροτών κυρίως ενδιαφέρει -σε ό,τι εξετάζουμε- ο προσδι-ορισμός του θεωρούμενου ως αγρότη:

Στη βάση ενός κοινοτικού κανονισμού του 1991, [5] ελληνικός νόμος [6] ορίζει από το 1995 ως αγρότες όσους ικανοποιούν δυο κριτήρια: α. Να απασχολούνται αυτοπροσώπως και επαγγελματικά στη γεωργία τουλάχιστον κατά το 50% του συνολικού χρόνου εργασίας τους· β. Να λαμβάνουν απ' τη γεωργική τους απασχόληση τουλάχιστον το 50% του συνολικού τους εισοδήματος.

Κατά συνέπεια το μητρώο αγροτών με άξονα την απασχόληση (πολυαπασχόληση) θέτει περιορισμούς στην αγροτική ιδιότητα.

{Θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε την (κοινοτική και εθνική) αναγνώριση -ούτως ή άλλως- της πραγματικότητας της πολυαπασχολούμενης γεωργίας και της πολυαπασχόλησης ως τροφοδότη της απλής εμπορευματικής παραγωγής.}

Οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν πρόβλημα για την απλή εμπορευματική παραγωγή στην ελληνική (και όχι μόνο) γεωργία εφόσον η αγροτική ιδιότητα συνδέεται με κοινοτικές και εθνικές επιδοτήσεις, [7] και εφόσον -όπως μας λέει ο K. Βεργόπουλος- η μικροαγροτική οικογενειακή εκμετάλλευση «λόγω της οργανικής αδυναμίας του οικογενειακού αγρότη, καθιστά αναγκαία τη σύμμειξη του κράτους, μέσα στη φιλελεύθερη εποχή μας.» [8]

Το πρόβλημα αυτό κατά τους συγγραφείς της «έκθεσης» για τη γεωργία είναι ιδιαίτερα σημαντικό αφού «το απασχολούμενο εργατικό δυναμικό στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις της χώρας καταβάλλει κατά μέσον όρο μόλις το 40% του χρόνου εργασίας που θ' απέδιδε αν ήταν πλήρως απασχολούμενο στη γεωργία», [9] -όπου 100% = 1800 ώρες [10] ή 225 ημέρες * 8 ώρες- πραγματοποιώντας κατά μέσο όρο «μόνον 90 μεροκάμματα» στη γεωργία» [11] ή 225 * 0,4. Έτσι: «Μεγάλος αριθμός των εργαζομένων στις γεωργικές εκμ/σεις δεν πληροί (κατά μέσον όρο) το κριτήριο απασχόλησης που θέλει ίσωςνα θέσει το ‘‘μητρώο αγροτών'' για το χαρακτηρισμό κάποιου ως κατά κύριο επάγγελμα αγρότη!» [12] (Τα italicsδικά μου.)

Παρατήρηση: «Ίσως» γράφουν. Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα ερμηνείας· δες στη συνέχεια.

Εκδηλώνουν επομένως με σαφήνεια την αντίθεσή τους στο μητρώο αγροτών -και τα παρεπόμενά του:

«Η γεωργία είναι η βάση για την τοπική ανάπτυξη. Από μόνη της όμως δεν επαρκεί για να δώσει ικανοποιητική απασχόληση και εισόδημα. Την αναγκαία -για τη διατήρηση της γεωργίας- πολυαπασχόληση των αγροτών στις φθίνουσες περιοχές πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους η αγροτική και οι άλλες πολιτικές όταν εφαρμόζουν μέτρα υπέρ μόνο των κατά κύριο επάγγελμα γεωργών.» [13]

Κι αυτό σημαίνει πως πρέπει: «Να γίνεται σε επιλεγμένες ζώνες πιο χαλαρός ο ορισμός του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, προκειμένου για γεωργικές παραγωγικές και επενδυτικές ενισχύσεις», έτσι που: «Το μητρώο των αγροτώννα μη χρησιμοποιηθεί για αυθαίρετες και απόλυτες κατηγοριοποιήσεις και διαχωρισμούς σε ‘‘αγρότες'' ή ‘‘μη αγρότες''.» [14]

Και καταλήγουν: «Τα κριτήρια» -ορισμού του αγρότη- «πρόκειται να καταργηθούν ως αναχρονιστικά. Η γενικευμένη χρησιμοποίησή τους στη χώρα μας θα ήταν μεγάλο σφάλμα» δεδομένου πρώτον ότι είναι αντικειμενικά δύσκολη η εκτίμηση των ποσοστών που τίθενται για έναν τέτοιο ορισμό («Ποιος μπορεί να εκτιμήσει αντικειμενικά και με ακρίβεια»;) και δεύτερον ότι «Ο ορισμός αυτός αποκλείει τους αγρότες στις φθίνουσες αγροτικές περιοχές και μάλιστα τους νέους, που για να συμπληρώσουν ένα ανθρώπινο εισόδημα επιδίδονται και σε άλλες εξω-γεωργικές δραστηριότητες.» [15]

{Το σφάλμα είναι σοβαρότερο όταν οι φθίνουσες είναι και «ευαίσθητες αγροτικές περιοχές» [16] . }

