H ΣΥΓΚΥΡΙΑ ΚΑΙ Η ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
του Ηλία Ιωακείμογλου

Πολιτικό είναι αυτό που η ιστορική φάση της ταξικής πάλης καθιστά επίκαιρο.
Louis Althusser

1. Προοίμιο

Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, συγκεντρώνονται βαθμιαία οι συνθήκες για μια αλλαγή σε ορισμένες βασικές επιλογές των αστικών τάξεων της Ευρώπης σε σχέση με την οικονομική πολιτική δηλαδή σε σχέση με την συσσώρευση κεφαλαίου και την διευθέτηση των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό του αστικού κράτους. Το παιχνίδι της «καθημερινής» πολιτικής, οι περιπέτειες της πολιτικής σκηνής και της κομματικής ζωής θα διεξάγονται στο εξής πάνω στο υπόβαθρο δύο βασικών δεδομένων της μακροχρόνιας συγκυρίας:

Πρώτον, η κρίση του κεφαλαίου έχει εισέλθει σε μια νέα φάση, με σαφή, ευδιάκριτα, νέα χαρακτηριστικά. Το μονοπάτι που ακολούθησε ο καπιταλισμός ήταν προβλέψιμο στα μέσα της δεκαετίας του '80. τουλάχιστον στις γενικές του γραμμές - ο αναγνώστης μπορεί να επαληθεύσει του λόγου το αληθές ανατρέχοντας στα παλαιά τεύχη των θέσεων που δημοσίευσαν, κατά καιρούς, αναλύσεις για την κρίση υπερσυσσώρευσης και την οικονομική πολιτική. Ένας απολογισμός των όσων συνέβησαν έκτοτε θα καταλήξει αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι ένα μεγάλο μέρος όσων θεωρούσαμε τότε ως ικανές και αναγκαίες συνθήκες της εξόδου του καπιταλισμού από την κρίση υπερσυσσώρευσης. έχουν πραγματοποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε σε μια νέα φάση της κεφαλαιοκρατικής κρίσης, στην διάρκεια της οποίας θα κριθεί τελικά η ικανότητα του καπιταλισμού να εισέλθει σε μια νέα μακροχρόνια περίοδο άνθισης. Εάν η ριζοσπαστική1 Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου πρέπει να κατανοήσει ποια είναι τα επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών αντιθέσεων στην διάρκεια της νέας φάσης της καπιταλιστικής κρίσης.

Δεύτερον, στην διάρκεια της νέας φάσης της κεφαλαιοκρατικής κρίσης, όλα τα επίδικα αντικείμενα διακυβεύονται στην σκιά της προϊούσας απαξίωσης της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή της ιδιαίτερης μορφής που έχει η αστική ηγεμονία στην παρούσα ιστορική συγκυρία. Οι φίλοι και σύντροφοι που νομίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι απλώς μια μορφή διαχείρισης του συστήματος, μια οικονομική πολιτική ή μια ιδεολογία αγνοούν αυτήν την βασική πλευρά των πραγμάτων, δηλαδή ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αστική ηγεμονία αυτοπροσώπως στα. χρόνια της κρίσης και της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού (19741999). Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, αυτή η ηγεμονία αποδυναμώνεται διαρκώς στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι η ιδιοτέλεια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης δεν είναι πλέον εύκολο να εμφανισθεί ως γενικό συμφέρον και ότι στους κόλπους των υποτελών κοινωνικών τάξεων αναπτύσσεται η δυσπιστία, η αμφισβήτηση, και μαζί με αυτήν οι διαθέσεις σύγκρουσης. Εάν η ριζοσπαστική Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου, πρέπει να κατανοήσει ότι η αποδυνάμωση της αστικής ηγεμονίας (δηλαδή της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού), παρόλο που αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών τάξεων, δεν εξασφαλίζει την στροφή τους προς τις οργανώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς επειδή, για παράδειγμα, αυτές κατέχουν ατράνταχτες αποδείξεις αγωνιστικότητας και έγκυρα πιστοποιητικά επαναστατικότητας ή ακόμη επειδή εκφέρουν τον ορθό λόγο της επαναστατικής θεωρίας. Εάν η ριζοσπαστική Αριστερά θέλει να έχει πολιτική παρουσία στην διάρκεια της επόμενης περιόδου, πρέπει να κατανοήσει σε ποιο ακριβώς έδαφος αναπτύσσεται η διαδικασία αποδυνάμωσης της ηγεμονίας και να παρέμβει πάνω σε αυτό το έδαφος για να διεκδικήσει την εκπροσώπηση της ριζοσπαστικοποίησης των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

Το άρθρο αυτό πραγματεύεται τα δύο βασικά δεδομένα της σημερινής φάσης της καπιταλιστικής κρίσης, εξετάζει τις υποκειμενικές συνθήκες στους κόλπους της ριζοσπαστικής Αριστεράς και θέτει το ερώτημα τι απορρέει από αυτά για την πολιτική της δράση και το μέλλον της.

2. Η παγίδα του Αριστερισμού ή πώς να κατανοήσουμε τη συγκυρία Η συγκυρία είναι η σύγκλιση, η συμπύκνωση των αντιθέσεων ενός κοινωνικού σχηματισμού, είναι στοχαστική συνάντηση παραγόντων, «τυχαίος» συνδυασμός στοιχείων που προκύπτουν αφενός από την ίδια τη φύση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και αφετέρου από την ιστορία του (εθνικού) κοινωνικού σχηματισμού. Η συγκυρία περιλαμβάνει, λοιπόν, ένα μεγάλο πλήθος στοιχείων το οποίο ως εμπειρικό υλικό παραδίδεται στην αντίληψη μας ως άθροισμα ασύνδετων φαινομένων. Στη συνέχεια, οι θεωρητικές κατασκευές - εάν διαθέτουμε τέτοιες - αναλαμβάνουν να ταξινομήσουν, να διευθετήσουν, να ιεραρχήσουν, γύρω από ορισμένες έννοιες κλειδιά, όλα τα στοιχεία της συγκυρίας, έτσι ώστε να προκύψει από αυτήν την θεωρητική δουλειά, ένα λογικά συνεκτικό στρατηγικό τοπίο.

