Η ΟΝΕ, ΟΙ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ*
του Guglielmo Carchedi
μετάφραση Αλεξάνδρα Βαρζώκα
επιμέλεια Ανδριάνα Βλάχου

Μέρος Α΄

1. Εισαγωγή

Η οικονομική ολοκλήρωση της Ευρώπης θα φτάσει ένα υψηλότερο στάδιο με τη δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας βομβαρδίζουν καθημερινά με αναφορές και αναλύσεις που, εξαιτίας της ιδεολογικής και απολογητικής φύσης τους, είναι ανίκανες να αποκαλύψουν τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν αυτή τη διαδικασία. Έτσι η ξαφνική έκρηξη νομισματικών κρίσεων, η τελευταία από τις οποίες έλαβε χώρα συνέβη το 1994-95, έχει αποδοθεί σε καθαρά κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων. Η ανικανότητα κάποιων κρατών-μελών (σχεδόν όλων τον καιρό της συγγραφής του παρόντος κειμένου) να επιτύχουν τα κριτήρια σύγκλισης της ΟΝΕ παρουσιάζεται ότι προκαλείται μόνο από έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας· και η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, του Ευρώ, θεωρείται απλά ως ένα νομισματικό εγχείρημα. Αναλύσεις βασισμένες στην εργασιακή θεωρία της αξίας, δηλαδή στην παραγωγή και διανομή της αξίας, αν και μπορούν να είναι πιο αποδοτικές, είναι σπάνιες. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας τέτοιας εναλλακτικής προσέγγισης.

2. Οικονομικές κρίσεις, χρήμα και πληθωρισμός.

Ο ανώμαλος δρόμος για την ΟΝΕ θα έπρεπε να τοποθετηθεί στα πλαίσια μιας θεωρίας των οικονομικών και νομισματικών κρίσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας παραγωγής και διανομής της αξίας. Είναι αδύνατο να παρουσιαστεί έστω και στοιχειωδώς μια τέτοια θεωρία στα όρια αυτού του άρθρου. Τα λίγα, περιορισμένης έκτασης σχόλια που ακολουθούν θα πρέπει να θεωρηθούν επαρκή (για τη θεωρητική θεμελίωση και τη σχετική βιβλιογραφία αυτής της ενότητας βλέπε Carchedi 1991a) [1] . Το κύριο σημείο είναι ότι ο τεχνολογικός ανταγωνισμός είναι η βασική κινητήρια δύναμη πίσω από τη δυναμική φύση του καπιταλισμού. Μέσω αυτού επιτυγχάνεται μεγαλύτερη παραγωγικότητα (ορισμένη ως μονάδες προϊόντος ανά μονάδα επενδυόμενου κεφαλαίου). Όμως οι τεχνολογικές καινοτομίες προκαλούν την αντικατάσταση των ανθρώπων από μέσα παραγωγής και επομένως, λόγω της φύσης της καπιταλιστικής παραγωγής, προκαλούν ανεργία. Αυτό συνεπάγεται ότι περισσότερα προϊόντα παράγονται από λιγότερους ανθρώπους και ότι λιγότερη αγοραστική δύναμη είναι διαθέσιμη για την αγορά αυτών των προϊόντων. Η ίδια παρατήρηση μπορεί να γίνει και από τη σκοπιά της θεωρίας της αξίας. Η αξία είναι ανθρώπινη εργασία α) που δαπανάται κάτω από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, β) που μετατρέπει αξίες χρήσεις (υλικές και πνευματικές) και γ) που πραγματοποιείται μέσω της αγοράς/πώλησης, δηλαδή ως χρήμα [2] . Έτσι ενώ η ποσότητα των προϊόντων αυξάνεται, η αξία που περιέχεται σε αυτά μειώνεται. Η χαμηλότερη αγοραστική δύναμη είναι η συνέπεια του γεγονότος ότι λιγότερη αξία έχει παραχθεί, δηλαδή ότι λιγότερη ζωντανή εργασία έχει χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή αυτού του μεγαλύτερου προϊόντος. Δυσκολίες πραγματοποίησης (δηλαδή πώλησης) προκύπτουν. Αυτές ακολουθούνται από κρίσεις κερδοφορίας και από χρεοκοπίες επιχειρήσεων.

Ενώ απλά δεν υπάρχει καμία λύση σε αυτή την εσωτερική αντίφαση, διάφορα καταπραϋντικά μέτρα έχουν επινοηθεί για να καθυστερήσουν τις κρίσεις υπερπαραγωγής και πραγματοποίησης. Ένα από αυτά είναι η αύξηση της ποσότητας χρήματος ώστε να «δημιουργηθεί» η απαραίτητη αγοραστική δύναμη. Αυτό, όμως, στο βαθμό που το χρήμα δεν αποθησαυρίζεται, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε πληθωρισμό (το κατά πόσο ο πληθωρισμός αφορά στον πραγματικό ή στο χρηματικό τομέα της οικονομίας δεν έχει σημασία εδώ), δηλαδή στη μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Επομένως, υπάρχει μια άμεση σχέση ανάμεσα στην αυξημένη παραγωγικότητα, στην ανεργία [3] και τον πληθωρισμό. Αλλά οι εταιρείες δεν επωφελούνται όλες εξίσου από την αύξηση της ποσότητας χρήματος. Εκείνα τα αγαθά των οποίων η τιμή αυξάνεται με υψηλότερο ρυθμό ιδιοποιούνται αξία από εκείνα τα προϊόντα των οποίων οι τιμές αυξάνονται πιο αργά. Αυτό αναδιανέμει την αξία ανάμεσα στους καπιταλιστές. Επιπλέον, η αξία αναδιανέμεται ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία αν ο ρυθμός μεταβολής των τιμών των μισθιακών αγαθών διαφέρει από το ρυθμό μεταβολής των ημερομισθίων. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει κυρίως αναδιανομή, κι όχι «δημιουργία», λιγότερης αγοραστικής δύναμης [4] . Αυτό μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά τις δυσκολίες πραγματοποίησης και κερδοφορίας για κάποια (ή ακόμα και όλα) τα κεφάλαια, αλλά τελικά θα ξεσπάσει κρίση (όπως δείχνει καθαρά η εμπειρική παρατήρηση). Τόσο οι μονεταριστικές και όσο οι νεοκεϋνσιανές πολιτικές είναι ανίσχυρες απέναντι στο αναπόφευκτο των κρίσεων (Βλέπε Carchedi, 1991α, κεφ. 5).

Ας εξετάσουμε τώρα ένα διαφορετικό τύπο αναδιανομής της αξίας που σχετίζεται με τον τεχνολογικό ανταγωνισμό. Δεδομένου ότι σε κάθε τομέα τα προϊόντα πωλούνται σχεδόν στην ίδια τιμή, η τελευταία (τιμή) είναι ένας μέσος όρος της αξίας που περιέχεται σε καθένα από αυτά τα προϊόντα. Επίσης, δεδομένου ότι σε κάθε τομέα λειτουργούν παραγωγοί με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας, οι πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις πραγματοποιούν υψηλότερα κέρδη ενώ οι λιγότερο αποτελεσματικές πραγματοποιούν χαμηλότερα κέρδη ή πιθανόν και ζημιές. Ακόμη και με απουσία πληθωρισμού ο σχηματισμός των τιμών υπονοεί αναδιανομή της αξίας σύμφωνα με τις διαφοροποιήσεις στην παραγωγικότητα [5] . Ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί και στο διεθνές επίπεδο, αν λάβουμε υπόψη τους παραγωγούς ενός αγαθού παγκοσμίως. Αν οι πιο αναπτυγμένοι παραγωγοί βρίσκονται σε μια χώρα και οι λιγότερο ανταγωνιστικοί σε μια άλλη χώρα, οι πρώτοι, και κατ' επέκταση και η χώρα στην οποία λειτουργούν, πραγματοποιούν περισσότερη αξία (υψηλότερα ποσοστά κέρδους) σε βάρος των δεύτερων που ενδέχεται να μην μπορούν ακόμα και να πωλήσουν τα προϊόντα τους (ή μέρος τους). Δεδομένου ότι οι τιμές εκφράζονται σε διαφορετικά νομίσματα, η παραγωγή και η διανομή της (διεθνούς) αξίας ή ο σχηματισμός τιμών είναι άρρηκτα δεμένες με τον μηχανισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Από τη σκοπιά της εργασιακής θεωρίας της αξίας, αυτός ο μηχανισμός αποτελεί μια αναδιανομή της διεθνούς αξίας, επιβραβεύοντας την υψηλότερη παραγωγικότητα. Παρά τη σπουδαιότητά της, αυτή η ανάλυση είναι ακόμη σε νηπιακό στάδιο (Βλέπε Carchedi 1991a και 1991b). Η επόμενη ενότητα στοχεύει στο να καλύψει αυτό το κενό.