Εξάλλου: «Αν ο ορισμός εφαρμοζόταν αντικειμενικά και με ακρίβεια θα ‘‘αποχαρακτήριζε'' δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες ιδίως των νησιωτικών και ορεινών περιοχών. Θα ‘‘αποχαρακτήριζε'' ακόμα και τον στατιστικά ‘‘τυπικό'' έλληνα γεωργό, που σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές δεν πληροί κανένα από τα δύο παρωχημένα ‘‘εοκικά'' κριτήρια!» [17]

Έχοντας υπ' όψη μας αυτά, θα διατυπώσω αμέσως ένα πρώτο συμπέρασμα: στο μέτρο που η πολυαπασχόληση αποτελεί έναν τροφοδότη της συντήρησης - ανάδυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής, η (τεχνοκρατική) υπεράσπισή της (ως δυνατότητα) αποτελεί (πολιτική - ταξική) υπεράσπιση στη δυνατότητα συντήρησης - ανάδυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής και της μικροαστικής αγροτικής τάξης, προς όφελος της (εν γένει) κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας. Κι αυτή είναι η «γραμμή» της «έκθεσης Σπράου» για τη γεωργία, αντίθετα από τους (αβάσιμους θεωρητικά) οικονομίστικους (και λαϊκίστικους εν τέλει) ισχυρισμούς (του συρμού) περί δήθεν προώθησης κι απ' αυτήν την «έκθεση» της στρατηγικής της καπιταλιστικοποίησης της ελληνικής γεωργίας.

Ας δούμε όμως μερικά ακόμη (βασικά) σημεία σχετικά με τη διάσταση του φαινόμενου της πολυαπασχόλησης, αλλά και το πλαίσιο πολιτικής μέσα στο οποίο

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Αναλογία (%) των κατόχων - αρχηγών γεωργικών εκμεταλλεύσεων, των συζύγων και των άλλων μελών της οικογενειακής εκμετάλλευσης με άλλη κερδοσκοπική δραστηριότητα εκτός της αγροτιικής σε χώρες μέλη της Ε.Ε. - 1993

ΕΕ12

Βελγ.

Δαν.

Γερμ.

Ελλ.

Ισπ.

Γαλλ.

Ιρλ.

Ιταλ.

Λουξ.

Ολλ.

Πορ.

Η.Β.

Αρχ.

28,0

18,5

29,6

44,8

29,7

34,5

24,2

33,1

26,8

16,8

24,3 (α)

-

30,7

Συζ.

18,1

15,0

29,6

13,4

14,9

19,7

21,5

36,9

22,5

12,5

8,7

-

35,9

Μέλη (α)

37,5

23,3

:

29,4

31,5

47,0

19,6

49,6

40,7

13,6

:

45,3

33,7

: Μη διαθέσιμα στοιχεία.

- Kαθόλου.

(α) Δικοί μου υπολογισμοί.

Πηγή: Eurostat, FarmStructure 1993 survey: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

αυτή η πολυαπασχόληση λειτουργεί, ώστε να ανιχνεύσουμε περαιτέρω και τη διάσταση της υπεράσπισής της ως υπεράσπιση της μικρής οικογενειακής γεωργίας.

Η ελληνική γεωργία -όπως δείχνει ο πίνακας 1- δεν είναι μια γεωργία της μερικής απασχόλησης - πολυαπασχόλησης περισσότερο απ' ό,τι είναι οι γεωργίες άλλων χωρών της Ε.Ε. Απεναντίας μάλιστα: τα μεν ποσοστά εξωοικογενειακής απασχόλησης των αρχηγών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που εμφανίζει η ελληνική γεωργία είναι μικρότερα από τα αντίστοιχα χωρών όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα δε ποσοστά εξωοικογενειακής απασχόλησης των συζύγων και των άλλων μελών της ελληνικής αγροτικής οικογενειακής εκμετάλλευσης υπολείπονται του μέσου όρου της Ε.Ε. 12.

Από τον πίνακα 1 προκύπτει και κάτι ακόμα: όταν συζητάμε για το καθεστώς των επιδοτήσεων σε σύνδεση με την πολυαπασχόληση στην ελληνική γεωργία -με την έννοια που επιχείρησα να δείξω-, συζητάμε για ποσοστά κάτω από το 30%: όσο είναι το ποσοστό των εμφανιζόμενων ως αρχηγών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που έχουν και άλλη δραστηριότητα πλην της αγροτικής. Αν κι αυτό το ποσοστό δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο πάντως δεν πρέπει και να ξεχνάμε το άλλο 70%+ που -υποστηρίζω, κατ' αρχήν- δε θίγεται από τα οικονομικά παρεπόμενα του μητρώου αγροτών.

