Ο K. MARX ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΛΑΣΙΚΟΥΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥς ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ*
του Παύλου Μεταλληνού

«Η αξιακήμορφή, η τελική μορφή της οποίας είναι η χρηματική μορφή, είναι εξαιρετικά χωρίς περιεχόμενο και απλή. Κι όμως το ανθρώπινο πνεύμα προσπαθούσε ματαίως εδώ και περισσότερα από 2000 χρόνια να την κατανοήσει σ' όλο της το βάθος, ενώ, αφ' ετέρου, η ανάλυση πολύ πιο πλούσιων σε περιεχόμενο και πολύ πιο περίπλοκων μορφών επετεύχθη τουλάχιστον κατά προσέγγιση. Γιατί; Διότι το πλήρως διαμορφωμένο σώμα είναι ευκολότερο να μελετηθεί απ' ό,τι το κύτταρο του σώματος (...) Εκτός αυτού, κατά την ανάλυση των οικονομικών μορφών δεν μπορούν να βοηθήσουν ούτε το μικροσκόπιο ούτε χημικές αντιδράσεις. Η ικανότητα της αφαίρεσης πρέπει ν' αντικαταστήσει και τα δύο. Για την αστική κοινωνία όμως η αξιακήμορφήτου προϊόντος της εργασίας ή η αξιακήμορφήτου εμπορεύματος είναι η οικονομική κυτταρική μορφή. Στον απαίδευτο η ανάλυσή της φαίνεται να περιφέρεται σε απλές λεπτολογίες. Πρόκειται εδώ πράγματι για λεπτολογίες, αλλά όμως μόνον έτσι όπως πρόκειται στην μικροανατομίαγια λεπτολογίες».

(Marx, 1991, 28)

«Είναι μια από τις θεμελιώδεις ελλείψεις της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, ότι δεν κατορθώνει ποτέ, από την ανάλυση του εμπορεύματος και ειδικότερα της αξίαςτου εμπορεύματος να βρει τη μορφήτης αξίας, η οποία την κάνει [την αξία] ακριβώς ανταλλακτικήαξία. Δια των καλλιτέρων ακριβώς εκπροσώπων της, όπως ο A. Smith και ο Ricardo, πραγματεύεται την αξιακή μορφήως κάτι τελείως αδιάφορο ή προς την ίδια τη φύση του εμπορεύματος εξωτερικό. Ο λόγος δεν είναι μόνον, ότι η ανάλυση του αξιακούμεγέθουςαπορροφά τελείως την προσοχή της. Ο λόγος βρίσκεται βαθύτερα. Η αξιακήμορφή του προϊόντος εργασίας είναι η πλέον αφηρημένη, αλλά και η πλέον γενική μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία δι' αυτών των ιδιοτήτων της χαρακτηρίζεται ως ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικού τρόπου παραγωγής κι έτσι χαρακτηρίζεται και ιστορικά. Ως εκ τούτου, εάν την εκλάβει κανείς ως την αιώνια μορφή κοινωνικής παραγωγής, τότε παραβλέπει αναγκαστικά και το ειδικόν της αξιακής μορφής, δηλ. της εμπορευματικήςμορφής, περαιτέρω ανεπτυγμένης, της χρηματικήςμορφής, της κεφαλαιακήςμορφής κ.ο.κ. Ως εκ τούτου βρίσκει κανείς σε οικονομολόγους, οι οποίοι συμφωνούν πλήρως στο ότι το μέγεθος της αξίας μετράται στον χρόνο εργασίας, τις πλέον ανάκατες και πλέον αντιφατικές παραστάσεις για το χρήμα, δηλ. για την ολοκληρωμένη μορφή του γενικού ισοδυνάμου»...

(Μαρξ, 1991, 73)

Ο Marx ανέλυσε κατ' αρχάς τις λειτουργίες του χρήματος στο 3ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου. Οι λειτουργίες αυτές, όπως επιγραμματικά παρατίθενται από τον Lapavitsas (1994) είναι το χρήμα ως μέτρο της αξίας, το χρήμα ως μέσο κυκλοφορίας και το χρήμα ως χρήμα, με τη διευκρίνιση ότι η τελευταία λειτουργία περιλαμβάνει τις διαστάσεις του χρήματος ως απόθεμα, ως μέσο πληρωμής και ως διεθνές χρήμα. Στη συνέχεια (4ο κεφάλαιο του 1ου τόμου, αλλά και στον 3ο τόμο), ο Μαρξ αναλύει την πλέον χαρακτηριστική μορφή του χρήματος στον καπιταλισμό, το χρήμα ως κεφάλαιο, το χρηματικό κεφάλαιο, κάτι που συνήθως διαφεύγει της προσοχής των περισσότερων αναλυτών της μαρξικής θεωρίας του χρήματος (βλ. Δημούλης - Μηλιός 1999).

1. To χρήμα ως εμπόρευμα

Το πρώτο ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι ο χαρακτήρας του χρήματος ως εμπόρευμα. Σημειώνει ο Marx: «Εάν προσκολληθεί κανείς μόνον σ' αυτήν την υλικήστιγμή, στην ανταλλαγή εμπορεύματος και χρυσού (...) παραβλέπει, ότι ο προσδιορισμός του χρυσού ως χρήματος είναι ήδη μορφικός προσδιορισμός, ο οποίος δεν του ανήκει ως απλού εμπορεύματος, ότι τα άλλα εμπορεύματα αναφέρονται αυτά τα ίδια με τις τιμές τους στον χρυσό ως στην ίδια τη δική τους χρηματική μορφήκαι ότι αυτός από τη μεριά του λαμβάνει τη μορφή γενικού ισοδυνάμου μόνον, επειδή τα εμπορεύματα γενικά πρέπει να δώσουν στον εαυτό τους μια γενική σχετική αξιακή μορφή» (Μαρξ 1991, 106). Αναφερόμενος στη διαδικασία ανταλλαγής υποστηρίζει πως «αυτή παράγει τον αναδιπλασιασμό του εμπορεύματος σε εμπόρευμα και χρήμα, μια εξωτερική αντίθεση, στην οποία αυτά παριστούν την εσωτερική τους αντίθεση της αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Σ' αυτήν την αντίθεση παρουσιάζονται τα εμπορεύματα ως αξίες χρήσηςαπέναντι στο χρήμα ως ανταλλακτική αξία. Αφετέρου οι δυο πλευρές της αντίθεσης είναι εμπορεύματα, δηλ. ενότητες αξίας χρήσης και αξίας» (όπ. π.).

Με διατυπώσεις όπως η παραπάνω, ο Marx μοιάζει να αποδέχεται την εμπορευματική φύση του χρήματος στο μοτίβο της Σμιθιανής και Ρικαρδιανής άποψης, καθώς κατά τους Κλασικούς Οικονομολόγους ο χρυσός και ο άργυρος λειτουργούν ως χρήμα επειδή είναι εμπορεύματα. Για τον Marx, όμως, η δυσκολία δεν έγκειται στο να κατανοήσει κανείς, ότι το χρήμα είναι εμπόρευμα, αλλά πώς, γιατί, μέσω ποιας διαδικασίας ένα εμπόρευμα γίνεταιχρήμα (Μαρξ 1991, 94). Διότι η χρηματική μορφή είναι απλώς η προσκολλούμενη σε ένα εμπόρευμα αντανάκλαση των σχέσεων όλων των άλλων εμπορευμάτων (Μαρξ 1991, 106). Έτσι, το ότι το χρήμα είναι εμπόρευμα αποτελεί ανακάλυψη μόνον για εκείνον ο οποίος ξεκινά από την έτοιμη μορφή του χρήματος, για να την αναλύσει στη συνέχεια.