3. Συναλλαγματικές ισοτιμίες και νομισματικές κρίσεις.

Σήμερα η παραγωγή και η πραγματοποίηση της αξίας είναι μια διεθνής διαδικασία. Το κεφάλαιο διασχίζει τα εθνικά σύνορα (α) για να αποκτήσει ξένα μέσα παραγωγής (συμπεριλαμβανομένων των πρώτων υλών) και (β) για να εγκαταστήσει είτε ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία είτε μέρος της. Επίσης, το κεφάλαιο αναζητά και μισθώνει εργατική δύναμη όχι μόνο στη δική του χώρα λειτουργίας αλλά και στο εξωτερικό [6] . Επιπλέον, η αξία που παράγεται έτσι πραγματοποιείται όχι μόνο στις εγχώριες αλλά και σε ξένες αγορές. Τέλος, το κεφάλαιο περιπλανάται στον κόσμο (συμπεριλαμβανομένων των διεθνών χρηματαγορών) σε μια συνεχή αναζήτηση υψηλότερων ποσοστών κέρδους. Οι οικονομικές μονάδες που είναι υπεύθυνες γι' αυτό δεν είναι ως επί το πλείστον μικρές επιχειρήσεις αλλά μεγάλα ολιγοπώλια που λειτουργούν και ανταγωνίζονται σε παγκόσμια κλίμακα, δηλαδή πολυεθνικές εταιρείες. Κατά κανόνα τα ολιγοπώλια εξαιτίας των υψηλότερων επιπέδων παραγωγικότητας πραγματοποιούν μεγαλύτερες ποσότητες αξίας (υψηλότερα κέρδη) σε βάρος των λιγότερο αποτελεσματικών ανταγωνιστών τους. Επιπλέον, αν η ζήτηση για τα προϊόντα τους είναι αρκετά μεγάλη ιδιοποιούνται αξία και από άλλους (παραγωγούς σε άλλους) τομείς. Εφόσον αυτοί οι τομείς είναι διεθνοποιημένοι, δημιουργείται η εντύπωση ότι οι χώρες και όχι τα κεφάλαια είναι αυτές που ιδιοποιούνται την αξία. Δεδομένου ότι τα προϊόντα πωλούνται σε διαφορετικά νομίσματα, ο μηχανισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών, πέρα από το να είναι μόνο μια συνειδητή θεσμική οργάνωση για την ανταλλαγή των διάφορων νομισμάτων, είναι επίσης ένα αντικειμενικό σύστημα ιδιοποίησης διεθνούς αξίας. Τα εθνικά κεφάλαια έτσι ιδιοποιούνται διεθνή αξία σε μορφή εκφρασμένη σε ξένα νομίσματα.

Η συναλλαγματική ισοτιμίαείναι η ισοτιμία στην οποία τα ξένα νομίσματα, συμπεριλαμβανομένου και του διεθνούς νομίσματος, μετατρέπονται σε μονάδες του εθνικού νομίσματος [7] . Αν ο μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών σημαίνει ιδιοποίηση αξίας, τότε οι μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας επηρεάζουν αυτή την ιδιοποίηση. Η ανατίμηση ενός νομίσματος, για παράδειγμα του Ιαπωνικού γεν σε σχέση με κάποιο άλλο νόμισμα, για παράδειγμα το Γερμανικό μάρκο, δίνει δικαίωμα στους κατόχους γεν απόκτησης μεγαλύτερης ποσότητας Γερμανικών μάρκων και, επομένως, μεγαλύτερης ποσότητας αξιών χρήσης αποτιμημένων σε μάρκα (αλλά όχι απαραίτητα παραχθέντων στη Γερμανία). Ακολουθεί η ιδιοποίηση μεγαλύτερης διεθνούς αξίας από τους κατόχους γεν. Παρόμοια ισχύουν για την υποτίμηση του γεν και την υπερτίμηση ή την ανατίμηση του μάρκου. Ας υποθέσουμε πρώτα ότι οι καπιταλιστές στη σφαίρα παραγωγής είναι οι μόνοι κάτοχοι ξένου νομίσματος. Τότε η ανατίμηση συνεπάγεται την ιδιοποίηση αξίας από τη χώρα (από τους παραγωγούς της χώρας) της οποίας το νόμισμα έχει ανατιμηθεί και η υποτίμηση συνεπάγεται απώλεια αξίας από τη χώρα (από τους παραγωγούς της χώρας) της οποίας το νόμισμα υποτιμήθηκε. Αυτή η διαδικασία αποτελεί μια τάση όπως θα δούμε αργότερα. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να διατυπωθεί τώρα λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές στα επίπεδα της παραγωγικότητας, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και στην ιδιοποίηση αξίας.

Ας εξετάσουμε πρώτα τα αποτελέσματα του τεχνολογικού ανταγωνισμού στην παραγωγή και αναδιανομή διεθνούς αξίας κρατώντας τις συναλλαγματικές ισοτιμίες σταθερές. Έχουμε δει ότι η αυξανόμενη παραγωγικότητα ενός κεφαλαίου αυξάνει την ποσότητα αξιών χρήσης ανά μονάδα επενδυόμενου κεφαλαίου, ενώ μειώνει την παραγόμενη αξία (επειδή η εργατική δύναμη έχει αντικατασταθεί με μέσα παραγωγής). Αν αυτό το κεφάλαιο πωλεί το αυξημένο προϊόν στο εξωτερικό, ιδιοποιείται μεγαλύτερη ποσότητα ξένου νομίσματος, το οποίο από τη στιγμή που ανταλλάσσεται με το εγχώριο νόμισμα καταλήγει σε μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους8 . Το καινοτόμο κεφάλαιο έχει αυξήσει το ποσοστό κέρδους του προκαλώντας παράλληλα την παραγωγή λιγότερης (διεθνούς) αξίας.

Ας υποθέσουμε ότι το καινοτόμο κεφάλαιο είναι Ιαπωνικό. Πώς θα αντιδράσουν οι άλλοι Ιάπωνες παραγωγοί; Η καλύτερη εναλλακτική λύση γι' αυτούς είναι να υιοθετήσουν καινούργια και ακόμα πιο προηγμένη τεχνολογία ώστε να είναι αυτοί που θα αποκτήσουν προβάδισμα στον ανταγωνισμό. Αν τα καταφέρουν, οικειοποιούνται επιπλέον αξία την οποία αντιλαμβάνονται (και αυτό είναι που έχει σημασία γι' αυτούς) ως υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Στο βαθμό που αυτή η διαδικασία περιορίζεται, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν επηρεάζονται. Όμως αν ένας ή περισσότεροι τομείς της Ιαπωνικής οικονομίας παρουσιάζουν μια συνεχή και γενικευμένη αύξηση της παραγωγικότητας, η ζήτηση από άλλες χώρες για γεν αυξάνεται προκαλώντας μια ανοδική πίεση και τελικά μια ανατίμηση του γεν. Ας εξετάσουμε τώρα τις συνέπειες στις εισαγωγές και στις εξαγωγές. Εξαιτίας της ανατίμησης του γεν, οι Ιαπωνικές εξαγωγές σε τιμές με βάση γεν ανταλλάσσονται με περισσότερα ξένα νομίσματα. Οι Γιαπωνέζοι εισαγωγείς πρέπει να πληρώσουν περισσότερη αξία αποτιμημένη στην εγχώρια μορφή του χρήματος (γεν) για κάθε μονάδα εμπορεύματος. Ενώ η μεγαλύτερη ιδιοποίηση διεθνούς αξίας λόγω της αυξημένης αποδοτικότητας ωφελεί μόνο τους καινοτόμους καπιταλιστές, η ανατίμηση ωφελεί όλους τους εξαγωγείς (καινοτόμους και μη) αλλά βλάπτει τους εισαγωγείς.