Και υποστηρίζω ότι ποσοστό 70%+ -κατ' αρχήν ή με βάση τα στατιστικά στοιχεία που διαθέτω- δε θίγεται -αντίθετα από την καθολικότητα του προβλήματος που παρουσιάζεται από την «έκθεση»- με το απλό επιχείρημα ότι για το καταγραφόμενο ως μη-πολυαπασχολούμενο τμήμα των κατόχων - αρχηγών δεν ανακύπτει καν ζήτημα κριτηρίων: σύγκρισης αγροτικού και μη χρόνου εργασίας, αγροτικών και μη εισοδημάτων. {Ειδικότερα ως προς τον ιδεότυπο της Μ.Α.Ε. των 1750 ωρών το χρόνο που εισάγεται με υπουργική απόφαση θεωρώ (συνεπώς) ότι αφορά στους καταγραμμένους ως πολυαπασχολούμενους αγρότες ειδικά και όχι στους αγρότες γενικά, ή πως μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό της αγροτικής ιδιότητας κριτήριο όταν τίθεται ζήτημα σύγκρισης αγροτικής και εξωαγροτικής απασχόλησης.}

Βρισκόμαστε πάντως εδώ στο ερώτημα ερμηνείας που θεώρησα ότι αναδεικνύεται από την «έκθεση». Αν η αγροτική ιδιότητα εξαρτιώταν γενικά -ανεξαρτήτως του κριτηρίου του εισοδήματος- όχι απλώς από τον ατομικό χρόνο αγροτικής εργασίας εν σχέσει με το συνολικό ατομικό χρόνο εργασίας αλλά από τον ατομικό χρόνο εργασίας εν σχέσει προς τον ατομικό ιδεότυπο ενός full time εργαζομένου -των x ωρών εργασίας το χρόνο- τότε πράγματι και για τους μη-πολυαπασχολούμενους αγρότες της ελληνικής γεωργίας θα ετίθετο ζήτημα (μαζικού) αποχαρακτηρισμού, αφού το 65,5% απ' αυτούς εμφανίζεται με ατομικό χρόνο εργασίας κάτω του 50% του θεωρούμενου ως full time εργαζομένου από την κοινοτική στατιστική, όπως μας δείχνει ο πίνακας 2.

Αλλά, απ' τον ίδιο πίνακα βλέπουμε ότι δε θα εμφανιζόταν ζήτημα μαζικού αποχαρακτηρισμού μονάχα των αγροτών της ελληνικής γεωργίας στη βάση μιας τέτοιας ερμηνείας του κριτηρίου απασχόλησης. Το 60% των αγροτών της Ε.Ε. (12) θα έχανε επίσης την αγροτική του ιδιότητα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

Ποσοστιαία αναλογία (%) των κατόχων - αρχηγών των αγροτικών εκμεταλλεύσεων με χρόνο αγροτικής εργασίας πάνω από το 50% του χρόνου εργασίας ενός full time εργαζομένου σε χώρες μέλη της Ε.Ε. - 1993

ΕΕ12

Bέλγ.

Δαν.

Γερμ.

Ελλ.

Ισπ.

Γαλλ.

Ιρλ.

Ιταλ.

Λουξ.

Ολλ.

Πορ.

Η.Β.

t >

50%

40

69,6

70,1

48,1

34,5

31,7

64,4

83,5

26,3

79,2

84,5

47,1

62,5

Πηγή: Eurostat, FarmStructure 1993 survey: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

Θα επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για μια πολιτική (του ευρωπαϊκού κεφαλαίου) δραστικής συρρίκνωσης της απλο-εμπορευματικής γεωργίας, που εκτιμάω -δες πιο κάτω- δε συνάδει με τις γενικότερες ταξικές του επιλογές, όπως αυτές διαφαίνονται από το γενικό πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (Κ.Α.Π.)

Εξάλλου δεν είναι δυνατό να συγκριθούν ανόμοια πράγματα ως γνωστόν. Πέρα από τις γενικές ιδιαιτερότητες της γεωργίας -σε σχέση με τη δραστηριότητα στους λοιπούς τομείς της οικονομίας-, και μέσα στα πλαίσιά της ακόμα, το είδος των επικρατούντων κλάδων παραγωγής -εκτός των άλλων- ισχυρίζομαι πως διαφοροποιεί την έννοια του αγροτικού χρόνου εργασίας ριζικά μεταξύ των διάφορων κοινωνικών σχηματισμών.

Αν υποθέσουμε -σ' ένα επίπεδο αναγκαίας αφαίρεσης ασφαλώς- πως οι εδαφο-κλιματολογικές συνθήκες στις νότιες μεσογειακές χώρες της Ε.Ε. προσομοιάζουν κι αν επίσης υποθέσουμε -σ' ένα επίπεδο αναγκαίας αφαίρεσης και πάλι- πως υπάρχει συσχέτιση αυτών των συνθηκών και των επικρατούντων κλάδων, ο πίνακας 2 αποτυπώνει σε γενικές γραμμές τον πιο πάνω ισχυρισμό, καθώς μας δείχνει τη σχετική κοινότητα ποσοστών μεταξύ Ελλάδας - Ισπανίας - Ιταλίας ως προς τον χρόνο εργασίας των κατόχων - αρχηγών των αγροτικών εκμεταλλεύσεων -για το όριο του πάνω από το 50% χρόνου εργασίας εν σχέσει προς τον ιδεότυπο ενός full time εργαζομένου- και τη μεγάλη κοινή τους απόκλιση με τις λοιπές χώρες της Ε.Ε. -παρά τις σημαντικές ανομοιότητες της γεω-δομικής τους διάρθρωσης. [18]

Άρα: το μητρώο αγροτών σαν φορέας πολιτικής διάλυσης της μικρής οικογενειακής γεωργίας -εκτιμάω- επιπίπτει -κατά βάση- στους πολυαπασχολούμενους κατόχους - αρχηγούς αγροτικών εκμεταλλεύσεων δηλαδή μπορεί (δυνητικά) να παράγει ταξικά αποτελέσματα στο 30% περίπου των αγροτικών νοικοκυριών της χώρας· με την επιφύλαξη επί των στατιστικών στοιχείων.