Ως προς τη φύση του, λοιπόν, το χρήμα αποτελεί τη μορφή εμφάνισης της αξίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ο οποίος, μέσω της γενικευμένης εμπορευματοπαραγωγής, βασίζεται στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ανεξαρτήτων εμπορευματοκατόχων, τους οποίους αρχικά ο Μαρξ θεωρεί, στο σύνολό τους, ως εμπορευματοπαραγωγούς, κάνοντας αρχικά αφαίρεση από τον εμπορευματικό χαρακτήρα της εργασιακής δύναμης. (Οι μισθωτοί, η χαρακτηριστικότερη τάξη του καπιταλισμού, είναι εμπορευματοκάτοχοι και όχι εμπορευματοπαραγωγοί, βλ. και Δημούλης-Μηλιός 1999). Η αξία αποτελεί την κοινή παράμετρο στην οποία τα εμπορεύματα τίθενται σε αναφορά το ένα με το άλλο προκειμένου να εκφράσουν το «είναι» τους κατά τη διαδικασία ανταλλαγής [1] ' [2] . Κατά συνέπεια, όπως σημειώνει και ο I. I. Rubin (1994, 520), η έννοια της αξίας πρέπει να διακριθεί αυστηρά από την έννοια της εργασίας, καθώς η πρώτη αποτελεί μια κοινωνικά ιδιαίτερη (καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής) αποκρυστάλλωση της δεύτερης.

Κατά τον Marx, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η εργασία αποτελεί ουσία της αξίας. Μέτρο της είναι ο χρόνος εργασίας και μορφή της, όπως έχει ήδη γραφεί, το χρήμα. Αντίθετα για τον Smith η αξία ενός εμπορεύματος προσδιορίζεται είτε με την ποσότητα της εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή του, είτε με την ποσότητα της εργασίας που το δεδομένο εμπόρευμα μπορεί να αγοράσει μέσω της ανταλλαγής. Για να καταλήξει πως η πρώτη περίπτωση ισχύει για τις «πρώιμες», προ-καπιταλιστικές μορφές κοινωνίας (Rubin 1994, 247-49). Ο Ricardo αποδέχεται μόνο την εργασιακή θεωρία της αξίας που αναφέρεται στη δαπανώμενη εργασία, απορρίπτοντας τη θεωρία των «κοστών παραγωγής». Δηλαδή, από τις αναπτύξεις του Smith αποδέχεται και αποσαφηνίζει περαιτέρω μόνο το σκέλος που αναφέρεται στη δαπανώμενη για την παραγωγή του εμπορεύματος ποσότητα εργασίας.

Ο Marx διαφοροποιείται, ως προς τον προσδιορισμό της αξίας, από τις ανωτέρω απόψεις. Σε συμφωνία με το νοηματικό περιεχόμενο του ήδη αναφερθέντος χωρίου, κατά το οποίο η διαδικασία ανταλλαγής παράγει τον αναδιπλασιασμό του εμπορεύματος σε εμπόρευμα και χρήμα, μια εξωτερική αντίθεση, στην οποία αυτά παριστούν την εσωτερική τους αντίθεση της αξίας χρήσης (εμπόρευμα) και ανταλλακτικής αξίας (χρήμα), προκύπτει η αντίληψή του περί της αξίας ως ενότητα περιεχομένου, μεγέθους και μορφής..

Η αξία, όπως σημειώνει και ο Rubin (1994, 521), περιλαμβάνει το περιεχόμενο της αξίας και την κοινωνική μορφή της αξίας. Ως περιεχόμενο της αξίας νοείται η αποκρυσταλλωμένη στο εμπόρευμα κοινωνικά όμοιαχρήσιμη εργασία για την παραγωγή του. Η κοινωνική μορφή της αξίας μπορεί να νοηθεί είτε ως κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας, δηλαδή του εμπορεύματος, είτε ως περιγραφή της μορφής της ανταλλαξιμότητας, δηλαδή ανταλλακτική αξία (Μαρξ 1991, 521), διότι η κοινωνική μορφή των εμπορευμάτων και η αξιακήμορφή ή μορφή της ανταλλαξιμότηταςείναι ένα και το αυτό (Μαρξ 1991, 66).

Ως γενική κοινωνική μορφή του εμπορεύματος μπορεί να χαρακτηριστεί εκείνη η οποία δεν έχει ακόμη συγκεκριμενοποιηθεί σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο αλλά αντιπροσωπεύει τον αφηρημένο χαρακτήρα του εμπορεύματος (αποκρυστάλλωση αφηρημένης ή εν γένει ανθρώπινης εργασίας, βλ. Rubin 1994, 521), το οποίο περιέχει την ικανότητα να ανταλλάσσεται με κάθε άλλο εμπόρευμα. Φαίνεται σαν να προβάλλει, έτσι, η έννοια του γενικού ισοδυνάμου ως η ιδιαίτερη στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής κοινωνική μορφή της αξίας, που είναι σύμφυτη με την οικονομικά λειτουργούσα αξία χρήσης (εμπόρευμα), στη γενική ή αφηρημένη μορφή της, δηλαδή το χρήμα.

Το κάθε εμπόρευμα ως αξία αναδιπλασιάζεται σε ανταλλακτική αξία που περιέχει συγκεκριμένη κοινωνικά χρήσιμη εξαντικειμενικευμένη εργασία στο ένα άκρο, ενώ στο άλλο εμφανίζεται ως αποκρυστάλλωση κοινωνικής εργασίας εν γένει, η οποία επομένως εκφράζεται με το γενικό ισοδύναμο υπό την ιδιότητα του οποίου λειτουργεί το χρήμα.