Έτσι εξαιτίας της ανατίμησηςπου προκαλείται από την τεχνολογική πρόοδο και τη συνακόλουθη υψηλότερη παραγωγικότητα μαζί με την υποκατάσταση εργασίας από τους καινοτόμους εξαγωγείς, η τάσηείναι να γίνεται ιδιοποίηση ενός μεγαλύτερου σχετικού μεριδίου μιας μειούμενης μάζας διεθνούς αξίας από τους εξαγωγείς (ως χρηματικό κεφάλαιο) για κάθε εξαγόμενο εμπόρευμα, και ιδιοποίηση ενός μικρότερου σχετικού μεριδίου από τους εισαγωγείς (ως χρηματικό κεφάλαιο) για κάθε εισαγόμενο εμπόρευμα. Όμως, η ανατίμηση επηρεάζει επίσης τις ποσότητες των εισαγωγών και εξαγωγών. Το ακριβότερο γεν ενθαρρύνει τις εισαγωγές (υποθέτοντας ότι οι τιμές των εισαγωγών σε ξένα νομίσματα παραμένουν σταθερές) ώστε να αυξάνεται το μερίδιο της διεθνούς αξίας της οποίας η οικειοποίηση γίνεται μέσω αυτού του λογαριασμού (των εισαγωγών). Η τελευταία διαδικασία ανήκει επίσης στην τάση. Αλλά οι εξαγωγές αποθαρρύνονται (οι ξένοι εισαγωγείς χρειάζονται περισσότερα ξένα νομίσματα να αγοράσουν την ίδια ποσότητα γεν και επομένως την ίδια ποσότητα αγαθών αποτιμημένων σε γεν) ώστε το μερίδιο διεθνούς αξίας της οικειοποιημένης από αυτό το λογαριασμό να περιορίζεται. Η αντίρροπη τάσητότε είναι ο περιορισμός που τίθεται στο μεγαλύτερο μερίδιο της μειωμένης μάζας διεθνούς αξίας της ιδιοποιούμενης από τη χώρα που κάνει την ανατίμηση, λόγω του αρνητικού αποτελέσματος που έχει η ανατίμηση στην εξαγόμενη ποσότητα. Αν και οι τεχνολογικές καινοτομίες μειώνουν την ποσότητα της παραγόμενης αξίας, η υποτίμηση δεν την μειώνει. Αναδιανέμει μόνο αυτή την ποσότητα, ανεξάρτητα από το αν η τελευταία έχει μειωθεί ή όχι.

Εμπειρικά, η ανατιμημένη καθαρή ιδιοποίηση αξίας από τη χώρα (ένα μεγαλύτερο μερίδιο μιας μειωμένης ποσότητας, περιοριζόμενο από τις λιγότερες εξαγωγές) μπορεί να είναι είτε θετική είτε αρνητική. Όμως, σε όρους λειτουργίας του συστήματος, είναι σημαντικό να διακρίνουμε την τάση καθαυτή από την αντίρροπη τάση. Η τάση είναι αυτή που εξηγεί το δυναμισμό του συστήματος. Η καινοτόμος χώρα ανταμείβεται για την αυξημένη παραγωγικότητα μέσω της οικειοποίησης διεθνούς αξίας. Αλλά επειδή οι χώρες δεν επιτελούν δραστηριότητες και δεν σκέφτονται, μόνο οι άνθρωποι τα κάνουν αυτά, αυτή η ανταμοιβή παίρνει τη μορφή μεγαλύτερων ποσοστών κέρδους για τους καινοτόμους παραγωγούς. Στο κυνήγι για υψηλότερα ποσοστά κέρδους, οι καινοτόμοι προκαλούν την ανατίμηση του νομίσματος και, επομένως, τη μεγαλύτερη οικειοποίηση αξίας μέσω αυτού του λογαριασμού για τη χώρα ως σύνολο και για όλους τους κατόχους αυτού του νομίσματος. Αυτή η κίνηση αντισταθμίζεται από την αντίρροπη τάση, την επιβράδυνση των εξαγωγών την οφειλόμενη στην ανατίμηση και, επομένως, και την επιβράδυνση της οικειοποιούμενης διεθνούς αξίας.

Ποιες στρατηγικές υπάρχουν για τους τεχνολογικά καθυστερημένους παραγωγούς σε άλλες χώρες; Και αυτοί, επίσης, μπορούν να προσπαθήσουν και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Σ' αυτή την περίπτωση, βελτιώνουν τη δική τους οικονομική κατάσταση (οικειοποίηση αξίας και επομένως ένα μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους) ενώ παράλληλα συνεισφέρουν στην επιδείνωση της γενικότερης κατάστασης (μικρότερη συνολική παραγόμενη διεθνής αξία και, επομένως, μικρότερο ποσοστό κέρδους). Αν δεν είναι δυνατή η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, υπάρχει η επιλογή των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων με σκοπό να τονώσουν τις εξαγωγές. Μεγαλύτερη ποσότητα εξαγωγών μπορεί να αυξήσει τα κέρδη σε εγχώριο νόμισμα, ακόμη και αν για κάθε εξαγόμενο εμπόρευμα ανταλλάσσεται μικρότερη ποσότητα εγχώριου νομίσματος για το ξένο νόμισμα που αποκτάται. Η υποτίμηση, κατά παρόμοιο τρόπο με την ανατίμηση, επηρεάζει την αναδιανομή της μειωμένης ποσότητας διεθνούς αξίας αλλά δεν προκαλεί αυτή τη μείωση.

Ας υποθέσουμε ότι η Γερμανία υποτιμά το μάρκο σε σχέση με το γεν. Οι Γερμανοί εξαγωγείς λαμβάνουν λιγότερα γεν για κάθε μονάδα εξαγωγών αποτιμημένη σε μάρκα, πραγματοποιώντας έτσι λιγότερη διεθνή αξία. Οι Γερμανοί εισαγωγείς πληρώνουν περισσότερα μάρκα για κάθε ποσότητα εισαγωγής αποτιμημένη σε γεν, παίρνουν λιγότερη ενσωματωμένη αξία ανά μονάδα εγχώριου νομίσματος και πραγματοποιούν λιγότερη διεθνή αξία. Αυτή είναι η τάση, δηλαδή η απώλεια αξίας για κάθε μονάδα προϊόντος διεθνώς εμπορευόμενου και, επομένως, μικρότερο μερίδιο πραγματοποιούμενης διεθνούς αξίας. Γιατί τότε θα έπρεπε να κάνει υποτίμηση η Γερμανία;