Αν λάβουμε (όμως) υπ' όψη μας πως η πολυαπασχόληση των κατόχων - αρχηγών -όπως δείχνει ο πίνακας 3- σχετίζεται αρνητικά με το μέγεθος (έκταση) των αγροτικών εκμεταλλεύσεων συνάγουμε και ότι η (τεχνοκρατική) υπεράσπιση -από την «έκθεση Σπράου»- στην πολυαπασχόληση και την οικογενειακή γεωργία είναι «γραμμή» (πολιτικής - ταξικής) υπεράσπισης -όχι απλώς της απλο-εμπορευματικής γεωργίας, αλλά υπεράσπισης ακόμα και- στις «εσχατιές» της μικρής οικογενειακής γεωργίας· για μεγάλο μέρος της οποίας θα μπορούσε (βάσιμα) να υποτεθεί πως δεν προσφέρει η εξωαγροτική απασχόληση το επικουρικό έσοδο αλλά αντιθέτως (μάλλον) η γεωργική απασχόληση προσφέρει το επικουρικό έσοδο

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

Αναλογία των κατόχων - αρχηγών των ελληνικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων με άλλη κερδοσκοπική δραστηριότητα εκτός της αγροτικής κατά τάξεις μεγέθους - 1993

<5

34,4

5<20

15,8

20<50

9,3

³50

8,5

Πηγή: Eurostat, FarmStructure 1993 survey: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

εν σχέσει με τη μη-γεωργική. Κι αυτό είναι ένα δεύτερο συμπέρασμα πάνω στην «έκθεση».

Koινή Αγροτική Πολιτική και μικρό αγροτικό νοικοκυριό

Θα μπορούσε βέβαια να διερωτηθεί κανείς: πώς τους προέκυψε αυτή η υπεράσπιση;

Στο σημείο αυτό λοιπόν -και κλείνοντας τούτην την αναλυτική μου απόπειρα- θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ -έστω και επιγραμματικά- στο γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η «γραμμή» Σπράου. Γιατί προφανώς δεν έπεσε ως «μάννα εξ ουρανού» στους τεχνοκράτες μας η «φαεινή ιδέα» της «μετ' επιτάσεως» ταξικής υπεράσπισης στην αγροτική μικροαστική τάξη και τη μικρή απλο-εμπορευματική γεωργία.

Κι αυτό το γενικό πλαίσιο δεν είναι άλλο από την Κ.Α.Π., όπως αυτή τροποποιήθηκε το 1992.

Οι όροι του διεθνούς ανταγωνισμού -GATT (νυν ΠΟΕ / WTO) - γύρος της Ουρουγουάης- μα και η συσσώρευση πλεονασματικών αγροτικών προϊόντων, οδήγησαν σε κρίσιμες αλλαγές της Κ.Α.Π. [19]

Οι αλλαγές αυτές σχηματοποιούνται σε δυο (αλληλένδετες) πολιτικές: μείωση τιμών + μείωση της παραγωγής.

Και οι δυο αυτές πολιτικές οδηγούν σ' ένα κοινό αποτέλεσμα: στο (τριπλό) χτύπημα των μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων.

α. Μείωση τιμών: «Η εν λόγω μεταρρύθμιση χαρακτηρίζεται κυρίως από τον επαναπροσανατολισμό μιας πολιτικής στήριξης για τις τιμές, προς μια πολιτική περισσότερο επικεντρωμένη στις άμεσες ενισχύσεις στους παραγωγούς». Στόχος της μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής η «μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας, τόσο στην εσωτερική όσο και στη διεθνή αγορά, μέσω μιας ουσιαστικής μείωσης των τιμών, που θα παράσχει τη δυνατότητα να ενθαρρυνθεί η αύξηση της εσωτερικής χρησιμοποίησης και να διευκολυνθεί η διάθεση στη διεθνή αγορά.» [20]

β. Μείωση της παραγωγής: Στόχος της μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής η «καλύτερη ισορροπία των γεωργικών αγορών,. .. με τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της παραγωγής». Στην κατεύθυνση αυτή προωθείται η «εκτατικοποίηση των μεθόδων παραγωγής, που θα συμβάλλει. .. στη μείωση των γεωργικών πλεονασμάτων». [21] Αλλά: «Για την προώθηση εκτατικότερων μεθόδων παραγωγής, οι αντισταθμιστικές ενισχύσεις αποσυνδέονται από τα πραγματικά επίπεδα παραγωγής, ή, στην περίπτωση της εκτροφής βοοειδών, χορηγούνται εντός των ορίων ορισμένου αριθμού ζώων ανά εκτάριο διαθέσιμης έκτασης με κτηνοτροφικά σιτηρά». [22]