Υπάρχουν, λοιπόν, τρεις κατασκευές, οι οποίες προέρχονται από την παράδοση της Αριστεράς, που μας επιτρέπουν να πραγματοποιήσουμε αυτήν την θεωρητική δουλειά.

Πρώτη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου, είναι αυτή που προτιμάει ο Λένιν και η οποία εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από την στρατιωτική τέχνη, δηλαδή την τέχνη του πολέμου. Η διευθέτηση, η ταξινόμηση των στοιχείων της συγκυρίας πραγματοποιείται χάρη σε ένα σύστημα αναφοράς που περιλαμβάνει τρία στοιχεία, ή καλύτερα, τρεις διατάξεις υποδοχής των στοιχείων της συγκυρίας:

* το έδαφος των κοινωνικών συγκρούσεων, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από τις αντικειμενικές συνθήκες των ταξικών αντιθέσεων (οικονομικές: συσσώρευση κεφαλαίου και εκμετάλλευση της εργασίας, πολιτικές: θεσμικό πλαίσιο και «κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού», ιδεολογικές: μορφή, κατάσταση και ισχύς των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους)·

* το σύστημα των αντιτιθέμενων κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών δυνάμεων που διατάσσονται σε σχηματισμούς μάχης. πραγματοποιούν συμμαχίες, υφίστανται σχίσματα, συγκρούονται...·

* τα επίδικα αντικείμενα των κοινωνικών συγκρούσεων, ζητήματα σε αναφορά με τα οποία οι σχηματισμοί μάχης σχηματίζονται και αναδιατάσσονται. Το σύστημα αναφοράς που κατασκευάζει ο Λένιν, του επιτρέπει να διαμορφώσει μια παράσταση που ο ίδιος ονομάζει «παρούσα ιστορική στιγμή». Η παρούσα ιστορική στιγμή αποτελεί περιγραφή μιας πολιτικής κατάστασης με λίγο πολύ σταθερά χαρακτηριστικά. Ο Λένιν αντιλαμβάνεται την αλλαγή του στρατηγικού τοπίου (δηλαδή της «παρούσας ιστορικής στιγμής») ως διαδικασία χωρίς υποκείμενο. Για τον λόγο αυτό, αναζητάει την δυναμική, τον τρόπο της μετάβασης από το ένα στρατηγικό τοπίο στο άλλο, από την μια ιστορική στιγμή στην άλλη, από τη μία συγκυρία στην άλλη. Η θεωρητική κατασκευή που προκύπτει έτσι επιτρέπει στον Λένιν να προσδιορίσει με σαφήνεια συγκεκριμένες δράσεις, ενδιάμεσους στόχους και μέσα δράσης.

Δεύτερη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου, είναι αυτή των επιγόνων του Λένιν, οι οποίοι, μετά τον θάνατο του, υποκατέστησαν την θεωρητική κατασκευή του για την στρατηγική, με μια άλλη, ριζικά διαφορετική, που εμπνέεται από την θεωρία της αντιστοιχίας παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Το στρατηγικό τοπίο γίνεται έκτοτε αντιληπτό από τα κομμουνιστικά κόμματα με βάση την «θεωρία των σταδίων».

Τρίτη θεωρητική κατασκευή του στρατηγικού τοπίου είναι η «ταξινομητική μέθοδος» του αριστερισμού: πρόκειται για την παράδοση που επίμονα και αγωνιωδώς προσπαθεί να χαράξει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «ρεφορμιστικό» και το επαναστατικό, το συνδιαχειριστικό και το αντικαπιταλιστικό, ανάμεσα στην ταξική συνθηκολόγηση και την αγωνιστική πρακτική. Αυτή η παράδοση που φθάνει μέχρι τις ημέρες μας, είναι εξαιρετικά ισχυρή στους κόλπους της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αρέσκεται να αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική.

Από τις τρεις παραδόσεις, η δεύτερη, της «θεωρίας των σταδίων», έχει προφανώς εγκαταλειφθεί οριστικά από όλους στην ριζοσπαστική Αριστερά. Η πρώτη παράδοση, η λενινιστική, αν και δεν βρίσκεται σε πλήρη αχρηστία, διατηρεί μια μάλλον δειλή παρουσία, παρά το γεγονός ότι όλοι στην ριζοσπαστική Αριστερά θα επιθυμούσαν να επανασυνδεθούν μαζί της.

Τι απομένει; Ένα μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής Αριστεράς πολύ απλά δεν αντιλαμβάνεται καν την ύπαρξη της συγκυρίας, δηλαδή δεν διαθέτει αντίληψη για το στρατηγικό τοπίο. Ένα άλλο τμήμα της καταφεύγει στην «ταξινομητική μέθοδο» σε συνδιαχειριστικό και αντίκαπιταλιστικό. Βεβαίως, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδεολογική αντίδραση υπερέχει σημαντικά, κανείς δεν αγνοεί ότι αυτή η διάκριση (συνδιαχειριστικό αντικαπιταλιστικό) έχει μια λειτουργία αρκετά σημαντική. Πέραν τούτου, όμως, αυτός ο τύπος ανάγνωσης της συγκυρίας παράγει απλώς μιαν αμυντική τακτική περιχαράκωσης και οχύρωσης. Είναι, άραγε, μια τέτοια τακτική, η κατάλληλη μέσα στις συνθήκες της «παρούσας ιστορικής στιγμής»; Οι θέσεις αυτού του άρθρου είναι:

* πρώτον, ότι στη σημερινή ιστορική συγκυρία αποδυνάμωσης της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού και εισόδου του καπιταλισμού στην τελευταία φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης, το ζητούμενο είναι η επανίδρυση ταξικά αυτόνομων πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζόμενων τάξεων * δεύτερον, ότι για την επίτευξη αυτού του στόχου (της επανίδρυσης), η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να έχει ως οδηγό της δράσης της μιαν «ανάγνωση» της συγκυρίας που θα ακολουθεί το παράδειγμα του Λένιν: να είναι, δηλαδή, μια ανάγνωση της συγκυρίας που δεν θα περιορίζεται στην διάκριση συνδιαχειριστικού και αντίκαπιταλιστικού, ούτε θα αποσκοπεί στην οχύρωση και την άμυνα, αλλά στην συγκρότηση μετώπων, συμμαχιών, συνδικαλιστικών και πολιτικών πρωτοβουλιών, στην ενεργητική παρέμβαση στην εξέλιξη των κοινωνικών αντιθέσεων έχοντας γνώση του στρατηγικού τοπίου, δηλαδή των επίδικων αντικειμένων, των αντικειμενικών συνθηκών και των δυνάμεων που παρεμβαίνουν στην συγκυρία·

* τρίτον, ότι εφ' όσον η συγκυρία, η «παρούσα ιστορική στιγμή», αποτελεί σύζευξη ευνοϊκών αντικειμενικών όρων για την ανασύνταξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς, θα πρέπει να καταβληθούν όλες οι προσπάθειες για την επίτευξη των υποκειμενικών όρων της ανασύνταξης·

* τέταρτον, ότι τίποτα δεν προδικάζει τις μορφές οργάνωσης που θα μπορούσαν να προκύψουν από την ανασύνταξη του ριζοσπαστικού χώρου.

3. Κρίση του καπιταλισμού, τελευταία πράξη 3.1.0 χαρακτήρας της κρίσης και τα μέσα για την υπέρβαση της Από τις αρχές της δεκαετίας του '80, ανοίγει μια νέα φάση2 για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό: είναι η φάση εκείνη της κρίσης υπερσυσσώρευσης. κατά την οποία ένα μ"έρος των μέσων παραγωγής, εξ' αιτίας της μειωμένης του ικανότητας να παράγει κέρδη, αδυνατεί να λειτουργήσει ως κεφάλαιο, και ως εκ τούτου οδηγείται σε εκκαθάριση. Ένα μέρος του κεφαλαίου γίνεται ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στον βαθμό εκείνο της εκμετάλλευσης που απαιτεί η «υγιής», η «ομαλή» ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής διαδικασίας παραγωγής και για τον λόγο αυτό διακόπτεται η λειτουργία του ως μέσων παραγωγής. Η απομάκρυνση από την αγορά των λιγότερο κερδοφόρων κεφαλαίων και η συνακόλουθη μείωση της παραγωγής θέτει σε διαθεσιμότητα ένα μέρος του εργατικού δυναμικού και υποχρεώνει ένα άλλο μέρος, που διατηρεί την απασχόληση του, να δεχθεί μειώσεις του πραγματικού μισθού κάτω από εκείνα τα επίπεδα που αντιστοιχούν στα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής μας (στο «ιστορικό στοιχείο των αναγκών» της εποχής μας) ή μεταβολές στην αγορά εργασίας - δηλαδή μεταβολές στους όρους πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης.

Η πρώτη, λοιπόν, αυθόρμητη λειτουργία της κρίσης υπερσυσσώρευσης είναι η εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων και η συνακόλουθη κάμψη της ισχύος των εργατικών ενώσεων. Ακολουθεί αμέσως μετά η μετατροπή των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, δηλαδή οι αλλαγές που έγιναν γνωστές ως «ευελιξίες» της αγοράς εργασίας.

Πέραν αυτών, όμως, η κρίση, με τις εκκαθαριστικές της λειτουργίες δημιουργεί το έδαφος, τις δυνατότητες, για την αναδιάρθρωση της παραγωγής, δηλαδή μια σειρά από ριζικές αλλαγές είτε στα μέσα παραγωγής, είτε στην οργάνωση της εργασίας, που συντομεύουν τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, ή ακόμη, οδηγούν σε βελτίωση της ποιότητας, ή στην παραγωγή νέων προϊόντων. Η ένταση του ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει την περίοδο των εκκαθαριστικών λειτουργιών της κρίσης ωθεί μια μερίδα των επιχειρήσεων να χρησιμοποιήσουν τις νέες τεχνικές δυνατότητες και τις οργανωτικές καινοτομίες που τις συνοδεύουν. Αυτό έχει επιπτώσεις, καταρχήν, στην κερδοφορία: Από το γεγονός ότι ο πραγματικός μισθός σταθεροποιείται ή μειώνεται (γεγονός που σχετίζεται όχι μόνον με την κατάσταση στην αγορά εργασίας, αλλά και με τον συνολικό κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων), ενώ αντιθέτως η παραγωγικότητα της εργασίας που προέρχεται από τις τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες στο υπό εκσυγχρονισμό τμήμα του παραγωγικού συστήματος παρουσιάζει αξιοσημείωτη αύξηση, προκύπτει μια μείωση του μεριδίου εργασίας στο προϊόν και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, γεγονός που συμβάλλει στην ανόρθωση της κερδοφορίας. Ακόμη, ο τεχνολογικός και οργανωτικός εκσυγχρονισμός επιτρέπει και προτρέπει σε εξοικονόμηση παγίου κεφαλαίου μέσω της επιμήκυνσης του χρόνου λειτουργίας των εγκαταστάσεων (ευελιξίες στη χρήση του κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού, από όπου εν μέρει απορρέει και η απαίτηση της εργοδοτικής πλευράς για ευελιξίες των ωραρίων), της καλύτερης χρήσης της συσσωρευμένης πείρας του συλλογικού εργάτη (οφέλη που προκύπτουν από τον επανακαθορισμό της οργάνωσης της εργασίας σε σχήματα «συμμετοχικά», σχήματα παρακίνησης και ανάθεσης ευθυνών των εργαζομένων, σχήματα που ευνοούν την ανάπτυξη πρωτοβουλίας κ.λ.π), της εκμετάλλευσης της προόδου στον τομέα των φυσικών επιστημών και της εφαρμογής της, της προσαρμογής του εργατικού δυναμικού στις γνωστικές απαιτήσεις των σύγχρονων μεθόδων παραγωγής μέσω της κατάρτισης... Οι οικονομίες στην χρήση του σταθερού κεφαλαίου που προκύπτουν έτσι, ευνοούν την άνοδο της κερδοφορίας.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαδικασίες που συμβάλλουν στην έξοδο του καπιταλισμού από την κρίση του: μία διαδικασία αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας (αύξηση του ποσοστού υπεραξίας) και μια διαδικασία τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης της παραγωγικής διαδικασίας (μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, οικονομίες στην χρησιμοποίηση του σταθερού κεφαλαίου).