Ας υποθέσουμε ότι η Γερμανία και η Ιαπωνία παράγουν το ίδιο αγαθό,χ που καλείται xg και xj αντίστοιχα, και ότι 1DM=1yen=1$=1 μονάδα αξίας=1 xg = 1xj. Ας υποθέσουμε ότι η παραγωγικότητα και στις δυο χώρες είναι 10x ανά μονάδα κεφαλαίου, ότι η διεθνής αγορά για το x είναι 10 xg και 10 xj = 20x και ότι οι διεθνείς τιμές είναι εκφρασμένες σε δολάρια. Οι εξαγωγείς και στις δύο χώρες πραγματοποιούν αξία 10$. Έστω ότι η Ιαπωνία βελτιώνει την παραγωγικότητά της στα 20xj ανά μονάδα κεφαλαίου. Με τη συνολική προσφορά να παραμένει σταθερή, η Ιαπωνία μπορεί να μειώσει τις τιμές της, π.χ. σε 20xj =19$. Η ξένη αγορά της Γερμανίας καταρρέει. Οι Γερμανοί εξαγωγείς μπορούν να αντιδράσουν μειώνοντας τις τιμές τους στα 10xg = 9$ = 9DM, ανακτώντας έτσι το μερίδιό τους στις διεθνείς αγορές9 . Αλλά τότε τα έσοδά τους πέφτουν από 10DM σε 9DM. Μια μονάδα αξίας (κέρδους) χάνεται, κάτι που φαίνεται με την απώλεια ξένων συναλλαγματικών διαθεσίμων της τάξης του ενός 1$. Έχουν λιγότερη αγοραστική δύναμη να αγοράσουν αγαθά αποτιμημένα σε τιμές δολαρίου και σε τιμές μάρκου (γιατί τα κέρδη τους έχουν μειωθεί), ενώ το υπόλοιπο τμήμα της οικονομίας μπορεί να αγοράσει την ίδια ποσότητα αγαθών και εντός και εκτός Γερμανίας.

Εναλλακτικά, η Γερμανία μπορεί να μειώσει την τιμή της σε 10xg = 9$ και ταυτόχρονα να υποτιμήσει το μάρκο κατά 10DM=9$. Τότε 10xg = 9$= 10DM. Τα κέρδη σε μάρκα των Γερμανών παραγωγών του x παραμένουν αμετάβλητα αλλά μια (1) μονάδα αξίας έχει χαθεί (10 μονάδες αξίας παραγόμενης στη Γερμανία έχουν ανταλλαγεί για 9$=9 μονάδες διεθνούς αξίας). Και πάλι τα ξένα συναλλαγματικά διαθέσιμα μειώνονται από 10$ σε 9$. Τώρα οι Γερμανοί εξαγωγείς διακρατούν την ίδια ποσότητα μάρκων και έτσι την ίδια αγοραστική δύναμη μέσα στη Γερμανία και, επομένως, την ίδια κερδοφορία σε μάρκα. Όμως τα μάρκα τους, όπως και τα μάρκα των υπόλοιπων κατόχων μάρκων, ισοδυναμούν με λιγότερα δολάρια και επομένως με λιγότερη διεθνή αξία10 . Τώρα οι Γερμανοί εξαγωγείς μοιράζονται την απώλεια διεθνούς αξίας με τους υπόλοιπους κατόχους ξένων νομισμάτων. Επομένως, είτε το μάρκο υποτιμάται είτε όχι, η απώλεια αξίας για τη Γερμανία είναι το αντίτιμο που πρέπει να πληρώσει επειδή έχει μείνει πίσω στον τεχνολογικό ανταγωνισμό. Το παραπάνω επιχείρημα συμφωνεί με τους κανόνες της λειτουργίας του καπιταλισμού. Η μόνη ερώτηση που τίθεται είναι ποιος φέρνει το κύριο βάρος αυτής της τεχνολογικής υστέρησης. Σε περίπτωση υποτίμησης, η απώλεια διεθνούς αξίας γίνεται ορατή όταν η Γερμανία εισάγει αγαθά εκφρασμένα σε δολάρια. Σε αυτή την περίπτωση, το μάρκο μπορεί να αγοράσει λιγότερη διεθνή αξία.

Συνεπώς, εξαιτίας της υποτίμησης χάνεται αξία τόσο μέσω των εξαγωγών (κερδίζεται λιγότερη αξία για κάθε εξαγόμενο εμπόρευμα) όσο και μέσω των εισαγωγών (πρέπει να πληρωθεί περισσότερη διεθνής αξία για κάθε εισαγόμενο εμπόρευμα). Αυτή η απώλεια αξίας και από τις εισαγωγές και από τις εξαγωγές είναι μια πλευρά της τάσης. Όμως μια υποτίμηση του μάρκου κάνει πιο φτηνές τις εξαγωγές που είναι αποτιμημένες σε μάρκα και μπορεί να προκαλέσει την αύξησή τους. Το μερίδιο της διεθνούς αξίας που χάνεται από τη Γερμανία επισωρεύεται επίσης σε αυτό το λογαριασμό. Αυτό, επίσης, είναι μέρος της τάσης. Εφόσον η συνολική διεθνής αξία έχει μειωθεί εξαιτίας της τεχνολογικής μεταβολής της Ιαπωνίας, αυτό το μικρότερο μερίδιο αποτελεί και μια μικρότερη απόλυτη ποσότητα οικειοποιούμενης διεθνούς αξίας (σε αντίθεση με την Ιαπωνία που το απόλυτο μερίδιό της μπορεί να αυξάνει). Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση κάνει ακριβότερες τις Γερμανικές εξαγωγές, ώστε μπορεί να εισαχθεί λιγότερο προϊόν και να χαθεί λιγότερη αξία. Αυτή είναι η αντίρροπη τάση.

Έτσι εξαιτίας της υποτίμησης, η τάσηείναι η απώλεια αξίας, δηλαδή η πραγματοποίηση μικρότερου μεριδίου μιας μικρότερης μάζας διεθνούς αξίας. Αυτή η απώλεια αυξάνεται, αν αυξάνονται οι εξαγωγές. Η αντίρροπη τάση είναι μια μείωση αυτής της απώλειας λόγω του αρνητικού αποτελέσματος που έχει η υποτίμηση στις εισαγωγές. Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία, κατά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της υποτίμησης, βλέπει μόνο τα πλεονεκτήματα για τους εξαγωγείς και τα μειονεκτήματα για τους εισαγωγείς σε όρους του χρήματος που αποκτούν κατά την ανταλλαγή11 . Η ορθόδοξη οικονομική θεωρία, αξιολογώντας τα αποτελέσματα της υποτίμησης δεν βλέπει τη τάση για απώλεια αξίας που πραγματοποιείται μέσω και των εξαγωγών και μέσω των εισαγωγών και την τάση για αύξηση (αξίας) μέσω του θετικού αποτελέσματος που έχει η υποτίμηση στις εξαγωγές. Αυτή η τάση αντισταθμίζεται με την αντίρροπη τάση, τουτέστιν τη μείωση αυτής της απώλειας αξίας που οφείλεται στη μειωμένη ποσότητα εισαγωγών12 . Ο μηχανισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών, παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είναι απλά ένας ακόμη τρόπος να ανταμείβονται εν δυνάμει οι τεχνολογικές καινοτομίες στο διεθνές καπιταλιστικό πλαίσιο σε βάρος αυτών που έχουν μείνει πίσω στον τεχνολογικό ανταγωνισμό13 .