Στην κατεύθυνση αυτή μείωσης της παραγωγής, όπως επισημαίνει ο Ν.Ν. Μαραβέγιας, «Η βασική αρχή των σταθεροποιητών» που «συνίσταται στον δοκιμασμένο στο παρελθόν μηχανισμό μείωσης του επιπέδου στήριξης, όταν αυξάνεται η παραγωγή πάνω από ένα καθορισμένο όριο», ως «μηχανισμός... αφ' ενός γενικεύται και περιλαμβάνει το σύνολο σχεδόν των βασικών αγροτικών προϊόντων, αφ' ετέρου δε, η εφαρμογή του αποφασίζεται από την Επιτροπή των Ε.Κ. και όχι από το Συμβούλιο Υπουργών, όπως στο παρελθόν. Ο τρόπος εφαρμογής έχει μεγάλη σημασία, διότι η Επιτροπή μπορεί σχεδόν αυτόματα να αποφασίζει τη μείωση της στήριξης και μάλιστα χωρίς περιορισμούς, όπως στο παρελθόν, και χωρίς καθυστερήσεις.» [23]

Επομένως η νέα Κ.Α.Π. επιφέρει (ευθέως) τριπλό πλήγμα στις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις: με τη μείωση των τιμών, μέσω της πολιτικής επαναπροσανατολισμού από τη στήριξη στις τιμές προς εισοδηματικές ενισχύσεις, με την αποσυσχέτιση αυτών των ενισχύσεων από την παραγωγή και με τη γενίκευση - αυτοματοποίηση των (επί ποινή) ποσοτικών περιορισμών στην παραγωγή.

Γράφει σχετικά ο Βεργόπουλος: «Κατά την τελευταία τριετία, οι επιδοτήσεις του αγροτικού κόσμου μέσω στήριξης τιμών περιορίζονται δραματικά και οι τιμές των αγροτικών προϊόντων φθίνουν. .. Μεταβάλλεται, έτσι ραγδαία, η φύση της ΚΑΠ. .. Μειώνεται η προστατευόμενη παραγωγή. .. παύει η στήριξη μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων, αλλά ενισχύεται για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.» [24]

Η αναμορφωμένη κοινή αγροτική πολιτική «εφόσον οδηγεί σε γενική πτώση τιμών, στην κατάργηση εγγυήσεων για απεριόριστες ποσότητες και σε κυρώσεις συνυπευθυνότητας, όταν η παραγωγή υπερβαίνει κάποιο όριο, διογκώνει τελικά το συνολικό κόστος για τον παραγωγό. Ενώ το παλαιό σύστημα της ΚΑΠ με τις απεριόριστες εγγυήσεις ευνοούσε, σε τελευταία ανάλυση, τους μεγάλους παραγωγούς που διαθέτουν αφθονία εδάφους και παραγωγικών συντελεστών, η νέα ΚΑΠ πλήττει μοιραία τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις και τις αποκλείει από το σημερινό σύστημα των άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων.» [25]

Εν τέλει: «Η προβλεπόμενη για το μέλλον διεθνής διολίσθηση γεωργικών τιμών αποθαρρύνει τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη διαρκή άνοδο τιμών και κερδών, ενώ αφήνει ελεύθερο το πεδίο για την εμπέδωση των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων, στις οποίες συγχέεται η έννοια του επιχειρηματικού κέρδους με εκείνη της προσωπικής αμοιβής.» [26]

Ή -με όρους της δικής μου προσέγγισης- η νέα Κ.Α.Π. πλήττοντας τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις (εν γένει) πλήττει ανεπανόρθωτα τις προϋποθέσεις κερδοφορίας - (διευρυμένης) αναπαραγωγής οπωσδήποτε μιας καπιταλιστικού τρόπου επιχείρησης, επιτείνοντας έτσι τους όρους αποβολής του Κ.Τ.Π. εκ της γεωργίας και παραπέρα εμπέδωσης κυρίως του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής. [27]

Ενός τρόπου παραγωγής όπου η (οικογενειακή), μικρής κλίμακας παραγωγής, εκμετάλλευση θα συνεχίσει λειτουργούσα και για τιμές χωρίς κέρδος -βασιζόμενη στην απλήρωτη οικογενειακή εργασία- και για τιμές κάτω ακόμα και του κόστους παραγωγής -βασιζόμενη στα επικουρικά εισοδήματα των μελών της συλλογικής οντότητας. [28]

Όταν όμως οι αγροτικές τιμές πέφτουν και οι όροι εμπορίου γεωργίας - βιομηχανίας εξελίσσονται αρνητικά για την πρώτη, [29] σύμφωνα με τις ταξικές αναγκαιότητες του κεφαλαίου -και των κρατικών και διακρατικών σχηματισμών του-, και όταν η κλίμακα παραγωγής περιορίζεται, τότε και η πολυαπασχολούμενη μικρή απλο-εμπορευματική οικογενειακή γεωργία αποτελεί μια (πολιτική - ταξική) επιλογή του κεφαλαίου. Και τότε εντολοδόχοι τύπου Σπράου κ.λπ. θα ξιφουλκούν -αοράτως είναι αλήθεια για τους εγχώριους οικονομιστές- υπέρ του μικρού πολυδραστήριου αγροτικού νοικοκυριού και της αγροτικής μικροαστικής τάξης.