Ο Marx θεωρώντας, στο θεωρητικό εγχείρημα του, ως χρηματικό εμπόρευμα τον χρυσό τεκμηριώνει την άποψή του σχετικά με το χρήμα, λέγοντας πως «ο χρυσόςεμφανίζεται απέναντι στα άλλα εμπορεύματα ως χρήμα, μόνον επειδή πρωτύτερα στεκόταν ήδη απέναντι τους ως εμπόρευμα. Όμοια με όλα τα άλλα εμπορεύματα, λειτουργούσε κι αυτός ως ισοδύναμο, είτε ως μεμονωμένο ισοδύναμοσε σποραδικές πράξεις ανταλλαγής, είτε ως ιδιαίτερο ισοδύναμοπλάι σε άλλα εμπορευματικά ισοδύναμα. Βαθμιαία λειτούργησε σε στενότερους ή ευρύτερους κύκλους ως γενικό ισοδύναμο. Μόλις κατέκτησε το μονοπώλιο αυτής της θέσης στην αξιακή έκφραση του κόσμου των εμπορευμάτων, έγινε χρηματικό εμπόρευμα, και το πρώτον απ' αυτήν την στιγμή, που ο χρυσός έγινε ήδη χρηματικό εμπόρευμα (...) μεταβάλλεται η γενική αξιακή μορφήσε χρηματική μορφή» (Μαρξ 1991, 202). Δηλαδή, «ένα εμπόρευμα φαίνεται να γίνεται χρήμα όχι μόλις κι επειδή όλα τα άλλα εμπορεύματα παριστάνουν σ' αυτό τις αξίες τους, αλλά, αντιστρόφως αυτά φαίνονται να παριστούν γενικά τις αξίες τους σ' εκείνο, επειδή είναιχρήμα. Η διαμεσολαβούσα κίνηση εξαφανίζεται στο ίδιο της το αποτέλεσμα και δεν αφήνει πίσω της κανένα ίχνος. Τα εμπορεύματα βρίσκουν έτοιμη χωρίς δική τους συμβολή την αξιακή μορφή τους ως έξω από αυτά και πλάι σ' αυτά τα ίδια υπάρχοντα σώματα εμπορευμάτων. Αυτά τα πράγματα, ο χρυσός και ο άργυρος, όπως βγαίνουν από τα σωθικά της γης, είναι συγχρόνως η άμεση ενσάρκωση κάθε ανθρώπινης εργασίας. Εξ αυτού η μαγεία του χρήματος. Η απλώς ατομιστική συμπεριφορά των ανθρώπων κατά την κοινωνικήδιαδικασία παραγωγής τους και ως εκ τούτου η από τον έλεγχό τους και τις συνειδητές ατομικές πράξεις τους ανεξάρτητη, υλικήμορφή των δικών τους σχέσεων παραγωγής εμφανίζεται καταρχάς στο ότι τα προϊόντα της εργασίας τους λαμβάνουν γενικά τη μορφή του εμπορεύματος. Το αίνιγμα του φετίχ του χρήματοςείναι ως εκ τούτου απλώς το ορατό πλέον και εκτυφλωτικό αίνιγμα του ίδιου του φετίχ του εμπορεύματος» (Μαρξ 1991, 95).

Η αδυναμία, λοιπόν, του Ricardo να διακρίνει και να ερμηνεύσει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα του εμπορεύματος προέρχεται από την αδυναμία του να διακρίνει τόσο την κοινωνική «μορφή της αξίας», όσο και την κοινωνικά αφηρημένη εργασία, περιοριζόμενος στις ποσοτικές μεταβολές του μεγέθους της αξίας των προϊόντων. [3] Με τον τρόπο αυτό, οδηγείται σε παρανόηση της κοινωνικής λειτουργίας του χρήματος, θεωρώντας ότι ο χρυσός και ο άργυρος, όπως άλλα εμπορεύματα, έχουν «εσωτερική αξία», η οποία εξαρτάται από τη σπανιότητα τους, τη δαπανώμενη ποσότητα της εργασίας για την προσκόμισή τους στην αγορά και την αξία του απασχολούμενου στα ορυχεία κεφαλαίου, το οποίο τα παράγει [4] .

Πριν από τον Ricardo και τον A. Smith, την άποψη πως ο χρυσός και ο άργυρος είναι εμπορεύματα είχαν διατυπώσει οι J. Locke και J. Law.

Κατά τον Smith, οι δυσκολίες στις ανταλλαγές εμπορευμάτων μεταξύ τους οδήγησαν στη χρήση ενός εμπορεύματος στις οικονομικές συναλλαγές (βλ. και Hollander 1910-11, Lapavitsas 1996). Αυτό μετατράπηκε σε χρήμα και τα προβλήματα του εμπορίου ξεπεράστηκαν. Πριν από τον Α. Smith, ο J. Law [5] ' [6] επιχείρησε να περιγράψει μια τέτοια διαδικασία. Από τα κείμενα των δύο προκύπτει πως κατά τη διατύπωση και διαμόρφωση των συμπερασμάτων του σχετικά με το ζήτημα, ο Smith έλαβε υπόψη του τις θέσεις του Law, τις οποίες επεξεργάστηκε και διαμόρφωσε περαιτέρω. Αναφέρει στο κεφάλαιο iv («Of the Origin and Use of Money»), του Πλούτου των Εθνών: «Όταν όμως άρχισε να λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά ο καταμερισμός της εργασίας, αυτή η δυνατότητα ανταλλαγής αντιμετώπιζε στην πράξη σημαντικά εμπόδια και δυσχέρειες. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κατέχει μεγαλύτερη ποσότητα από ένα εμπόρευμα απ' αυτή που έχει ο ίδιος ανάγκη, ενώ ένας άλλος κατέχει μια μικρότερη ποσότητα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος θα ήταν ευτυχής να απαλλαγεί και ο δεύτερος να αγοράσει ένα μέρος αυτού του πλεονάσματος. Αν όμως ο δεύτερος δεν συνέβαινε να κατέχει τίποτα από αυτά που έχει ανάγκη ο πρώτος, δεν θα γινόταν μεταξύ τους καμιά ανταλλαγή. Ο κρεοπώλης έχει στο κατάστημά του περισσότερο κρέας απ' όσο μπορεί ο ίδιος να καταναλώσει και ο ζυθοποιός και ο αρτοποιός θα ήταν πρόθυμοι να αγοράσουν ένα μέρος του. Αλλά δεν έχουν τίποτα να του προσφέρουν ως αντάλλαγμα εκτός από τα προϊόντα του αντίστοιχου επαγγέλματός τους και ο κρεοπώλης έχει ήδη προμηθευτεί όλο το ψωμί και τη μπύρα που έχει άμεσα ανάγκη. Σ' αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει μεταξύ τους καμιά ανταλλαγή. Ούτε αυτός μπορεί να είναι ο έμπορός τους, ούτε αυτοί πελάτες του. Και μ' αυτό τον τρόπο, είναι όλοι αμοιβαία λιγότερο ωφέλιμοι ο ένας στον άλλο. Προκειμένου να αποφύγει τη δυσχέρεια τέτοιων καταστάσεων, κάθε φρόνιμος άνθρωπος σε κάθε περίοδο της κοινωνίας μετά τη καθιέρωση του καταμερισμού της εργασίας, θα πρέπει να προσπάθησε να διευθύνει τις υποθέσεις του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διαθέτει πάντα, πέραν του ιδιαίτερου προϊόντος της δραστηριότητάς του, μια ορισμένη ποσότητα κάποιου άλλου εμπορεύματος το οποίο θα θεωρούσε ότι λίγοι άνθρωποι θα αρνούνταν ως αντάλλαγμα του προϊόντος της δικής τους δραστηριότητας (...) Φαίνεται ωστόσο, ότι σε όλες τις χώρες, κάποιες ακαταμάχητες αιτίες οδήγησαν τους ανθρώπους στο να προτιμήσουν για το σκοπό αυτό, πέρα από κάθε άλλο εμπόρευμα τα μέταλλα. Τα μέταλλα όχι μόνο μπορούν να διατηρηθούν με τις μικρότερες απώλειες από οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, αφού πολύ δύσκολα μπορούμε να συναντήσουμε κάτι λιγότερο αλλοιώσιμο απ' αυτά, αλλά μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε οποιοδήποτε αριθμό κομματιών, όπως επίσης τα κομμάτια αυτά μπορούν να επανενωθούν με τη σύντηξη. Η ιδιότητα αυτή, που δεν την κατέχει κανένα άλλο από τα εξ ίσου ανθεκτικά εμπορεύματα, είναι αυτή που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τα καθιστά κατάλληλα για να αποτελέσουν τα όργανα του εμπορίου και της κυκλοφορίας» (Smith 1776, I.iv.2&4). [7]

Με βάση αυτή την ανάλυση για την εμπορευματική φύση του χρήματος και για τις κατάλληλες φυσικές ιδιότητες των μετάλλων που τους επιτρέπουν να παίξουν αυτό το ρόλο, ο A. Smith διατυπώνει τη θέση του για την ουδετερότητα του χρήματος: «Το χρήμα από χρυσό και άργυρο που κυκλοφορεί σε κάθε χώρα θα μπορούσε κυριολεκτικά να συγκριθεί με ένα αμαξιτό δρόμο, ο οποίος ενώ επιτρέπει την κυκλοφορία και μεταφορά στην αγορά της χλόης και των σιτηρών της υπαίθρου, δεν παράγει ούτε μια φούχτα χλόης ή σιτηρών» (Smith 1776, ΙΙ.ii.86. Βλ. και Rubin 1994, 235 επ.).