Την πρώτη διαδικασία (αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας) συνθέτουν:

* η μαζική εκκαθάριση μη επαρκώς αξιοποιημένου κεφαλαίου με το κλείσιμο (μικρών ή μεγάλων) μονάδων παραγωγής ή τμημάτων παραγωγής που οδηγεί σε άνοδο της ανεργίας, * η άνοδος της χρόνιας και μαζικής ανεργίας, έτσι ώστε να διαβρωθεί η ισχύς των εργατικών ενώσεων, να μειωθεί η αγοραστική δύναμη των μισθών και να αναδιανεμηθεί το προϊόν σε βάρος της εργασίας, να εξασθενήσει η ταξική συνείδηση και να μειωθεί η αγωνιστικότητα των εργαζόμενων τάξεων, να αυξηθεί η εντατικότητα της εργασίας και να ενισχυθεί η εργασιακή πειθαρχία·

* η ανασύνθεση της εταιρικής διάρθρωσης του κεφαλαίου, η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση ώστε να επιτευχθούν οικονομίες στην χρήση του κεφαλαίου και να επιταχυνθεί η περιστροφή του·

* η μετατροπή των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, ελαστικά ωράρια, ενοικίαση εργαζομένων και πάσης φύσεως «ευελιξίες της αγοράς εργασίας»)'

* η ανάπτυξη του καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας με την εκμετάλλευση της «δεύτερης» αγοράς εργασίας (γυναίκες, μετανάστες, νέοι) και την καταστρατήγηση στην πράξη της εργασιακής νομοθεσίας3 ·

* η επιβολή θεσμικών αλλαγών που σχετίζονται με την πώληση και την κατανάλωση της εργασιακής δύναμης: αποδυνάμωση των εργατικών ενώσεων, «απορρύθμιση» των εργασιακών σχέσεων, μετατροπή της νομοθεσίας.

Την δεύτερη διαδικασία (οργανωτικής και τεχνικής ανασυγκρότησης της εργασιακής διαδικασίας) συνθέτουν:

* η μείωση του κόστους των μηχανικών συστημάτων παραγωγής, των πρώτων υλών και της ενέργειας (μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου)·

* η μαζική εισαγωγή καινοτομικών τεχνολογιών που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας ταχύτερα από όσο αυξάνουν την ένταση του κεφαλαίου (την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου) ή οδηγούν στην παραγωγή νέων εμπορευμάτων τα οποία είτε αποτελούν την βάση για την εγκατάσταση νέων κλάδων παραγωγής, είτε επιτρέπουν την διεύρυνση της κλίμακας των προϊόντων σε υπάρχοντες κλάδους·

* η εγκατάσταση ριζικών αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας, έτσι ώστε οι καινοτομικές τεχνολογίες να πραγματοποιούνται με οικονομίες στην χρήση του παγίου κεφαλαίου.

* η επιτάχυνση της περιστροφής του κεφαλαίου.

3.2. Από την άνοδο της κερδοφορίας στην άνοδο των παφοεγωγιχών επενδύσεων Οι δύο διαδικασίες που συμβάλλουν στην έξοδο του καπιταλισμού από την κρίση του εκτυλίσσονται με άνισους ρυθμούς: η πρώτη, αυτή που απολήγει στην αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, εκτυλίσσεται ταχύτερα από την δεύτερη, αυτήν που απολήγει στην τεχνική και οργανωτική αναδιάρθρωση της εργασιακής διαδικασίας.

Χωρίς οι δύο διαδικασίες να διακρίνονται απόλυτα (με την έννοια ότι δεν ολοκληρώνεται η πρώτη για να εκκινήσει η δεύτερη), μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ορίζουν δύο φάσεις της κρίσης υπερσυσσώρευσης: στην διάρκεια της πρώτης φάσης εκτυλίσσονται κυρίως οι διαδικασίες μετατροπής του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων και αναδιανομής του προϊόντος, έτσι ώστε να ανακάμψει η κερδοφορία και να επιβληθεί εργασιακή πειθαρχία, ενώ στην δεύτερη κυριαρχεί η τεχνική και οργανωτική ανασύνταξη της παραγωγικής διαδικασίας.