«Δυο» λόγια ως... «επιμύθιο».

Εάν έχει ένα νόημα -από την άποψη του μαχόμενου μαρξισμού στη σύγχρονη εποχή- η διερεύνησή μας πάνω στις τάσεις ταξικής εξέλιξης στον αγροτικό χώρο, [30] αυτό έχει -κατά τη γνώμη μου- να κάνει πρωτίστως με την ανάγκη οριοθέτησης από τις (ποικιλόμορφες) θέσεις και πολιτικές αποσιώπισης της -υπό την αίρεση της ταξικής πάλης- αναπαραγόμενηςδιακριτότητας ταξικών θέσεων εργατικής - (φτωχής αγροτικής) μικροαστικής τάξης. Η οριοθέτηση αυτή προδιαγράφει τα όρια χάραξης της πολιτικής συμμαχιών για το (δυνητικό) επαναστατικό υποκείμενο -στον αντίποδα της νόθευσης μιας (αναζητούμενης) κομμουνιστικής εργατικής στρατηγικής εκ της μικροαστικής εκδοχής της συντήρησης - ατομικής ιδιοκτησίας κάτω από κεφαλαιοκρατική κυριαρχία- περιγράφοντας τις τακτικές (πολιτικές) συγκλίσεις της εργατικής με την αγροτική μικροαστική τάξη στη συγκυρία ως (δυνητικές) συγκλίσεις μεταξύ διακριτών ιστορικών τάξεων συγκροτούμενων εντός διακριτών ιστορικών τρόπων παραγωγής που αναπαράγονται υπό ταξικές προϋποθέσεις στο ιστορικό πεδίο ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

Βιβλιογραφία.

Βεργόπουλος, Κ., «Αγροτικό ζήτημα. Μια απαγορευμένη συζήτηση», Ειρμόςτ. 1, 1998.

Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, L. 142, 40ό έτος, 2 Ιουνίου 1997, Νομοθεσία, Κανονισμός (ΕΚ) αιρθ. 950/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαϊου 1997, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων.

Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, Ανταγωνιστική Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη - Κύρια διαρθρωτικά προβλήματα και αντιμετώπισή τους, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1998.

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Η Κατάσταση της Γεωργίας στην Κοινότητα - Έκθεση 1992, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο - 1993.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 181, 31 Αυγούστου 1995, Νόμος Υπ' Αριθ. 2332, Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και άλλες διατάξεις.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 173, 1 Σεπτεμβρίου 1997, Νόμος Υπ' Αριθ. 2520, Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαιδεύσης, Κατάρτισις και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Δεύτερο, Αρ. Φύλλου 480, 19 Μαϊου 1998, Υπουργικές Αποφάσεις και Εγκρίσεις, Αριθ.: 322501/2290, Πρόγραμμα συμπληρωματικών Μέτρων υπέρ των νέων αγροτών.

Eurostat, FarmStructure 1993: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

Μαραβέγιας, Ν.Ν., Η Διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και η Ελληνική Γεωργία στη Δεκαετία του '90, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1992.

Οικονομάκης, Γ.Η., «Το Ζήτημα της Καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα (Με Αφορμή την «Έκθεση Σπράου» για τη Γεωργία)», Θέσεις, τ. 65, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1998.

Οικονομάκης, Γ.Η., «Το Ζήτημα της Καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα (Με Αφορμή την «Έκθεση Σπράου» για τη Γεωργία)», Θέσεις, τ. 66, Ιανουάριος - Μάρτιος 1999.

Υπουργείο Γεωργίας, Αθήνα 25-7-1997, Θέμα: Κίνητρα και οικονομικές ενισχύσεις για την επιτάχυνση της προσαρμογής των γεωργικών διαρθώσεων στα πλαίσια του Καν. 2328/91, όπως αυτός αντικαταστάθηκε από τον Καν. 950/97 Ε.Ε., Απόφαση Αρ.: 277, φωτοτυπημένο ανάτυπο.


[1] Eυχαριστίες στους Βαγγέλη Καζάζη και Πόπη Θεοφιλίδου για το ερευνητικό υλικό που μου παρείχαν.

[2] Γ.Η. Οικονομάκης, «Το Ζήτημα της Καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα (Με Αφορμή την «Έκθεση Σπράου» για τη Γεωργία)», Θέσεις, τ. 66, Ιανουάριος - Μάρτιος 1999.

[3] Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, Ανταγωνιστική Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη - Κύρια διαρθρωτικά προβλήματα και αντιμετώπισή τους, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1998.

[4] Γ.Η. Οικονομάκης, ό.π., σ. *

[5] στο ίδιο, σ. 71.

[6] Δες, Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 181, 31 Αυγούστου 1995, Νόμος Υπ' Αριθ. 2332, Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και άλλες διατάξεις.