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι αναλύσεις του Ricardo. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η «εσωτερική αξία» του χρήματος εξαρτάται, όπως ήδη σημειώσαμε, από την σπανιότητα του χρυσού και του αργύρου, την απαραίτητη ποσότητα εργασίας για την προμήθειά τους, καθώς και την αξία του απασχολούμενου στα ορυχεία κεφαλαίου, το οποίο τα παράγει. Αναφέροντας «σπανιότητα» («scarsity»), επεκτείνει το συλλογισμό του Smith όσον αφορά την «fertility and bareness of the mines» («την υψηλή ή χαμηλή απόδοση των ορυχείων», Smith 1776, I.v.7), δίνοντας έμφαση στα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (βλ. Ricardo 1992, 8), ως λογική συνέπεια της εργασιακής θεωρίας της αξίας (δες χαρακτηριστικά Ricardo 1992, 14).

Τέλος, το γεγονός ότι ο Ricardo δεν διατυπώνει μια διαφορετική εκδοχή σχετικά με την ιστορική διαδικασία δημιουργίας του χρήματος, δείχνει, μάλλον, την αποδοχή από τη μεριά του της ερμηνείας που πρότεινε ο A. Smith, σύμφωνα με την οποία το χρήμα προέκυψε από τον αντιπραγματισμό (την ανταλλαγή εμπορεύματος με εμπόρευμα), προς διευκόλυνση των εμπορικών ανταλλαγών, αρχικά ως κυκλοφορία μετάλλων σε ράβδους και κατόπιν ως κυκλοφορία νομισμάτων με την εγγύηση της δημόσιας αρχής (βλ. την επόμενη ενότητα του άρθρου).

Η κριτική του Marx στην προσέγγιση αυτή περί «εσωτερικής αξίας» του χρήματος πηγάζει ακριβώς από τη θεωρία του για τον κοινωνικό χαρακτήρα και τις μορφές της αξίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αν το χρήμα είχε «εσωτερική αξία», αυτό θα σήμαινε ότι η αξία κάθε εμπορεύματος προσδιορίζεται μεμονωμένα, και στη συνέχεια διαμορφώνονται οι ανταλλακτικές σχέσεις μεταξύ των εμπορευμάτων, ανάλογα με το (δαπανώμενο) χρόνο εργασίας για την παραγωγή του καθενός. Η αντίληψη του Marx για την ενότητα περιεχομένου, μορφής και μεγέθους της αξίας είναι ριζικά διαφορετική. Όπως τονίζουν οι Μηλιός - Οικονομάκης (1999, 127-28): «Η αξία των εμπορευμάτων δεν εμφανίζεται ποτέ καθαυτή (...) Εκφράζεται μόνο μέσω των (στρεβλών) μορφών εμφάνισής της, δηλαδή των τιμών των εμπορευμάτων. Αυτές οι μορφές εμφάνισης της αξίας δεν αναφέρονται σε κάθε εμπόρευμα ξεχωριστά, δηλαδή δεν πρόκειται για μεμονωμένες, για αρχικά ανεξάρτητες μεταξύ τους εκφράσεις της αξίας κάθε εμπορεύματος, αλλά αποτυπώνουν τη σχέση ανταλλαγής του εμπορεύματος με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Αποτελούν υλική έκφραση της κοινωνικής ομογενοποίησης της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (όπως αυτή περιγράφεται με την έννοια αφηρημένη εργασία).Ο Μαρξ έκανε σαφές ότι η αξία κάθε εμπορεύματος μπορεί να οριστεί μόνο στην ανταλλακτική του σχέση προς ένα άλλο εμπόρευμα». Και συνεχίζουν: «Αυτή η ανταλλακτική αξιακή σχέση υλοποιείται από το χρήμα. Στο μαρξικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη "υλική συμπύκνωση" της (αφηρημένης) εργασίας, κανένα άλλο μέτρο (ή μορφή εμφάνισης) της αξίας: "Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα. Αυτή η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί από την άλλη μεριά στο κεφάλαιο, ώστε μπορεί να αναπτυχθεί ολοκληρωτικά μόνο στη βάση του κεφαλαίου. Όπως και γενικά, μόνο πάνω στη δική του βάση μπορεί η κυκλοφορία να καταλάβει όλα τα συνθετικά στοιχεία της παραγωγής" (Μαρξ 1990: 596)». (Μηλιός - Οικονομάκης 1999, 129).

Συνέπεια των πιο πάνω είναι πως το χρήμα, ακόμα και αν προέρχεται από ένα εμπόρευμα, το οποίο αποσπάστηκε από τον «κόσμο των εμπορευμάτων» για να αποτελέσει χρήμα, δεν έχει πλέον (στο ρόλο του ως χρήμα) «εσωτερική αξία», δεν έχει τιμή: «Το χρήμα αντιθέτως δενέχει τιμή. Το χρήμα για να συμμετείχε σ' αυτήν την ενιαία σχετική αξιακή μορφή των άλλων εμπορευμάτων, θα έπρεπε να τεθεί σε αναφορά προς τον ίδιο τον εαυτό του ως το ίδιο το δικό του ισοδύναμο» (Μαρξ 1991: 97). [8] Μέσα από αυτή την προσέγγιση ο Marx είναι σε θέση να διατυπώσει μια «μοντέρνα» χρηματική θεωρία της αξίας, η οποία αντιλαμβάνεται τόσο την ανάδυση και λειτουργία του λογιστικού χρήματος, όσο και του πιστωτικού χρήματος, (δηλαδή αποτιμήσεις αξιών και συναλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση πραγματικού χρήματος στη βάση της πίστης), αλλά και τη μετάβαση από το μεταλλικό στο χάρτινο-«κρατικό» χρήμα (Μαρξ 1991, 134). Χαρακτηριστικά γράφει: «Η κυκλοφορία του χρήματος (...) περιέχει κατά λανθάνοντα τρόπο τη δυνατότητα, να αντικαταστήσει το μεταλλικό χρήμα στη λειτουργία του ως κέρμα με μάρκες ή άλλο υλικό ή με σύμβολα» (Μαρξ 1991, 132-33). Στο 2ο Τμήμα του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, αλλά και (κυρίως) στον 3ο τόμο, ο Marx θα αναλύσει τις λειτουργίες του χρήματος ως κεφάλαιο και ειδικότερα ως τοκοφόρο κεφάλαιο, κάνοντας σαφή το «μη ουδέτερο» ρόλο του χρήματος στην καπιταλιστική οικονομία. Τα ζητήματα αυτά υπερβαίνουν όμως το αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