Μέχρι εδώ, η έμφαση έχει δοθεί στην αναδιανομή διεθνούς αξίας ανάμεσα στα κεφάλαια (και επομένως ανάμεσα στα κράτη) που ακολουθεί μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αυτά τα αποτελέσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ερευνηθεί η αναδιανομή αξίας ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στα πλαίσια πρώτα των σχέσεων ανάμεσα στο κέντρο και το κυριαρχούμενο μπλοκ του ιμπεριαλιστικού συστήματος (σε αυτό το τμήμα) και στη συνέχεια των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η προηγούμενη ανάλυση προϋποθέτει πρώτα από όλα ότι όλες οι χώρες δεν αντιμετωπίζουν εμπόδια στη δυνατότητά τους να ανταγωνίζονται τεχνολογικά. Στην πραγματικότητα, τα κεφάλαια του κυριαρχούμενουμπλοκείναι συχνά ανίσχυρα να ανταγωνιστούν με τις τεχνολογικά προχωρημένες επιχειρήσεις του καπιταλιστικού κέντρου14 . Δεδομένου ότι το κυριαρχούμενο μπλοκ δεν μπορεί να πραγματοποιήσει εξίσου υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας όσο αυτά του ιμπεριαλιστικού κέντρου15, πρέπει να καταφεύγει στον εξαναγκασμό των εργατών να δουλέψουν περισσότερο και πιο εντατικά για να ανταγωνιστούν με τις προηγμένες τεχνολογίες του κέντρου. Ταυτόχρονα, αυτή η μεγαλύτερη παραγωγή (σε όρους αξίας και αξίας χρήσης) δεν πρέπει να ανταμείβει τους εργάτες με υψηλότερα πραγματικά ημερομίσθια, γιατί τότε το ποσοστό κέρδους δεν θα αυξηθεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας16 . Όμως η εργάσιμη μέρα, καθώς και η φυσική αντοχή των ανθρώπων είναι περιορισμένες. Ως εκ τούτου, τα πραγματικά ημερομίσθια πρέπει να μειωθούν μέσω του πληθωρισμού. Έπεται ότι οι υψηλότερες τιμές σε όρους εγχωρίου νομίσματος πρέπει να αντισταθμιστούν με χαμηλότερες διεθνείς τιμές. Επομένως, το εγχώριο νόμισμα υποτιμάται. Συνεπώς, οι χώρες που οι εξαγωγείς τους έχουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα λόγω μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας τείνουν να ανατιμούν το νόμισμά τους. Οι τεχνολογικά κατώτεροι ανταγωνιστές τους τείνουν να υποτιμούν το νόμισμά τους, στο βαθμό που προσπαθούν να αποφύγουν την απώλεια ξένων αγορών και επομένως τη μείωση της κερδοφορίας μέσω του πληθωρισμού17 .

Αλλά η υποτίμηση με τη σειρά της επιφέρει πληθωρισμό. Στην πραγματικότητα η υποτίμηση πλήττει τις τιμές των εισαγωγών σε όρους εθνικού νομίσματος μειώνοντας έτσι τα κέρδη των εισαγωγέων. Στο βαθμό που οι εισαγωγές είναι μέσα παραγωγής, οι υψηλότερες τιμές τους μειώνουν τα κέρδη των καπιταλιστών. Ακολουθεί μια τάση για πληθωρισμό. Στο βαθμό που οι εισαγωγές είναι αγαθά που καταναλώνονται από εργάτες, οι υψηλότερες τιμές τους μειώνουν την αγοραστική δύναμη της εργασίας (ημερομίσθια) αυξάνοντας τα κέρδη. Ωστόσο οι εργάτες μπορεί να αντισταθούν στη μείωση των πραγματικών ημερομισθίων και το κεφάλαιο μπορεί να καταφύγει σε πληθωρισμό, με τον όρο ότι ο ρυθμός αύξησης των τιμών των αγαθών που καταναλώνονται από τους εργάτες αυξάνεται πιο γρήγορα από το ρυθμό αύξησης των ημερομισθίων. Αλλά ο πληθωρισμός, που συνιστά μια μετακύλιση αγοραστικής δύναμης από την εργασία στο κεφάλαιο, δημιουργεί δυσκολίες πραγματοποίησης στον τομέα των αγαθών που καταναλώνονται από εργάτες, δυσκολίες που αντιμετωπίζονται με εξαγωγές και, επομένως, με ένα δεύτερο γύρο υποτίμησης και πληθωρισμού. Αυτή η κατηφορική σπιροειδής κίνηση οδηγεί σε αυξανόμενη φτώχεια των εργατών με όλες τις κοινωνικές εντάσεις και τα προβλήματα που σχετίζονται με αυτή. Πέρα από αυτά, αν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, μια χώρα μπορεί να βρεθεί με ένα νόμισμα χωρίς αξία. Αυτό συνέβη σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Ο συνδυασμός τεχνολογικής καθυστέρησης, πληθωρισμού και υποτίμησης οδήγησε στις πασίγνωστες και απίστευτες συνθήκες μιζέριας σε αυτές τις χώρες καθώς και σε στρατιωτικές δικτατορίες και αυταρχικά καθεστώτα που χρειάζονται συχνά προκειμένου να επιβάλουν αυτές τις συνθήκες (στην περίπτωση αυτή η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία αδυνατεί να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι προς το συμφέρον τους να σφίξουν το ζωνάρι ακόμα περισσότερο).

Για να κλείσουμε αυτή την ενότητα πρέπει να αναφερθεί ένα ακόμη θέμα: οι χώρες που το νόμισμά τους χρησιμοποιείται ως μέσο διεθνών συναλλαγών απολαμβάνουν ένα πολύ ειδικό προνόμιο, το εκδοτικό προνόμιο (seignorage)*. Αυτό συμβαίνει με το δολάριο των ΗΠΑ από τη μεταπολεμική περίοδο. Οι ΗΠΑ, απλά εκδίδοντας δολάρια, μπορούν να πληρώνουν για πραγματικά εμπορεύματα και επομένως για αξία με ένα πρακτικά ευτελές χαρτί. Αυτό αποτελεί ιδιοποίηση διεθνούς αξίας. Κατ' αυτή την έννοια, οι ΗΠΑ απολαμβάνουν ένα προνόμιο παρόμοιο με αυτό μιας κεντρικής τράπεζας όταν εκδίδει χαρτονομίσματα: και αυτή οικειοποιείται ένα μερίδιο εγχώριας (και διεθνούς) αξίας, χρησιμοποιώντας αυτό το νέο χρήμα. Φυσικά, υπάρχουν όρια σε αυτή τη διαδικασία. Η μεγαλύτερη ποσότητα δολαρίων μειώνει την αγοραστική τους δύναμη18 όπως και την επιθυμία των ξένων να τα κρατούν ως μέσο πληρωμών και ως συναλλαγματικό απόθεμα. Αυτό διαβρώνει το κύρος του δολαρίου ως διεθνούς νομίσματος και επομένως τη δυνατότητα να κερδίζουν από το εκδοτικό προνόμιο. Επίσης, η δημιουργία χρήματος μπορεί να προκαλέσει πληθωρισμό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση και σε περαιτέρω διάβρωση του κύρους του δολαρίου ως διεθνούς χρήματος19 .

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην περίοδο της απόλυτης οικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ, και ο πρώτος και ο τρίτος κόσμος όχι μόνο δεν αρνούνταν να λάβουν, αλλά στην πραγματικότητα επιθυμούσαν, να αποκτήσουν αμερικανικά δολάρια, επειδή το δολάριο καλύπτονταν με αποθέματα χρυσού και επειδή τα δολάρια επέτρεπαν την αγορά φθηνότερων και καλύτερης ποιότητας προϊόντων των ΗΠΑ. Αυτό ήταν δυνατό εξαιτίας της υγιούς και παραγωγικότερης οικονομίας των ΗΠΑ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το δολάριο ήταν «εξίσου καλό με το χρυσό». Το διεθνές νομισματικό σύστημα που συμφωνήθηκε στο Bretton Woods το 1944, στο οποίο είχε δοθεί στο δολάριο μια σταθερή αξία σε όρους χρυσού και τα άλλα νομίσματα ήταν προσδεμένα στο δολάριο σε ένα σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, αντανακλούσε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Όμως, το σύστημα αυτό μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά μόνο στο βαθμό που αντανακλούσε την τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ. Όταν οι ΗΠΑ άρχισαν να χάνουν το απόλυτο ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα, το σύστημα των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών άρχισε να ραγίζει. Από τη μια πλευρά, το δολάριο δεν επιτρεπόταν να υποτιμηθεί από το σύστημα του Bretton Woods αλλά επίσης η υποτίμησή του θα υπέσκαπτε το ρόλο του ως διεθνές νόμισμα και το εκδοτικό του προνόμιο. Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση του χρειαζόταν ως μέτρο για να αυξήσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ (το 1950 το ποσοστιαίο μερίδιο της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής ήταν 47,8 για τις ΗΠΑ και 1,6 για την Ιαπωνία, ενώ το 1985 ήταν 39,3 και 11,5, αντίστοιχα).

Οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε δίλημμα. Η λύση βρέθηκε με την «απαλή προσγείωση» του δολαρίου, δηλαδή με την σταδιακή υποτίμηση του δολαρίου ώστε να αποφύγουν την υπόσκαψη της διεθνούς εμπιστοσύνης σε αυτό. Αλλά αυτό συνεπαγόταν την αλλαγή από σταθερές σε κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες και την άρση της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό που έγινε το 1971. Αυτό υπέσκαψε το κύρος του δολαρίου ως του κατ' εξοχήν διεθνούς χρήματος. Σταδιακά, δύο αντίπαλα νομίσματα άρχισαν να αναδύονται ως διεθνή νομίσματα, το μάρκο και το γεν. Το δολάριο δεν έχασε το εκδοτικό του προνόμιο, αλλά η προνομιακή του θέση απειλείται όλο και περισσότερο20 .

Αυτή ήταν η θεμελιακή αιτία των παρόντων διεθνών νομισματικών κρίσεων. Η διεθνής νομισματική σταθερότητα απαιτεί ένα σταθερό διεθνές νόμισμα που να μην είναι αντικείμενο υποτίμησης και επομένως κερδοσκοπικών επιθέσεων. Ωστόσο, αυτός ο ρόλος διεκπεραιώνεται από το δολάριο το οποίο από τη δεκαετία του 1970 είναι διαρκώς πιο ασταθές, επειδή οι ΗΠΑ συνεχώς χάνουν την απόλυτη τεχνολογική τους πρωτοπορία και οικονομική τους δύναμη. Με λίγα λόγια, το διεθνές νόμισμα είναι ένα ασταθές νόμισμα στην παρούσα φάση. Όσο περισσότερο χάνουν οι ΗΠΑ την κυρίαρχη θέση τους, όσο πιο πολύ πρέπει να καταφεύγουν σε υποτίμηση, τόσο λιγότερο ζητείται το δολάριο ως μέσο διεθνών πληρωμών και ως νόμισμα συναλλαγματικών αποθεμάτων, και τόσο λιγότερο μπορεί να χρησιμεύει ως μέτρο για την αξία άλλων νομισμάτων, και τόσο περισσότερο είναι αντικείμενο κερδοσκοπίας21 . Οι διακυμάνσεις στην αξία του δολαρίου δεν μπορούν παρά να προκαλέσουν διακυμάνσεις σε όλα τα άλλα εθνικά νομίσματα, και έτσι τις επαναλαμβανόμενες συγκυριακέςνομισματικές κρίσεις. Αυτός είναι ο δεσμός ανάμεσα στις δομικές αιτίες των νομισματικών κρίσεων και των συγκυριακών εκδηλώσεών τους. Οι νομισματικές κρίσεις θα μειωθούν σημαντικά όταν και αν αναδειχθεί πάλι ένα κράτος ως ο αναμφισβήτητος τεχνολογικός και οικονομικός ηγέτης και θα εξαφανιστούν μόνο όταν τα νομίσματα της υφηλίου αντικατασταθούν με ένα παγκόσμιο νόμισμα. Σε κάθε περίπτωση είναι καθαρό ότι οι νομισματικές κρίσεις θα συνεχιστούν για καιρό.

Οι νομισματικές κρίσεις είναι το άμεσο αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών κινήσεων του κεφαλαίου αλλά προκαλούνται από τις αλλαγμένες μακροχρόνιες σχέσεις της οικονομικής και τεχνικής δύναμης. Ύστερα από κάθε νομισματική καταιγίδα, οι νέες συναλλαγματικές ισοτιμίες κατασταλάζουν γύρω από τις νέες ισοδυναμίες παρά επιστρέφουν στα παλιά επίπεδα. Αυτό δείχνει ότι οι κερδοσκοπικές κινήσεις οφείλονται σε (καθώς και αποκαλύπτουν) θεμελιώδεις δομικούς νόμους των κίνησης. Κάθε υπόδειξη ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες του μάρκου, του δολαρίου των ΗΠΑ και του γεν πρέπει να είναι σταθερές αδυνατεί να δει τους δομικούς λόγους για τη διακύμανση αυτών των ισοτιμιών. Μόνο η ΟΝΕ και ένα ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα μπορεί να άρει τις νομισματικές κρίσεις μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά αυτός ο στόχος, εάν και όταν επιτευχθεί, δεν θα καταργήσει ούτε τις ευρύτερες νομισματικές κρίσεις ούτε την άνιση ανάπτυξη μέσα στην Ευρώπη. Οι κρίσεις είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα. Οι απόπειρες για να τις ξεφορτωθεί ο καπιταλισμός μπορούν μόνο να αλλάξουν τη μορφή εκδήλωσής τους.

Βιβλιογραφία

Alvater, E., B. Blanke and Chr. Neusüss (1971). "Kapitalistischer Weltmarkt und Weltwährungskreise", Probleme des Klassenkampfs, 1:5-117.

Artis, M. and N. Lee (1994). The Economics of the European Union, Oxford University Press.

Bladen-Hovell, R. (1994). "The European Monetary System", in M. Artis and N. Lee, The Economics of the European Union, Oxford University Press: 329-345.

Bonefeld, W. αnd P.Burnham (1996). "Britain and the Politics of the European Exchange Rate Mechanism 1990-92", Capital & Class60, Autumn:5-38.

Bureau van de Europese Commissie in Nederland (1996). Europa van Morgen, 26e jaargang, No. 20.

Busch, K., W. SchÖller and W. Seelow (1971). Weltmarkt und Weltwährungskrise, Bremen.

Business Week, 9/1/95, 16/1/95, 30/1/95, 13/2/95, 6/3/95, 28/3/95.

Carchedi, G. (1984). "The Logic of Prices as value", Economy and Society, Vol. 13, No.4:431-55.

(1991a). Frontiers of Political Economy, Verso, London.

(1991b). "Technological Innovations, International Production Prices and Exchange Rates", Cambridge Journal of Economics, Vol. 15, No.1, March:45-60.

(1995). "Non-Equilibrium Market Prices", in A. Freeman and G. Carchedi (eds). Marx and Non-Equilibrium Economics, Edward Elgar.

Coakley, J. (1988). "International dimensions of the stock market crash", Capital & Class 34, Spring: 16-21.

Deubner, Chr., U. Rehfeldt, F. Sclupp and G. Ziebura (1979). Die Internationalisierung des Kapitals. Neue Theorien in der internationalen Diskussion, Campus Verlag.

European Council (1996). Conclusies van het voorzitterschap,Annex 2 to Annex 1, in Europa van Morgen, 1996.

Evans, T., (1988). "Dollar is likely rise, fall or stay steady, experts agree", Capital & Class34, Spring: 10-15.

Financial Times, 21/12/94, 22/12/94, 23/12/94, 24-24/12/94, 28/12/94, 29/12/94, 30/12/94, 31/12/94, 1/1/95, 9/3/95, 1/11/95, 22/1/96.

Freeman, A. (1988), "The Crash", Capital & Class34, Spring: 33-41.

Freeman, A. and G. Carchedi (eds) (1995). Marx and Non-Equilibrium Economics, Edward Elgar.

Gaveau, G. (1982). "Turmoil in the International system", World View1983, Pluto Press.

Gill, S. (1977). "The global political economy and the European Union: EMU and alternatives to neo-liberalism", unpublished paper.

Glyn, A. (1988). "The crash and real capital accumulation", Capital & Class34, Spring:21-24.

Grahl, J. (1988). "The stock market crash and the role of the dollar", Capital & Class34, Spring:24-32.

International Herald Tribune, 18-19/3/95.

Robinson, J. (1962). Economic Philosophy, Penguin Books, Harmondsworth.

Senf, T. (1978). "Politische Ökonomie des Kapitalismus", Mehrwert18.