[7] Κι αυτό πράγματι συμβαίνει. Δες σχετικά: Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, L 142, 40ό έτος, 2 Ιουνίου 1997, Νομοθεσία, Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 950/97 του Συμβουλίου, της 20ής Μαϊου 1997, για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των γεωργικών διαρθρώσεων. Υπουργείο Γεωργίας, Αθήνα 25-7-1997, Θέμα: Κίνητρα και οικονομικές ενισχύσεις για την επιτάχυνση της προσαρμογής των γεωργικών διαρθρώσεων στα πλαίσια του Καν. 2328/91, όπως αυτός αντικαταστάθηκε από τον Καν. 950/97 Ε.Ε., Απόφαση Αρ.: 277, φωτοτυπημένο ανάτυπο. Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 173, 1 Σεπτεμβρίου 1997, Νόμος Υπ' Αριθ. 2520, Μέτρα για τους νέους αγρότες, σύσταση Οργανισμού Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης και άλλες διατάξεις. Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Δεύτερο, Αρ. Φύλλου 480, 19 Μαϊου 1998, Υπουργικές Αποφάσεις και Εγκρίσεις, Αριθ.: 322501/2290, Πρόγραμμα συμπληρωματικών Μέτρων υπέρ των νέων αγροτών. - Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η επιδοτήσεις αντιστοιχούνται στον κάτοχο - αρχηγό της αγροτικής εκμετάλλευσης. Απ' αυτήν την άποψη το όποιο συζητούμενο πρόβλημα αφορά στην (αγροτική ή μη) ιδιότητα του εμφανιζόμενου ως κατόχου - αρχηγού της εκμετάλλευσης. - Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι υπό προϋποθέσεις το καθεστώς ενισχύσεων υφίσταται και για γεωργικές εκμεταλλεύσεις των οποίων ο κάτοχος, απασχολείται μεν κατά το 50% (τουλάχιστον) του συνολικού χρόνου απασχόλησής του στην αγροτική εκμετάλλευση αλλά, αντλεί το 25% (τουλάχιστον, και όχι το 50%) του συνολικού εισοδήματός του εκ της γεωργικής του απασχόλησης· δες σχετικά Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 950/97, άρθρο 5, παράγραφος 1, Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ό.π., σ. 5, και Απόφαση Αρ.: 277, των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, Υπουργείο Γεωργίας, ό.π., σ. 3.

[8] Κ. Βεργόπουλος, «Αγροτικό ζήτημα. Μια απαγορευμένη συζήτηση», Ειρμόςτ. 1, σ. 19. - Θέση που υπονοεί ότι οι αγρότες αναγκάζονται να παράγουν για τιμές κάτω του κόστους απλής αναπαραγωγής.

[9] Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, ό.π., σ. 5-6.

[10] Σχετικά στο ίδιο, σ. 6.

[11] στο ίδιο, σ. V.

[12] στο ίδιο, σ. 22. - Ως μέτρο σύγκρισης αγροτικής και εξωαγροτικής απασχόλησης ορίζεται -Υπουργικές Αποφάσεις και Εγκρίσεις, Αριθ.: 322501/2290, άρθρο 8, παράγραφος 2- η «Μονάδα ανθρώπινης Εργασίας (ΜΑΕ)» Ως Μ.Α.Ε. «Θεωρείται η εργασία 1750 ωρών που προσφέρεται κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους και σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης σε όλους τους τομείς της οικονομίας ανεξάρτητα πραγματικού γεγονότος. Αυτό σημαίνει ότι ο συνολικός ετήσιος χρόνος απασχόλησης ανά άτομο στην αγροτική εκμετάλλευση και έξω απ' αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει τις 1750 ώρες ετησίως.» Δεδομένου αυτού: «Ο υπολογισμός των απαιτούμενων ΜΑΕ για την κανονική λειτουργία της εκμετάλλευσης γίνεται με βάση το είδος των δραστηριοτήτων και τους σχετικούς δείκτες που εκδίδονται για το σκοπό αυτό.» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Δεύτερο, Αρ. Φύλλου 480, ό.π., σ. 5164-5167.)

[13] Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, ό.π., σ. VIII.

[14] στο ίδιο, σ. XV.

[15] στο ίδιο, σ. 71.

[16] στο ίδιο, σ. 75.

[17] στο ίδιο, σ. 72. - Ίσως είναι σχετικά υπερβολικές αυτές οι εκτιμήσεις κι αυτό έχει να κάνει με το ερώτημα ερμηνείας που επισήμανα· δες σχετικά πιο κάτω. - Θα πρέπει πάντως να ειπωθεί εδώ ότι ο κ. Σπράος και οι συν αυτώ παραβιάζουν στο θέμα του πιο χαλαρού ορισμού του κατά κύριο επάγγελμα αγρότηπροκειμένου περί ενισχύσεων για επενδύσειςσε επιλεγμένες ζώνεςκαι ευαίσθητες αγροτικές περιοχές (ήδη) ανοικτές πόρτες. Στη βάση της κοινοτικής νομοθεσίας προβλέπεται για παράδειγμα στην Απόφαση Αρ.: 277, των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών: «Δικαιούχος του καθεστώτος» -ενισχύσεων για επενδύσεις στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις-«δύναται να κριθεί το φυσικό. .. πρόσωπο» ακόμα και αν δεν πληροί την ιδιότητα του κατά κύρια απασχόληση γεωργού εφόσον «είναι μόνιμος κάτοικος των Νησιών του Αιγαίου (πλην Κρήτης και Εύβοιας) και αντλεί τουλάχιστον το 25% του συνολικού του εισοδήματος από τη γεωργική του εκμετάλλευση.» (Υπουργείο Γεωργίας, ό.π.)