2. Το χρήμα ως δημόσιο σύμβολο αξίας

Την άποψή του περί της εξέλιξης του χρήματος, από τα μέταλλα σε ράβδους στα εκδιδόμενα από τη δημόσια αρχή νομίσματα εκθέτει ο Adam Smith ως εξής:

«Πριν από τη θεσμοθέτηση της κοπής νομίσματος, οι άνθρωποι ήταν πάντα εκτεθειμένοι στην πιο χονδροειδή απάτη και αδικία και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος ως αντάλλαγμα για τα αγαθά τους, αντί μιας λίβρας καθαρού αργύρου ή χαλκού να εισπράξουν μια νοθευμένη σύνθεση των πιο ευτελών υλικών που στην εξωτερική τους εμφάνιση δεν διέφεραν από αυτά τα μέταλλα. Για την αποτροπή αυτών των ατιμιών, τη διευκόλυνση των συναλλαγών και κατά συνέπεια, την ενθάρρυνση κάθε μορφής παραγωγικής και εμπορικής δραστηριότητας, σ' όλες τις χώρες που είχαν πραγματοποιήσει κάποιες σημαντικές προόδους, κρίθηκε αναγκαίο να προσθέσουν μια δημόσια σφραγίδα σε συγκεκριμένα βάρη των ιδιαίτερων εκείνων μετάλλων που χρησιμοποιούνταν ευρέως για την αγορά αγαθών. Εξ ου η απαρχή της κερματικής μορφής νομίσματος και εκείνων των δημόσιων γραφείων που ονομάστηκαν νομισματοκοπεία, θεσμοί ακριβώς της ίδιας φύσης με αυτούς των δημόσιων πιστοποιητών του μάλλινου και του λινού υφάσματος. Όλοι αυτοί οι θεσμοί στοχεύουν στο να πιστοποιήσουν, μέσω μιας δημόσιας σφραγίδας, την ποσότητα και την ομοιόμορφη ποιότητα των διαφόρων εμπορευμάτων που φέρονται στην αγορά.

Οι πρώτες δημόσιες σφραγίδες αυτού του είδους που προστέθηκαν στα τρέχοντα μέταλλα, φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις στόχευαν στο να πιστοποιήσουν αυτό του οποίου η εξασφάλιση ήταν ταυτόχρονα η πιο δύσκολη και η πιο σημαντική, δηλ. την ποιότητα ή την καθαρότητα του μετάλλου (...)

Η μη πρακτικότητα και η δυσκολία της ζύγισης αυτών των μετάλλων με ακρίβεια προκάλεσε τη θεσμοθέτηση των κερμάτων, η σφραγίδα των οποίων καθώς κάλυπτε τελείως και τις δύο όψεις του κέρματος και μερικές φορές και τις ακμές τους, υποτίθεται ότι πιστοποιούσε όχι μόνο την καθαρότητα αλλά και το βάρος του μετάλλου (...)

Η ονομασία αυτών των κερμάτων φαίνεται ότι αρχικά εξέφραζε το βάρος ή την ποσότητα του περιεχόμενου μετάλλου(...)

Μ' αυτόν λοιπόν τον τρόπο, το χρήμα έγινε σ' όλες σχεδόν τις πολιτισμένες χώρες το καθολικό όργανο του εμπορίου με την παρεμβολή του οποίου πωλούνται, αγοράζονται ή ανταλλάσσονται όλων των ειδών τα αγαθά» (Smith 1776, I.iv.7,8,9,10&11) [9]

Όπως φαίνεται να προκύπτει από το ανωτέρω χωρίο, το χρήμα (δηλαδή, το νόμισμα) αντλεί ή επιβεβαιώνει την αξία του από τη σφραγίδα την οποία φέρει και μέσω της οποίας πιστοποιείται η ποιότητα και αυθεντικότητά του, χωρίς όμως να διασφαλίζεται από τις αυθαιρεσίες της Αρχής που το εκδίδει [10] . Στον κάτοχό του παρέχεται η εξασφάλιση της ονομαστικής αξίας του κέρματος. Με τον τρόπο αυτόν, το χρήμα μετεξελίσσεται από εμπόρευμα, όπως το διαμόρφωσαν οι ανθρώπινες ανάγκες επιβίωσης, σε ένα «κρατικά οριζόμενο όργανο του εμπορίου», απαραίτητο προκειμένου να συνεχίζονται απρόσκοπτα οι οικονομικές ανταλλακτικές δραστηριότητες.

Στη διαμόρφωση αυτών των ερευνών για την απόκλιση ονομαστικής και πραγματικής αξίας του χρήματος, ο Smith ίσως επηρεάστηκε από τον D. Hume. Κατά τον Hume το χρήμα έχει μόνο «φανταστική» ή «συμβολική» αξία («fictitious value») και δρα ως εκπρόσωπος της εργασίας και των εμπορευμάτων στη σφαίρα των συναλλαγών (βλ. και Lapavitsas 1996). Ως αποτέλεσμα, το χρήμα είναι ένα καθαρό μέσο ανταλλαγών, χωρίς δική του «εσωτερική αξία». Με τη βοήθειά του διευκολύνεται η ανταλλαγή του ενός εμπορεύματος με το άλλο και κατά συνέπεια δεν απαιτείται έχει καμιά αξία αφ' εαυτού του.

Όπως σημειώνει ο I. I. Rubin (1994, 107) [11] , ο Hume ακολούθησε τον Locke «βεβαιώνοντας ότι το χρήμα έχει κυρίως μια φανταστική αξία» [12] και έτσι, «τοποθετείται σταθερά στο έδαφος μιας νομιναλιστικής θεωρίας του χρήματος». Κατά τον Locke, το χρήμα (άργυρος ή χρυσός) είναι το «σύνηθες εχέγγυο» («the common pledge», Locke 1691, 9), «το παγκόσμιο αντάλλαγμα, το οποίο οι άνθρωποι δίνουν και λαμβάνουν έναντι άλλων πραγμάτων», το «όργανο και το μέτρο του εμπορίου σ' όλα τα πολιτισμένα και εμπορευόμενα μέρη του κόσμου" (Locke 1695, 5). Το χρήμα έχει αξία, μόνο με την έννοια ότι μέσω της ανταλλαγής επιτρέπει την απόκτηση αγαθών, και μόνο υπό αυτή την έννοια έχει τη φύση ενός εμπορεύματος [13] .

Ο Smith όταν αναφέρεται με συστηματικό τρόπο στον ευτελισμό των νομισμάτων από τις δημόσιες αρχές μοιάζει αρχικά να δέχεται την επιρροή των ανωτέρω απόψεων των Locke και Hume, και να απομακρύνεται από την αρχική του άποψη, η οποία βρισκόταν σε συμφωνία με το πνεύμα του J. Law, σχετικά με την εμπορευματική φύση και την «εσωτερική αξία» του χρήματος. Έτσι, δείχνει να προκύπτει μια αντίφαση από μέρους του A. Smith σχετικά με τη φύση του χρήματος.