Πόσο πολύ έχουν προχωρήσει μέχρι σήμερα αυτές οι δύο διαδικασίες;

Καταρχήν, η πρώτη έχει ολοκληρωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της. Όπως παραδέχεται η τελευταία ετήσια επισκόπηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την οικονομία, η κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον φθάσει στα επίπεδα της «χρυσής εποχής» του καπιταλισμού, της δεκαετίας του '60. Η άνοδος της κερδοφορίας οφείλεται κυρίως, στο μεγαλύτερο μέρος της, στην αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας και μόνον δευτερευόντως στις οικονομίες στην χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου. Αυτό επιτεύχθηκε με όλα όσα αναφέραμε παραπάνω: την αποδυνάμωση της ισχύος των εργατικών ενώσεων, τις αλλαγές στην αγορά εργασίας, την εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων κ.λπ.

Σε αντίθεση με την διαδικασία της αναδιανομής, που έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, η δεύτερη διαδικασία, της παραγωγικής αναδιάρθρωσης, παρά το γεγονός ότι έχει εκκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του '80 καθυστερεί ως εκ της φύσεως της: η επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου επί νέων τεχνικών και οργανωτικών βάσεων προϋποθέτει πλήθος διευθετήσεων τεχνικού και κοινωνικού χαρακτήρα οι οποίες επιτυγχάνονται στην μακροχρόνια διάρκεια. Εκτός αυτού, προϋποθέτει την άνοδο της κερδοφορίας.

Η σημερινή ιστορική φάση αρχίζει, κατά την γνώμη μας, στα μέσα της δεκαετίας του '90 και αποτελεί την μεταβατική περίοδο κατά την οποία ολοκληρώνεται η πρώτη φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης (αναδιανομή του εισοδήματος, άνοδος της κερδοφορίας, κάμψη της συνδικαλιστικής, ιδεολογικής και πολιτικής ισχύος των υποτελών τάξεων) και εισερχόμαστε στην δεύτερη φάση, της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό είναι η ανασυγκρότηση των τεχνικών και οργανωτικών βάσεων της καπιταλιστικής παραγωγής, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή εκ νέου η επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου - με άλλα λόγια, μια νέα μακρά περίοδος άνθισης του καπιταλισμού. Ενώ. δηλαδή, έχουν ολοκληρωθεί, στο μεγαλύτερο μέρος τους, οι αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και στην θεσμική του έκφραση (συνδικάτα, νομοθεσία, κράτος πρόνοιας...), δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος. Ενώ όλοι οι δείκτες του βαθμού κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης έχουν εκτιναχθεί στα ύψη και οι δείκτες της πολιτικής και συνδικαλιστικής ισχύος των εργαζόμενων τάξεων παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα (παρά την ανάκαμψη τους από τα μέσα της δεκαετίας του '90), τα σημεία ανάκαμψης των δεικτών της τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν ασθενή.

Σε αυτό το σημείο τίθεται το ερώτημα, ποιες είναι οι συνθήκες εκείνες που θα επιταχύνουν την διαδικασία της κεφαλαιοκρατικής αναδιάρθρωσης της παραγωγής μέσα στην παρούσα συγκυρία μετάβασης από την πρώτη φάση της κρίσης στην δεύτερη.

Η επιτάχυνση της τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος (η μείωση του κόστους των μηχανικών συστημάτων παραγωγής, των πρώτων υλών και της ενέργειας, η μαζική εισαγωγή καινοτομικών τεχνολογιών, η εγκατάσταση ριζικών αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας...) εξαρτάται, καταρχήν, από τον ρυθμό των επενδύσεων. Όταν το ποσοστό του προϊόντος που διατίθεται για παραγωγικές επενδύσεις4 είναι υψηλό, αντίστοιχα υψηλός είναι και ο όγκος των μηχανικών συστημάτων που μεταφέρεται μέσα στις εργασιακές διαδικασίες. Μαζί δε με αυτά τα μηχανικά συστήματα μεταφέρονται μέσα στις εργασιακές διαδικασίες και οι τεχνολογικές καινοτομίες.

Επομένως, πρωταρχικός1 όρος για την επιτάχυνση της τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος είναι η επιτάχυνση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Σε αυτό καλείται να δώσει απάντηση η οικονομική πολιτική. Καλείται, δηλαδή, να δώσει λύση στην (φαινομενική) αντίφαση ότι η μεν κερδοφορία βρίσκεται σε ιστορικά ύψη, οι δε επενδύσεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Κατά την διάρκεια της πρώτης φάσης της κρίσης του καπιταλισμού, η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση οδήγησε σε υψηλή ανεργία, σε αυξήσεις των πραγματικών μισθών που υστερούν έναντι των αυξήσεων της παραγωγικότητας της εργασίας, οδήγησε άρα σε αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας και σε άνοδο της κερδοφορίας. Αυτή η πολιτική, όμως, έχει δημιουργήσει άλλα προβλήματα στην συσσώρευση κεφαλαίου: αυξάνει μεν την κερδοφορία, δημιουργεί δε ένα «έλλειμμα» ζήτησης. Αυτό έχει αρνητική επίπτωση στις επενδύσεις:

το κίνητρο του κέρδους είναι αναγκαία, πλην όμως δεν είναι ικανή συνθήκη για την επιτάχυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου, της οποίας ο σημαντικότερος καθοριστικός παράγοντας είναι η επιτάχυνση της ζήτησης.

Το σύστημα φαίνεται, λοιπόν, ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι στην παρούσα ιστορική στιγμή είναι εγκλωβισμένο σε μια διαδικασία χαμηλών ρυθμών συσσώρευσης κεφαλαίου εξαιτίας της οικονομικής πολιτικής. Η ταχεία συσσώρευση κεφαλαίου, δηλαδή οι υψηλές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου απαιτούν, στην παρούσα ιστορική φάση, άνοδο της ζήτησης.