Siegel, T. (1980). "Wertgesetz und Weltmarkt. Eine Kritik am Theorem der modifizierten Wirkungsweise der Wertgesetzes auf dem Weltmarkt", Mechrwert21 July.

(1984). "Politics and Economics in the Capitalist World Market", International Journal of Sociology,Vol. XIV, No.1.

Swann, D. (1992). The Economics of the Common Market, Penguin Books, Harmondsworth.

The Economist, 4/3/95.

Whalen, C. (1997). "Divided Economy", Financial Times, January 14.

[1] . Αυτή η ενότητα είναι μια δραστικά μειωμένη έκδοση ενός μεγαλύτερου κειμένου και είναι επομένως αρκετά ελλιπής. Παραβλέπει, για παράδειγμα, το ρόλο της πίστωσης.

2. Η J. Robinson (1962) εντοπίζει πέντε υποτιθέμενες προβληματικές περιοχές που αφορούν την έννοια της αξίας. Πρώτον, υπάρχει ένα πρόβλημα διάκρισης ανάμεσα στην παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Αυτό έχει αντιμετωπιστεί και επιλυθεί για την υλική και πνευματική εργασία στην εργασία μου Carchedi (1991a). Δεύτερον, υπάρχει η αναγωγή της ειδικευμένης στην ανειδίκευτη εργασία. Αυτό μαζί με την αναγωγή της πιο εντατικής στη λιγότερο εντατική εργασία έχει επιλυθεί από τον Carchedi και τον de Haan (1995). Τρίτον, υπάρχουν υποθετικά στον Μαρξ δύο διαφορετικές έννοιες αξίας. Αυτό είναι παράλογο και ασυνεπές σύμφωνα με την Robinson. Αλλά όπως δείχνει ο Carchedi (1991a), οι έννοιες της ενσωματωμένης αξίας και της πραγματοποιούμενης αξίας είναι πλήρως συνεπείς μεταξύ τους. Τέταρτον, υπάρχει το πασίγνωστο πρόβλημα του «μετασχηματισμού». Όπως ισχυρίζονται ο Carchedi (1984, 1991a) και οι Carchedi και de Haan (1995) η εφαρμογή της μεθόδου του Μαρξ απαλλάσσει από την επ' άπειρον ανατροφοδότηση και από την κριτική περί κυκλικότητας. Πέμπτον, η Robinson ισχυρίζεται ότι η αξία είναι μια μεταφυσική έννοια γιατί δεν μπορεί να μετρηθεί, ώστε να μη μπορεί να διατυπωθεί καμία υπόθεση ικανή να ελεγχθεί εμπειρικά. Οι Carchedi και de Haan (1995) ανέπτυξαν μια μέθοδο μέτρησης της αξίας, τουτέστιν τόσο της ενσωματωμένης όσο και της πραγματοποιούμενης αξίας σε κάθε εμπόρευμα.

3. Η αύξηση της ποσότητας προϊόντος ανά μονάδα επενδυόμενου κεφαλαίου μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εισαγωγής νέων και περισσότερο αποτελεσματικών τεχνικών παραγωγής, μηχανημάτων, κ.λ.π., δηλαδή υποκαθιστώντας εργατική δύναμη, και/ή αυξάνοντας την ένταση της εργασίας, την έκταση της μέρας εργασίας, κ.λ.π. Σε αυτή την ενότητα, ασχολούμαι μόνο με την πρώτη μέθοδο (που αντίθετα με τη δεύτερη μειώνει την παραγωγή αξίας).

4. Αυτός είναι ο λόγος που η λέξη "δημιουργηθεί" στην αρχή της παραγράφου έχει τοποθετηθεί μέσα σε εισαγωγικά.

5. Αυτό ισχύει για το σχηματισμό τιμών μέσα στους τομείς. Μεταξύ κλάδων, η διαδικασία σχηματισμού τιμών επηρεάζεται από την μετακίνηση του κεφαλαίου από τους τομείς όπου το ποσοστό κέρδους είναι μικρότερο σε τομείς όπου το ποσοστό κέρδους είναι μεγαλύτερο και, έτσι, επηρεάζεται από τη συνακόλουθη τάση εξίσωσης των ποσοστών κέρδους σε διεθνή κλίμακα. Η θέση ότι η διεθνής κινητικότητα κεφαλαίου καθιστά ενδεδειγμένη την υπόθεση της τάσης εξίσωσης των ποσοστών κέρδους διεθνώς δεν έχει ενσωματωθεί ακόμη στην ανάλυση της αξίας. Ενδιαφέρουσες εργασίες έχουν εκπονηθεί από τους Altvater, Neüsuss, Blanke (1971), Busch, Scholler και Seelow (1971), Senf (1978). Για μια αξιολόγηση βλέπε Deubner, Rehfeldt, Schlupp και Ziebura (1979) Siegel (1984). Μια δίκαιη αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει λόγω των περιορισμών στο μέγεθος αυτού του έργου. Αρκεί να ειπωθεί ότι οι προαναφερόμενοι συγγραφείς δέχονται την άποψη της διεθνούς μη-κινητικότητας του κεφαλαίου και, επομένως, απορρίπτουν την άποψη μιας τάσης εξίσωσης των ποσοστών κέρδους διεθνώς. Έχει επισημανθεί πρόσφατα ότι τέτοια εξίσωση πράγματι συμβαίνει αλλά μόνο μέσα στο ιμπεριαλιστικό κέντρο, δεδομένου ότι, με μεγάλη διαφορά, το μεγαλύτερο μερίδιο των ξένων άμεσων επενδύσεων σ' αυτό προερχόταν από τις χώρες του OΟΣΑ. Αυτή η άποψη, ωστόσο, παραβλέπει τις ροές χαρτοφυλακίου και τις κερδοσκοπικές ροές. Αν εστιάσουμε την προσοχή μας μόνο στην τελευταία ροή, 1200 δισ. δολάρια επενδύονται καθημερινά στις αγορές ξένου συναλλάγματος (ποσότητα διπλάσια από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της ομάδας των 7 πλουσιοτέρων χωρών) και 1000 δισ. δολάρια στην αγορά των συμβάσεων προθεσμιακών αγορών ή πωλήσεων (futures). Αυτές οι τεράστιες ροές δεν μπορούν παρά να συντελούν στην εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Μια άλλη πιθανότητα είναι να προκύπτουν δύο εξισούμενα (με την έννοια της τάσης) ποσοστά κέρδους, ένα για το μονοπωλιακό και ένα για το μη μονοπωλιακό τομέα. Αυτή η άποψη δεν ακολουθείται εδώ δεδομένου ότι θα μπορούσε να αλλάξει αλλά όχι να ακυρώσει τη θέση που υποστηρίζεται σ' αυτό το άρθρο.

6. Προτιμώ να αναφέρομαι στη διεθνοποίηση της εργατικής δύναμης παρά στην διεθνοποίηση της αξίας της εργατικής δύναμης, γιατί η τελευταία έκφραση υπονοεί την εξίσωση των ημερομισθίων και των ποσοστών υπεραξίας. Αυτό, όπως ισχυρίζομαι στο Carchedi (1991α), κεφ. 7, ισχύει μόνο για ζώνες ημερομισθίων.