Εντούτοις ο Smith σπεύδει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, υποστηρίζοντας ότι στις συναλλαγές επιβάλλεται η πραγματική-εσωτερική και όχι η ονομαστική-«κρατική» αξία του νομίσματος: «Το χρήμα μιας δεδομένης χώρας, σε μια δεδομένη στιγμή και τόπο, αποτελούν ένα λίγο ως πολύ ασφαλές μέτρο της αξίας, στο βαθμό που το τρέχον νόμισμα συμφωνεί με μικρότερη ή μεγαλύτερη ακρίβεια με το πρότυπό του, ή περιέχει λίγο ως πολύ ακριβώς την ίδια ποσότητα καθαρού χρυσού ή καθαρού αργύρου που οφείλει να περιέχει (...) Καθώς σπανίως αυτά συμφωνούν ακριβώς με το πρότυπό τους, ο έμπορος προσαρμόζει την τιμή των αγαθών του, όσο καλύτερα μπορεί, όχι σε αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτά τα βάρη και μέτρα, αλλά σε αυτό που κατά μέσο όρο, διαπιστώνει από την εμπειρία του ότι πραγματικά είναι. Λόγω μιας τέτοιας αταξίας στο νόμισμα, οι τιμές των αγαθών καταλήγουν, αντίστοιχα, να προσαρμόζονται, όχι στην ποσότητα του καθαρού χρυσού ή αργύρου που οφείλει να περιέχει το νόμισμα, αλλά στην ποσότητα που διαπιστώνεται από την εμπειρία ότι κατά μέσο όρο πραγματικά περιέχει» (Smith 1776, I.v.41). Και διευκρινίζει: «Ως χρηματική τιμή των αγαθών αντιλαμβάνομαι πάντα την ποσότητα του καθαρού χρυσού ή αργύρου έναντι της οποίας πωλούνται, ανεξάρτητα από την ονομαστική αξία του νομίσματος» (Smith 1776, I.v.42).

Πώς τοποθετείται όμως ο Marx απέναντι στη νομιναλιστική θεωρία των Locke και Hume; Το γεγονός ότι ο Marx αποστασιοποιείται από τη Σμιθιανή και Ρικαρδιανή αντίληψη περί της «εσωτερικής αξίας» του εμπορεύματος-χρήματος δεν σημαίνει, όπως άλλωστε εύκολα μπορεί να συναχθεί από τα παραπάνω, ότι προσεγγίζει τη νομιναλιστική θεωρητική εκδοχή. Το χρήμα δεν προκύπτει ούτε από ένα «συμβόλαιο» μεταξύ αυτόβουλων-ορθολογικών υποκειμένων (αντίθετα προκύπτει, όπως όλες οι οικονομικές διαδικασίες και φαινόμενα «πίσω από τις πλάτες» των δρώντων φορέων της οικονομίας), ούτε από μια κρατική απόφαση ή πράξη. Το χρήμα (είτε πρόκειται για ένα εμπόρευμα που αποκόβεται από την κυκλοφορία ως εμπόρευμα, είτε πρόκειται για το χάρτινο χρήμα που εκδίδει το κράτος) προκύπτει ως συστατικό εγγενές στοιχείο της ίδιας της σύγχρονης (καπιταλιστικής) οικονομίας, ως αποκρυστάλλωση της κοινωνικής ομογενοποίησης της εργασίας, ως έκφραση της γενικής ανταλλαξιμότητας των εμπορευμάτων και μορφή εμφάνισης

της αξίας εν γένει.

Ο Marx, σχολιάζοντας τις θέσεις των νομιναλιστών, γράφει: «Η διαδικασία ανταλλαγής δεν δίνει στο εμπόρευμα, το οποίο μεταμορφώνει σε χρήμα, την αξίατου, αλλά την ειδική αξιακή μορφήτου. Η σύγχυση των δύο αυτών προσδιορισμών μας παραπλανεί να θεωρήσουμε την αξία του χρυσού και του αργύρου φανταστική. Επειδή το χρήμα σε ορισμένες λειτουργίες του δύναται να υποκατασταθεί από απλά σημεία του ίδιου του εαυτού του, δημιουργήθηκε η άλλη πλάνη, ότι το χρήμα είναι ένα απλό σημείο. Αφετέρου σ' αυτήν την πλάνη εμπερείχετο η υπόνοια, ότι η χρηματική μορφή ενός πράγματος είναι ξένη προς αυτό το ίδιο και απλή μορφή εμφάνισηςανθρωπίνων σχέσεων που κρύβονται πίσω απ' αυτό. Κατ' αυτήν την έννοια κάθε εμπόρευμα θα ήταν ένα σημείο, επειδή ως αξία είναι απλώς υλικό περίβληματής για την παραγωγή του ξοδευθείσας ανθρώπινης εργασίας. Ερμηνεύοντας όμως τους κοινωνικούς χαρακτήρες, τους οποίους λαμβάνουν τα πράγματα, ή τους υλικούςχαρακτήρες, τους οποίους λαμβάνουν οι κοινωνικοί προσδιορισμοί της εργασίας, ως απλά σημεία, τους ερμηνεύει κανείς ταυτοχρόνως ως αυθαίρετο προϊόν αναστόχασης των ανθρώπων» (Μαρξ 1991, 92-93).

Συμπεράσματα

Η κλασική (και προ-κλασική) Πολιτική Οικονομία θεωρεί το χρήμα ως ένα (ουδέτερο) μέσο διευκόλυνσης των συναλλαγών. Αυτό το μέσο εκλαμβάνεται είτε, α) ως ένα εμπόρευμα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (διαιρετότητα, σχετικά υψηλή αξία ανά μονάδα βάρους κλπ. Smith - Ricardo), είτε, β) ως ένα απλό σύμβολο μιας ποσότητας αξίας, επιβλημένο από το κράτος (Locke, Hume).

Κατανοούμε έτσι τους μετασχηματισμούς-ανατροπές στις αντιλήψεις των κλασικών οικονομολόγων που εισήγαγε ο Μαρξ:

1) Δεν είναι η εργασία γενικά που παράγει αξία. Αντίθετα η αξία εκφράζει το συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας στον καπιταλισμό (δηλαδή την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), που επιβάλλει τη γενική ανταλλαξιμότητακάθε προϊόντος εργασίας, το οποίο μπορεί πλέον να παράγεται μόνο ως εμπόρευμα, ως αξία η οποία πραγματοποιείται στην αγορά. Η αφηρημένη μορφή της γενικής ανταλλαξιμότητας κάθε εμπορεύματος εκφράζεται από το χρήμα. Το χρήμα αποτελεί έτσι μορφή εμφάνισης της αφηρημένης (δηλαδή κοινωνικά ομογενοποιημένης και ως εκ τούτου από ποιοτική άποψη ισοδύναμης) εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

2) Συνακόλουθα, η αξία, ως η ειδικά κοινωνική (καπιταλιστική) αποκρυστάλλωση της εργασίας εμφανίζεται μέσω των (αναγκαστικά στρεβλών) μορφών της, των τιμών και του χρήματος. «Η "μορφή της αξίας" είναι η κοινωνική μορφή του προϊόντος της εργασίας, που αντανακλά τον ειδικό κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας στην εμπορευματική παραγωγή (...)» (Rubin 1994, 496).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hollander, J. H. 1910-11. «The development of the theory of money from Adam Smith to David

Ricardo», QuarterlyJournal of Economics, vol. 25, 429-470. Στη διεύθυνση του internet, http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Lapavitsas, C. 1994. «The Banking School and the monetary thought of Karl Marx», Cambridge

Journalof Economics, 18, 447-461.

Lapavitsas, C. 1996. «Classical Political Economy of money and credit», draft paper, May.