Αυτή η ανάγκη, η οποία γίνεται όλο και πιο αισθητή στις κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτεί ορισμένες αλλαγές σε βασικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, απαιτεί την εγκατάσταση μιας πολιτικής που θα δημιουργεί αρκετά υψηλή ζήτηση ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού, πλην όμως, θα την διατηρεί (την ζήτηση) κάτω από εκείνα τα όρια που οδηγούν σε αύξηση του πληθωρισμού. Διότι, μια τέτοια διαχείριση της ζήτησης αυξάνει την παραγωγή και βελτιώνει έτσι τις προσδοκίες σχετικά με την μελλοντική εξέλιξη του όγκου της παραγωγής και των κερδών6 .

Η επιτάχυνση της παραγωγής μέσω μιας αποτελεσματικής (κεϋνσιανής7 ) πολιτικής που θα διαχειρίζεται την συνολική ζήτηση με τον τρόπο που αναφέραμε παραπάνω, εμφανίζεται ως απαραίτητος όρος για την αύξηση των επενδύσεων και μέσω αυτών για την επιτάχυνση της διαδικασίας τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος, δηλαδή για την οριστική είσοδο στην τελευταία πράξη της κρίσης του καπιταλισμού.

Αποτελεί, άραγε, η εν λόγω στροφή στην οικονομική πολιτική κάποια θολή προοπτική; Η στροφή έχει ήδη γίνει στις ΗΠΑ8 και έχει οδηγήσει την αμερικανική οικονομία σε οκταετή, μέχρις στιγμής, περίοδο οικονομικής άνθισης. Ορισμένες από τις διαδικασίες τεχνολογικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του συστήματος παραγωγής, όπως τις περιγράψαμε στην ενότητα 3.1, είναι ήδη εμφανείς στα στατιστικά στοιχεία των ΗΠΑ. Με πολύ συνοπτικό τρόπο, αυτά που συμβαίνουν με τον αμερικάνικο καπιταλισμό είναι τα εξής:

Η αμερικανική οικονομία «έσπασε όλα τα ρεκόρ», σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του OFCE9 , του ερευνητικού ινστιτούτου παρακολούθησης της συγκυρίας που διευθύνει ο Fitoussi. Κλείνοντας διάρκεια 101 μηνών τον Αύγουστο του 1999, η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας θα είναι σε λίγο η πιο μακροχρόνια μεταπολεμική περίοδος οικονομικής άνθισης. Πολλοί σχολιαστές ισχυρίζονται ότι η οικονομία των ΗΠΑ εισήλθε σε μια νέα φάση μακροχρόνιας οικονομικής μεγέθυνσης. Οι εν λόγω σχολιαστές βασίζονται σε μια σειρά δεικτών που βελτιώνονται μάλλον θεαματικά: χαμηλός πληθωρισμός, χαμηλά επιτόκια, πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό, απρόσκοπτη μεγέθυνση του προϊόντος, μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 4,3%10, απογείωση των επενδύσεων, ελαφρά αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας πάνω από τη μακροχρόνια τάση της, μακροβιότητα της οικονομικής άνθισης... Η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ11 για την οικονομική συγκυρία παραδέχεται ότι η πραγματικότητα της αμερικανικής οικονομίας ανατρέπει συνεχώς τις προβλέψεις του διεθνούς οργανισμού μεταξύ άλλων και ότι το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται επί σειρά ετών κάτω από το «φυσικό ποσοστό ανεργίας» χωρίς αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Το Economie Report of the President 1999 προσφέρει την πιο πλήρη περιγραφή των επιτυχιών του αμερικανικού καπιταλισμού.

Με δεδομένη την πληθώρα των στατιστικών και των αναλύσεων, αλλά και την μαρξιστική μας παιδεία, ποιους δείκτες να διαλέξουμε για να σχηματίσουμε δική μας άποψη σχετικά με το ζήτημα; Ποιες είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να θέσουμε στα στατιστικά στοιχεία για να κρίνουμε από ποια φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης διέρχεται η αμερικανική οικονομία; Μα φυσικά τους ίδιους δείκτες και τις ίδιες ερωτήσεις που χρησιμοποίησαν οι αναλύσεις των θέσεων στο παρελθόν για να κατανοήσουν την πορεία και τα φαινόμενα της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Για τον πολύ απλό λόγο ότι αυτές οι ερωτήσεις και αυτοί οι δείκτες μας υπηρέτησαν καλά στο παρελθόν12 :

* Η απόδοση του παγίου κεφαλαίου του ιδιωτικού μη χρηματιστικού τομέα, μέτρο της κερδοφορίας και εκπρόσωπος στον κόσμο των φαινομένων του μαρξιστικού «ποσοστού κέρδους».

* Το μερίδιο της εργασίας στο προϊόν του ιδιωτικού μη χρηματιστικού τομέα, του οποίου η εξέλιξη τείνει να εκφράσει την κίνηση του «ποσοστού υπεραξίας».

* Ο λόγος προϊόντος παγίου κεφαλαίου του ιδιωτικού μη χρηματιστικού τομέα, του οποίου η κίνηση τείνει να εκφράσει αφενός μεν την εξέλιξη της ανοδικής τάσης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, αφετέρου δε τη δράση όλων των παραγόντων που δρουν σε αντίθετη κατεύθυνση με αυτήν την άνοδο (μεταξύ των οποίων η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, οι οικονομίες στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου13, η μείωση της τιμής των μέσων παραγωγής...).

* Ο ρυθμός συσσώρευσης κεφαλαίου στον ιδιωτικό μη χρηματιστικό τομέα, δηλαδή ο δείκτης της ταχύτητας με την οποία συσσωρεύεται το παραγωγικό κεφάλαιο.

* Η παραγωγικότητα της εργασίας και ο ρυθμός υποκατάστασης εργασίας με μηχανικές λειτουργίες.