7. Αυτή είναι η Βρετανική σύμβαση ή η έμμεση διατύπωση. Ο άμεσος ορισμός χαρακτηρίζει την συναλλαγματική ισοτιμία ως την αναλογία της ποσότητας του εθνικού νομίσματος ανά μονάδα ξένου νομίσματος. Δεν υπάρχει χώρος εδώ για μια ανάλυση του σχηματισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αρκεί να αναφέρουμε ότι όπως οι τιμές της αγοράς τείνουν στις τιμές παραγωγής, δηλαδή τις τιμές στις οποίες τα κεφάλαια μέσης παραγωγικότητας τείνουν να πραγματοποιούν το μέσο ποσοστό κέρδους, με τον ίδιο τρόπο, δεδομένης της επαρκούς διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου, οι τιμές των διεθνών αγορών τείνουν προς τις διεθνείς τιμές παραγωγής, δηλαδή αυτές τις τιμές στις οποίες όλοι οι μέσης παραγωγικότητας παραγωγοί σε παγκόσμια κλίμακα τείνουν να πραγματοποιούν το διεθνές μέσο ποσοστό κέρδους. Βλέπε Carchedi (1991α), κεφ. 7 και Carchedi (1991β). Οι ίδιες μελέτες εισάγουν την έννοια της υπό μορφήν τάσης μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας (tendential rate of exchange) που μετατρέπει τις διεθνείς τιμές παραγωγής εκφρασμένες δηλαδή σε διεθνές νόμισμα σε εθνικές τιμές παραγωγής (εκφρασμένες σε εθνικό νόμισμα), ώστε όλα τα μέσης παραγωγικότητας κεφάλαια να τείνουν να πραγματοποιούν αυτή την ποσότητα διεθνούς αξίας που αντιστοιχεί στο μέσο ποσοστό κέρδους, εκφρασμένη στα εθνικά τους νομίσματα,. Οι πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες τείνουν προς την υπό μορφήν τάσης μέση συναλλαγματική ισοτιμία. Αυτή η θεωρία συσχετίζει τις συναλλαγματικές ισοτιμίες με την παραγωγικότητα και επομένως με το εμπόριο. Οι κερδοσκοπικές κινήσεις τελικά προσδιορίζονται από αυτούς τους θεμελιώδεις παράγοντες όπως ισχυρίζονται οι επόμενες ενότητες.

8. Φυσικά, τα ποσά μπορούν να κρατηθούν σε ξένα νομίσματα, αλλά αυτή η περίπτωση παραβλέπεται εδώ γιατί δεν επηρεάζει το επιχείρημα.

9. Η υπόθεση είναι ότι αυτό είναι αρκετό για τη Γερμανία προκειμένου να ξανακερδίσει την αγορά της. Αλλά τότε 10xg θα παραμείνουν απούλητα. Αυτό το σημείο δεν αναπτύσσεται περαιτέρω εδώ.

10. Αυτό πολλές φορές γίνεται αντιληπτό από κάποιους (λιγοστούς) σχολιαστές οι οποίοι, αν και χάνουν τη διάσταση της αξίας, επισημαίνουν ότι οι εξαγωγές προωθούνται μέσω της υποτίμησης, ενώ η χώρα γίνεται φτωχότερη.

11. Παραβλέπω εδώ το πλεονέκτημα για αυτούς που επιδιώκουν την υποκατάσταση των εισαγωγών, γιατί είναι έξω από τις προθέσεις αυτού του άρθρου.

12. Η υποτίμηση και η ανατίμηση μπορούν να εργαστούν προς την κατεύθυνση της βελτίωσης του ισοζυγίου πληρωμών. Αλλά αυτό δεν υπονοεί ούτε ίση ανταλλαγή ούτε μια τάση προς ισορροπία. Η ιδεολογική απάτη ότι η καπιταλιστική οικονομία τείνει προς ισορροπία (ή ακόμα χειρότερα ότι είναι σε μια κατάσταση ισορροπίας) δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εδώ. Βλέπε Freeman και Carhedi (1995).

13. Η έλλειψη τεχνολογικών καινοτομιών μπορεί να έχει μεγαλύτερο βάρος για τις εξαγωγές απ' ότι η ανταγωνιστική υποτίμηση. Για παράδειγμα, οι Financial Timesτης 1ης Νοεμβρίου 1995 αναφέρουν ότι μεταξύ του 1987 και του 1994, το μερίδιο της Ιταλίας στην αγορά της Ε.Ε. μειώθηκε από 13,22 σε 12,28%, παρά τη μεγάλη υποτίμηση της λιρέτας.

14. Φυσικά υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο κέντρο και το κυριαρχούμενο μπλοκ, όπως υπάρχουν χώρες (οι "νεοεκβιομηχανισθείσες" -NIC) που ανήκουν σε μια άλλη κατηγορία. Όμως αυτή η χοντρική διάκριση είναι αρκετή για τους παρόντες σκοπούς.

15. Αγνοώ εδώ τις πολυεθνικές που επενδύουν στο κυριαρχούμενο μπλοκ. Παρά τη γεωγραφική τους θέση, ανήκουν στο ιμπεριαλιστικό κέντρο.

16. Αυτό δεν υπονοεί ότι ο βαθμός εκμετάλλευσης είναι υψηλότερος στις αναπτυσσόμενες (LDCs) παρά στις ανεπτυγμένες (DCs) χώρες. Το θέμα είναι ότι αυτός ο βαθμός, όποιο και αν είναι το επίπεδό του, πρέπει να αυξηθεί στις αναπτυσσόμενες χώρες προκειμένου να αποτελέσει ένα μέσο για να αντιμετωπίσουν τη σχετική τεχνολογική τους υστέρηση. Εξαιτίας αυτής της υστέρησης, σχετικά χαμηλά ποσοστά υπεραξίας μπορούν να εμφανιστούν με την μορφή μεγάλης φτώχειας και στέρησης.

17. Ανάμεσα στις δυο παραδειγματικές περιπτώσεις των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών των οποίων τα νομίσματά ανατιμώνται και των τεχνολογικά καθυστερημένων χωρών των οποίων τα νομίσματά υποτιμώνται υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες καταστάσεις. Επιπλέον, ακόμα και χώρες σαν την Ιαπωνία ανταγωνίζονται όχι μόνο μέσω της εφαρμογής προηγμένων τεχνολογιών αλλά και μέσω πολύ υψηλών ποσοστών εκμετάλλευσης. Αλλά αυτά τα γενικά σχόλια πρέπει να είναι αρκετά για τους στόχους του παρόντος άρθρου.

18. Η αποθησαύριση και οι αποταμιεύσεις αγνοούνται εδώ χάριν συντομίας.

19. Έτσι το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ συνιστά κατά το ίδιο χρονικό διάστημα μια τεράστια οικειοποίηση αξίας μέσω του εκδοτικού προνομίου. Είναι γι' αυτό το λόγο που το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ, ενώ σηματοδοτεί μια οικονομική αρρώστια, δηλαδή τη σχετική (σε αντίθεση με την απόλυτη) πτώση της παραγωγικότητας των ΗΠΑ, είναι ταυτόχρονα επωφελής για την οικονομία των ΗΠΑ.

20. «Με τον ένα τρόπο ή τον άλλο τρόπο, το δολάριο είναι αναμειγμένο στο 85% των συναλλαγών στις ξένες αγορές συναλλάγματος. Συχνά ο μόνος τρόπος να ανταλλαγούν μεξικανικά πέσος με βρετανικές λίρες είναι να μετατραπούν τα πέσος σε δολάρια και μετά σε λίρες» (Financial Times, March 9, 1995).

21. Άλλα ισχυρά νομίσματα μπορεί να βρεθούν υπό πίεση προκειμένου να υποστηρίξουν το δολάριο, χάνοντας έτσι διεθνή αγοραστική δύναμη όταν το δολάριο υποτιμάται. «Αυτή η ανάμειξη έχει ήδη κοστίσει στη BoJ (Τράπεζα της Ιαπωνίας) μια μικρή περιουσία. Από το τελευταίο καλοκαίρι τα συναλλαγματικά αποθέματα --κυρίως δολάρια-- έχουν αυξηθεί κατά 14 δισ. δολάρια. Αφού το δολάριο έχει πέσει κατά μέσο όρο 10% εκείνο το χρονικό διάστημα, οι απώλειες της BoJ ήταν αξιοσημείωτες» (Financial Times, 9 Μαρτίου 1995).


*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Capital & Class, no 63, Fall 1997, σσ. 85-114, ia oίτλο: "The EMU, Monetary Crises, and the Single European Currency".

*Ισοδυναμεί με τη χρηματοδότηση δημοσιονομικών ελλειμμάτων μέσω έκδοσης νέου χρήματος (στΜ.).