Law, J. 1705. Moneyand Trade considered with a proposal for supplying the nation with

money, στη διεύθυνση του internet, http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Locke, J. 1691. SomeConsiderations of the Consequences of the Lowering of Interest and the

Raisingthe Value of Money, http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Locke, J. 1695. FurtherConsiderations Concerning Raising the Value of Money Wherein Mr.

Lowndes' s Arguments for it in his late Report concerning An Essay for the Amendment of Silver Coins, are particularly Examined, http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Ricardo, D.1810. TheHigh Price of Bullion,

http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Ricardo, D.1992. ThePrinciples of Political Economy and Taxation, London: Everyman' s Library

Smith, A. 1776. AnInquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations,

http:/socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/index.html

Δημούλης, Δ. & Μηλιός Γ. 1999. «Θεωρία της αξίας, ιδεολογία και "φετιχισμός"». Θέσεις, τ. 67,

21-74.

Μαρξ Κ. 1990. Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Β΄.

Πρόλογος - μετάφραση - σημειώσεις Διονύσης Διβάρης. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ Κ. 1991. Εμπόρευμα και χρήμα. Το πρώτο βιβλίο από την πρώτη έκδοση

(1867) του «Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το παράρτημα Ι.1: Η αξιακή μορφή.Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Σταμάτης. Αθήνα: Κριτική.

Μηλιός, Γ. & Οικονομάκης, Γ. 1999. «Σημειώσεις για τη Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία».

Θέσεις68, 121-50.

Rubin I. I. 1991. Ιστορία Οικονομικών Θεωριών. Αθήνα: Κριτική.


*αφιερώνω το άρθρο αυτό στη Μαργαρίτα.

[1] «Ας πάρουμε (...) δύο εμπορεύματα (...) Η σχέση ανταλλαγής των, όποια κι αν είναι κάθε φορά, δύναται πάντα να παρασταθεί με μια εξίσωση, στην οποία ένα ορισμένο ποσό [του ενός] (...) εξισώνεται με κάποιο ποσό [του άλλου (...) π.χ. 1 κουάρτερ στάρι = α στατήρες σίδηρος. Τι σημαίνει αυτή η εξίσωση; Ότι η ίδια αξίαυπάρχει σε δύο διαφορετικά πράγματα, σε 1 κουάρτερ στάρι και επίσης σε α στατήρες σίδηρο. Τα δύο είναι επομένως ίσα με ένα τρίτον, το οποίο αυτό καθεαυτό δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Επομένως καθένα από τα δύο, στο βαθμό που είναι ανταλλακτική αξία, πρέπει να δύναται να αναχθεί σ' αυτό το τρίτον" (Μαρξ 1991, 39).

[2] I. I. Rubin, (1994, 519, 520).

[3] «Δεν αμφιβάλλει (ο Ricardo) ότι κάθε προϊόν εργασίας κατέχει "αξία". Δεν αναλογίζεται ποτέ ότι η αξία είναι μια ιδιαίτερη κοινωνική μορφή, την οποία αποκτά το προϊόν της εργασίας μόνον όταν η κοινωνική εργασία οργανώνεται υπό μια ορισμένη κοινωνική μορφή. Οι μεταβολές του μεγέθους της αξίας των προϊόντων εξαρτώνται από τις μεταβολές της ποσότητας της εργασίας που είναι αναγκαία για την παραγωγή τους. Αυτός είναι ο βασικός νόμος του Ricardo. Η προσοχή του προσηλώνεται στην ποσοτική πλευρά των φαινομένων, στο "μέγεθος της αξίας" και στην "ποσότητα της εργασίας". Δεν εκδηλώνει κανένα ενδιαφέρον για την ποιοτική ή κοινωνική "μορφή της αξίας", που δεν είναι τίποτα άλλο από την υλική έκφραση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων ως ανεξάρτητων εμπορευματοπαραγωγών. Ούτε δείχνει ο Ricardo κάποιο ενδιαφέρον στην ποιοτική ή κοινωνική μορφή υπό την οποία οργανώνεται η εργασία: δεν μας παρέχει καμία διευκρίνιση για το εάν μιλά για την εργασία ως τεχνικό συντελεστή της παραγωγής (συγκεκριμένη εργασία), ή για την κοινωνική εργασία που είναι οργανωμένη ως συσσωμάτωμα ανεξάρτητων, ατομικών οικονομικών μονάδων, που συνδέονται η μια με την άλλη μέσω της γενικευμένης ανταλλαγής των προϊόντων της εργασίας τους (αφηρημένη εργασία) (...) η ανάπτυξη μιας θεωρίας τόσο της κοινωνικά αφηρημένης εργασίας, όσο και της κοινωνικής "μορφής της αξίας" (...) [πραγματοποιήθηκε] από τον Marx» (Rubin, 1994, 324-325).

[4] «Ο χρυσός και ο άργυρος, όπως άλλα εμπορεύματα, έχουν μια εσωτερική αξία, η οποία δεν είναι αυθαίρετη, αλλά εξαρτάται από τη σπανιότητα τους, την ποσότητα εργασίας που έχει δαπανηθεί κατά την παραγωγή τους, και την αξία του κεφαλαίου που απασχολείται στα ορυχεία τα οποία τα παράγουν» («Gold and silver, like other commodities, have an intrinsic value, which is not arditrary, but is dependent on their scarcity, the quantitry of labour bestowed in procuring them, and the value of the capital employed in the mines which produce them» (Ricardo, On the High Price of Bullion, 2).

[5] «Πριν η χρήση του Χρήματος να γίνει γνωστή, τα Αγαθά ανταλλάσσονταν μέσω αντιπραγματισμού, ή συμβολαίου και τα συμβόλαια πληρώνονταν σε αγαθά. Αυτή η κατάσταση αντιπραγματισμού δεν ήταν άνετη, και μειονεκτούσε.

1. Εκείνος που επιθυμούσε να αντιπραγματευτεί δεν θα έβρισκε πάντα ανθρώπους που να ήθελαν τα Αγαθά που είχε, και να είχαν εκείνα τα Αγαθά που επιθυμούσε να ανταλλάξει.

2. Συμβόλαια που πληρώνονταν σε Αγαθά ήταν αβέβαια, διότι Αγαθά του ίδιου είδους είναι διαφορετικής αξίας.

3. Δεν υπήρχε κανένα μέτρο μέσω του οποίου η Αναλογία μεταξύ Αγαθών που έχουν Αξία θα μπορούσε να γίνεται γνωστή»

...

«Ο άργυρος είχε Χαρακτηριστικά τα οποία τον καθιστούν κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως Χρήμα.

1. Μπορεί να φτάσει σ' ένα Πρότυπο ως προς την Καθαρότητα, ώστε να είναι κανείς σίγουρος όσον αφορά την ποιότητα του.

2. Ήταν εύκολος στην Μεταφορά.

3. Ήταν της ίδιας αξίας σε ένα μέρος όπως ήταν και σε ένα άλλο, ή διέφερε λίγο, όντας εύκολο να μεταφερθεί.

4. Μπορούσε να φυλάσσεται δίχως Απώλεια ή Έξοδο, καταλαμβάνοντας ελάχιστο Χώρο και έχοντας διάρκεια.

5. Μπορούσε να διαιρεθεί δίχως Απώλεια, μια Ουγκιά τεσσάρων τεμαχίων είναι της ίδιας Αξίας με μια Ουγκιά ενός τεμαχίου»

[«Before the use of Money was known, Goods were exchanged by Barter, or Contract; and Contracts were made payable in Goods. This State of Barter was inconvenient, and disadvantageous.