Η απόδοση κεφαλαίου (υπολογισμοί με το κεφαλαιακό απόθεμα παγίου κεφαλαίου πλην των κατοικιών και με το προϊόν του επιχειρηματικού μη χρηματιστικού τομέα), μετά από μια περίοδο μακράς πτώσης, η οποία είχε ως σημείο εκκίνησης το έτος 1965, αυξάνεται από το 1983, δηλαδή από τον καιρό της κυκλικής ανάκαμψης στην οποία κατέφυγε ο Ρέιγκαν μετά τους πειραματισμούς των πρώτων ετών της θητείας του. Παρά το γεγονός ότι η κερδοφορία κατά το 1999 παραμένει προφανώς κατώτερη από το αντίστοιχο επίπεδο του 1965, η ανοδική τάση είναι προφανής (διάγραμμα 1).



Δύο παράγοντες συνέβαλαν σε αυτήν την άνοδο: Πρώτον, η πτώση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ (εναλλακτικά, η πτώση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε πραγματικούς όρους). Δεύτερον, η άνοδος του λόγου προϊόντος παγίου κεφαλαίου.

Το μερίδιο των μισθών στην προστιθέμενη αξία (διάγραμμα 2) ακολουθεί πτωτική πορεία από τις αρχές της δεκαετίας του '80, χάρη στην άνοδο της ανεργίας, την αντίσυνδικαλιστική δράση της κυβέρνησης και των εργοδοτικών οργανώσεων, την άνοδο της εργασιακής ανασφάλειας και της φτώχειας, την υποχώρηση των συλλογικών αξιών - με δύο λόγια, επειδή άλλαξε ο ταξικός συσχετισμός δυνάμεων. Η περιγραφή αυτής της διαδικασίας αποδίδεται με γλαφυρό και ενδιαφέροντα τρόπο από τους αναλυτές του αμερικανικού Economie Policy Institute.

Η άνοδος του λόγου προϊόντος κεφαλαίου15 (διάγραμμα 3) εκφράζει το γεγονός ότι το ύψος του παγίου κεφαλαίου που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος μειώνεται, ή ακόμη, ότι οι αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας16 υπερκαλύπτουν την μέση αύξηση της έντασης κεφαλαίου1 ', της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, επομένως της υποκατάστασης εργασίας με μηχανές18 . Η άνοδος του λόγου προϊόντος κεφαλαίου είναι δείκτης της αποτελεσματικότητας του κεφαλαίου. Μειώνεται όταν η τεχνική σύνθεση αυξάνεται, δηλαδή όταν η υποκατάσταση της εργασίας με κεφάλαιο προχωράει. Εντούτοις, εάν αυτή η υποκατάσταση προκαλεί μιαν άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας ακόμη ταχύτερη.



εν συγκρίσει, με την υποκατάσταση, ο λόγος προϊόντος κεφαλαίου αυξάνεται. Το ίδιο συμβαίνει και όταν υπάρχει καλύτερη χρήση του σταθερού κεφαλαίου, είτε με την αύξηση του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, είτε με την πραγματοποίηση οικονομιών στην χρήση του σταθερού κεφαλαίου.

Επομένως, η μακροχρόνια άνοδος του λόγου προϊόντος κεφαλαίου στις ΗΠΑ (19831998) εκφράζει μιαν αύξουσα αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου.

Η πτώση του λόγου προϊόντος κεφαλαίου σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ19 θεωρήθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των μαρξιστών μελετητών ως ένα από τα σημαντικότερα δεδομένα της καπιταλιστικής κρίσης. Η εν εξελίξει άνοδος του ίδιου δείκτη δεν θα έπρεπε, λοιπόν, να εκληφθεί ως σημείο της πορείας εξόδου από την κρίση; Όπως μπορεί κάποιος να παρατηρήσει στο διάγραμμα 4, στο οποίο παρίσταται η εξέλιξη της ταχύτητας με την οποία συσσωρεύεται το κεφάλαιο, μέχρι το 1992 στις ΗΠΑ υπήρχε επιβράδυνση της συσσώρευσης. Έτσι, η άνοδος του λόγου προϊόντος κεφαλαίου στην δεκαετία του '80 εμφανίζεται καταρχήν ως ένα παράδοξο. Είναι πολύ δύσκολο να ερμηνεύσουμε την άνοδο του δείκτη ως αποτέλεσμα μιας μαζικής μεταφοράς τεχνολογικών καινοτομιών μέσα στις εργασιακές διαδικασίες πριν το 1992, διότι η εν λόγω μεταφορά γίνεται μέσω των επενδύσεων, άρα μέσω μιας επιτάχυνσης του ρυθμού συσσώρευσης κεφαλαίου πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην διάρκεια της δεκαετίας του '80. Πρέπει, λοιπόν, να καταλήξουμε ότι στην διάρκεια των ετών 19831992, ο λόγος προϊόντος κεφαλαίου αυξανόταν εξαιτίας της εκκαθάρισης των λιγότερο αποδοτικών κεφαλαίων, της καταστροφής ενός τμήματος του κεφαλαίου που έγινε «ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στον βαθμό που απαιτείται για την "υγιή και απρόσκοπτη" ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής»20 . Καθώς αυτό το κεφάλαιο που εκκαθαρίζεται αποτελείται από ατομικά κεφάλαια που γενικώς έχουν λόγο προϊόντος κεφαλαίου χαμηλότερο από τον μέσο εθνικό όρο, η καταστροφή τους καταλήγει σε μια άνοδο του δείκτη (που εκφράζει τον μέσο όρο). Αυτη η διαδικασία επικράτησε μέχρι το 1992 1993. Έκτοτε, ο ρυθμός συσσώρευσης ακολουθεί ανοδική πορεία, και είναι λογικό να δεχθούμε ότι η αύξηση του λόγου προϊόντος κεφαλαίου οφείλεται πρωτίστως στην μεταφορά τεχνολογικών καινοτομιών στην διαδικασία παραγωγής μεταφορά που πραγματοποιείται χάρη στις αυξημένες επενδύσεις (ως γνωστόν, οι μεγάλες εκκαθαρίσεις είχαν ήδη πραγματοποιηθεί) της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων και έθεσε σε κίνηση την διαδικασία της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης: Πριν το 1982, το τραπεζικό σύστημα διαμεσολαβούσε το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς χρηματοδότησης των ελλειμμάτων. Έκτοτε, η άνοδος των ελλειμμάτων των ΗΠΑ και η μαζική προσφυγή τους στους ξένους «επενδυτές» μετατόπισε το διεθνές χρηματιστικό σύστημα προς μια λογική άμεσης (χωρίς διαμεσολάβηση) χρηματοδότησης σε πλανητική κλίμακα. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει να συσχετισθεί και με την σύγκλιση, εκείνη την ιστορική στιγμή, των άμεσων συμφερόντων περισσοτέρων μερίδων του κεφαλαίου, οι οποίες προτιμούσαν να δανείσουν και να δανειστούν με ευελιξία και χωρίς το κόστος της διαμεσολάβησης. Ακόμη, θα πρέπει να συσχετισθεί με τις προσδοκίες που δημιουργούσε, τότε, το κύριο ρεύμα της οικονομικής θεωρίας σχετικά με τα οφέλη που θα παρήγε η φιλελευθεροποίηση των αγορών.