[18] Για το 1993 δες Eurostat, Βασικές Στατιστικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

[19] Σύμφωνα με το Ν.Ν. Μαραβέγια: Βασικό παράγοντα στην κατεύθυνση της μεταρρύθμισης της Κ.Α.Π. αποτελεί «η διεθνής πίεση που ασκείται για τη μείωση ή / και κατάργηση της προστασίας και της στήριξης της γεωργίας σ' όλες τις χώρες του Κόσμου. Η διεθνής αυτή πίεση συγκεκριμενοποιείται με τις διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης στα πλαίσια της GATT (...) και καθοδηγείται από τις ΗΠΑ.» (Ν.Ν. Μαραβέγιας, Η Διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης και η Ελληνική Γεωργία στη Δεκαετία του '90, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1992, σ. 93.) Κατά τον ίδιο: «Η σύγκρουση των συμφερόντων στις παγκόσμιες αγορές ήταν αναπόφευκτη, κυρίως μεταξύ των δύο μεγαλύτερων εξαγωγέων που είναι οι ΗΠΑ και η Ε.Κ., των οποίων η αγροτική παραγωγή αυξάνεται συνεχώς λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας, χωρίς να αυξάνεται η παγκόσμια ζήτηση.

»Η αύξηση της παραγωγής οδηγεί στη δημιουργία αποθεμάτων και η δημιουργία αποθεμάτων στην αύξηση των δαπανών, σε μια περίοδο που σ' όλες τις χώρες γίνεται προσπάθεια μείωσης της κρατικής παρέμβασης. Συνεπώς, η ανάγκη για ριζική μεταρρύθμιση των αγροτικών πολιτικών υιοθετείται απ' όλες τις χώρες και οι διαπραγματεύσεις της GATT αποτελούν μια ευκαιρία για συντονισμένη και συλλογική απόφαση»· (στο ίδιο, σ. 94-95). Και προσθέτει: Η πίεση ειδικότερα των ΗΠΑ «στηρίζεται πολιτικά στα συμφέροντα των Αμερικανών παραγωγών σιτηρών, στην ανάγκη μείωσης του τεράστιου εμπορικού ελλείματος... και, βέβαια, των δαπανών του προϋπολογισμού τους»· (στο ίδιο, σ. 95).

[20] Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Η Κατάσταση της Γεωργίας στην Κοινότητα - Έκθεση 1992, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο - 1993, σ. 10.

[21] στο ίδιο.

[22] στο ίδιο, σ. 11. - Η πολιτική στήριξης των τιμών και συσχέτισης επιδότησης - παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα να «επωφελούνται οι μεγαλύτερες και περισσότερο αποδοτικές εκμεταλλεύσεις» καθώς «όσο περισσότερη παραγωγή διαθέτει στην αγορά ή στον οργανισμό συγκέντρωσης μια εκμετάλλευση, τόσο περισσότερο επωφελείται από τους μηχανισμούς στήριξης. Ορισμένοι υπολογισμοί που έγιναν από την Επιτροπή των Ε.Κ. αναφέρουν ότι το 80% των χρηματικών πόρων που διατίθενται για τη στήριξη των τιμών κατευθύνεται στο 20% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων» με «αποτέλεσμα να ενισχύονται οι αποδοτικότερες και μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις και να γίνονται ακόμη αποδοτικότερες.» (Ν.Ν. Μαραβέγιας, ό.π., σ. 67.) - Σχετικά με το θέμα αυτό των αναλογικών επιδοτήσεων και των επιπτώσεών τους ανάλογη με του Μαραβέγια προβληματική και στοιχεία παρατίθενται και στην «έκθεση Σπράου». (Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, ό.π., σ. 62.)

[23] Ν.Ν. Μαραβέγιας, ό.π., σ. 71.

[24] Κ. Βεργόπουλος, ό.π., σ. 17.

[25] στο ίδιο, σ. 23.

[26] στο ίδιο, σ. 19.

[27] Δες σχετικά, Γ.Η. Οικονομάκης, ό.π., σ. *

[28] στο ίδιο, σ. *

[29] Για την περίοδο 1981-1995: «Δυσμενώς εξελίχτηκαν. .. οι όροι εμπορίου»για τη γεωργία. «Η σχέση του δείκτη ονομαστικών τιμών τελικού προϊόντος προς το δείκτη τιμών αγοραζόμενων εισροών εμφάνισε επιδείνωση με Μ.Ε.Ρ.» (Μέσο Ετήσιο Ρυθμό) «της τάξης... του 0,5%.» (Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, ό.π., σ. 4.)

[30] Δες σχετικά, Γ.Η. Οικονομάκης, π.έ. και Γ.Η. Οικονομάκης, «Το Ζήτημα της Καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα (Με Αφορμή την «Έκθεση Σπράου» για τη Γεωργία)», Θέσεις, τ. 65, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1998.