1. He who desired to Barter would not always find People who wanted the Goods he had, and had such Goods as he desired in Exchange.

2. Contracts taken payable in Goods were uncertain, for Goods of the same kind differed in value.

3. There was no measure by which the Proportion of Value Goods had to one another could be known."

...

«Silver had Qualities which fitted it for the use of Money.

1. It could be brought to a Standard in Fineness, so was certain as to its Quality.

2. It was easie of Delivery.

3. It was of the same value in one place that it was in another; or differed little, being easie to carriage.

4. It could be kept without Loss or Expense; taking up little Room, and being durable.

5. It could be divided without Loss, an Ounce in four Pieces, being equal in Value to an Ounce in one Piece"] (Law 1705, κεφ. 1, σ. 2, 3)

[6] Σε αντίθεση με τον A. Smith, ο J. Law δεν χρησιμοποιεί στην ανάλυση του τον όρο «εμπόρευμα» («commodity») αλλά τον όρο αγαθό («good»), ο οποίος βέβαια εμφανίζεται και στο έργο του Smith. Η διαφορά των δύο όρων, ίσως να μπορούσε να αποτελέσει θεματικό άξονα άρθρου σχετικά με την εξέλιξη του όρου «αγαθό», ιδιαίτερα μετά τη διάκριση μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας.

[7] Τα αποσπάσματα του Πλούτου των Εθνώνπροέρχονται από τη μετάφραση του Χρήστου Βαλλιάνου, με επιστημονική επιμέλεια του Γιάννη Μηλιού, που θα κυκλοφορήσει εντός του ερχόμενου έτους από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».

[8] Βέβαια, κατά την ιστορική διαδικασία δημιουργίας του χρήματος, αυτό μοιάζει να διατηρεί μια «εσωτερική αξία» για δύο λόγους: α) Η ανταλλακτική σχέση που σχηματίζουν όλα τα εμπορεύματα με το χρυσό ή τον άργυρο, όταν ένα από τα ευγενή αυτά μέταλλα γίνεται χρήμα, ρυθμίζεται από τις αναλογίες ανταλλαγής αντιπραγματισμού, που ίσχυαν προτού τα ευγενή μέταλλα γίνουν χρήμα. β) Όταν ένα ευγενές μέταλλο (ο χρυσός) γίνεται χρήμα, δεν αποκόβεται εντούτοις πλήρως από τον κόσμο των εμπορευμάτων, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη ύλη μιας πλειάδας εμπορευμάτων (π.χ. χρυσά κοσμήματα κ.λπ.). Η τιμή του χρυσού ως εμπορεύματος (ως πρώτης ύλης για την κατασκευή εμπορευμάτων από χρυσό), δηλαδή η ανταλλακτική του σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, επηρεάζει και τη συγκεκριμένη ανταλλακτική σχέση των εμπορευμάτων (συμπεριλαμβανομένου και του χρυσού ως εμπορεύματος) με τη χρηματική μονάδα (που αρχικά ορίζεται ως μια μονάδα βάρους πρότυπου χρυσού).

[9] Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

[10] «Η αγγλική λίρα και η πέννα περιέχουν σήμερα περίπου μόνο το ένα τρίτο, η σκωτική λίρα και πέννα περιέχουν περίπου το ένα τριακοστό έκτο, και η γαλλική λίρα και πέννα περίπου το ένα εξηκοστό έκτο της αρχικής τους αξίας. Με τις ενέργειές τους αυτές, οι μονάρχες και τα κράτη, ήταν σε θέση, φαινομενικά, να αποπληρώνουν τα δάνειά τους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με μια μικρότερη ποσότητα αργύρου από αυτή που θα απαιτείτο διαφορετικά. Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν μόνο φαινομενικό, γιατί από τους πιστωτές τους υπεξαιρείτο μόνο ένα μέρος από αυτά που τους οφείλονταν. Όλοι οι άλλοι οφειλέτες της χώρας αποκτούσαν το ίδιο προνόμιο και μπορούσαν να πληρώνουν με το ίδιο ονομαστικό άθροισμα του νέου και υποτιμημένου νομίσματος οτιδήποτε είχαν δανειστεί με το παλαιό. Επομένως, αυτές οι ενέργειες αποδεικνύονταν πάντα ευνοϊκές προς τον οφειλέτη και καταστροφικές για τον πιστωτή» (Smith 1776, I.iv.10).

[11] «"Το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο από μια εκπροσώπηση της εργασίας και των εμπορευμάτων και χρησιμεύει μόνον ως μέθοδος εκτίμησης και αξιολόγησής τους". Είναι μια συμβατική μονάδα υπολογισμού, "ένα όργανο στο οποίο έχουν συμφωνήσει οι άνθρωποι για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής του ενός εμπορεύματος με το άλλο", και ως τέτοιο δεν έχει καμία αξία αφ' εαυτού. Ακολουθώντας τον Locke, και βεβαιώνοντας ότι το χρήμα έχει "κυρίως μια φανταστική αξία", ο Hume τοποθετείται σταθερά στο έδαφος μιας νομιναλιστικής θεωρίας του χρήματος, σε αντίθεση προς τη μερκαντιλιστική θεωρία του χρήματος ότι το χρήμα από μόνο του (δηλαδή ο χρυσός και ο άργυρος) κατέχει πραγματική αξία.» (Rubin 1994, 107).

[12] Γράφει σχετικά ο σύγχρονος προς τον J. Locke, J. Law: «Ο κ. Locke και άλλοι που έχουν γράψει σχετικά με αυτό το αντικείμενο, λένε, Η κοινή Συναίνεση τοποθέτησε μια φανταστική Αξία στον άργυρο, εξαιτίας των χαρακτηριστικών που τον καθιστούν κατάλληλο ως χρήμα. Δεν μπορώ να συλλάβω πώς διαφορετικά Έθνη μπόρεσαν να συμφωνήσουν να τοποθετήσουν μια Φανταστική Αξία σε κάθε πράγμα, ειδικά στον Άργυρο, μέσω του οποίου όλα τα άλλα Αγαθά αξιολογούνται. Ή ότι κάθε χώρα θα το υιοθετούσε εκείνο ως Αξία, το οποίο δεν αξιολογείται ως ισοδύναμο με ό,τι ανταλλάσσεται. Ή πώς αυτή η Φανταστική Αξία θα μπορούσε να έχει διατηρηθεί»

(«Mr. Locke and others who have Wrote on this Subject, say, The general Consent of Men placed an imaginary Value upon silver, because of its Qualities fitting it for Money. [Locke, pag. 31. upon Interest, and pag. 1, upon Money] I cannot conceive how differrent Nations could agree to put an Imaginary Value upon any thing, expecially upon Silver, by which all other Goods are valued; Or that any one Country would receive that as a Value, which was not valuable equal to what it was given for; Or how that Imaginary Value could have been kept up» Law 1705, 4-5.

[13] «Το χρήμα έχει αξία, καθώς είναι ικανό μέσω Ανταλλαγής να μας προμηθεύσει τα Απαραίτητα ή τις Ανέσεις της Ζωής, και σύμφωνα με αυτό έχει τη Φύση ενός Εμπορεύματος» («Money has a value, as it is capable by Exchange to procure us the Necessaries or Conveniencies of Life, and in this it has the Nature of a Commodity» (Locke 1691, 17).