Ακολούθησε το άνοιγμα του ιαπωνικού χρηματιστικού συστήματος στα μέσα της δεκαετίας του '80, η αποδιάρθρωση των εθνικών συστημάτων ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ένταξη των «αναδυομένων χωρών» της νότιοανατολικής Ασίας στο παιχνίδι των αγορών...

Οι μετασχηματισμοί του διεθνούς χρηματιστικού συστήματος και η συνακόλουθη «τυραννία των αγορών» προέρχονται, λοιπόν, άμεσα από την απόφαση των ηγεμονικών οικονομικών δυνάμεων του πλανήτη να προχωρήσουν στην φιλελευθεροποίηση, η δε απόφαση τους αυτή σχετίζεται με τα αποτελέσματα που παράγει η νεοφιλελεύθερη πολιτική και τις προσδοκίες που δημιούργησε το κύριο ρεύμα των οικονομικών στις αρχές της δεκαετίας του '80.

Τι απέγινε, άραγε, με αυτές τις προσδοκίες; Σε ποιο βαθμό, η «τυραννία των χρηματιστικών αγορών», ευνόησε την συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου;

Σύμφωνα με τις οικονομικές θεωρίες που επικράτησαν στις αρχές της δεκαετίας του '80, η άνοδος των επιτοκίων ήταν επιθυμητή, διότι θα επέτρεπε, υποτίθεται, την αύξηση της αποταμίευσης και της επένδυσης. Διότι η αποταμίευση πάντα κατά την εν λόγω θεωρία είναι αύξουσα συνάρτηση των επιτοκίων. Η αύξηση του «κόστους του χρήματος» που ακολούθησε, στην διάρκεια των δεκαετιών 19801990, και επιβλήθηκε σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, αποτελούσε την υλοποίηση αυτών ακριβώς των αντιλήψεων. Ωστόσο, τα όσα ακολούθησαν διέψευσαν τις προσδοκίες: τα αποτελέσματα των υψηλών επιτοκίων επί της αποταμίευσης και της επένδυσης όχι μόνον δεν ήταν ευνοϊκά, αλλά ήταν τα ακριβώς αντίθετα από τα αναμενόμενα.

Στην εκτίμηση αυτή συνηγορούν δύο άλλοι δείκτες. Η ωριαία παραγωγικότητα της εργασίας (προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας, διάγραμμα 6) και η υποκατάσταση εργασίας με κεφάλαιο (ρυθμός μεταβολής της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου, διάγραμμα 5) αυξάνονται από το 1992 1993: η υποκατάσταση εργασίας με μηχανές επιταχύνεται, πλην όμως η εν λόγω υποκατάσταση προκαλεί μιαν αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας τόσο μεγάλη ώστε να αυξάνεται ο λόγος προϊόντος κεφαλαίου.

Σε ό,τι αφορά την επιτάχυνση της παραγωγικότητας της εργασίας, πολλοί αναλυτές αμφιβάλλουν και προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι μεταβολές της παραγωγικότητας μπορούν να εξηγηθούν με βάση τον οικονομικό κύκλο: διότι η παραγωγικότητα επιταχύνεται στην ανάκαμψη και επιβραδύνεται στην ύφεση. Το επιχείρημα είναι βάσιμο, πλην όμως το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων των ΗΠΑ (Council of Economic Advisers) στην τελευταία του έκθεση Economic Report of the President 1999Ίι διαπιστώνει ότι από το 1994 η παραγωγικότητα αυξάνεται με ρυθμούς υψηλότερους από αυτούς που προβλέπει το μοντέλο προσομοίωσης που χρησιμοποιεί το Συμβούλιο ένα μοντέλο που προφανώς παίρνει υπόψη του και την κυκλική συνιστώσα της παραγωγικότητας. Αυτό λοιπόν, καταλήγει δικαιολογημένα το Συμβούλιο, μπορεί να εκληφθεί ως σοβαρή ένδειξη μιας αλλαγής στην μακροχρόνια τάση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Βεβαίως, ο οικονομικός κύκλος (ο κύκλος Juglar έχει διάρκεια 710 έτη) πλησιάζει στο τέλος του σύμφωνα με πολλές ενδείξεις, πολύ περισσότερο που πάνω από την αμερικανική οικονομία πλανάται το φάντασμα της κατάρρευσης των τιμών στην Wall Street και της γενικευμένης χρηματιστικής κρίσης. Ωστόσο, εάν η επερχόμενη ύφεση της Οικονομίας των ΗΠΑ αποδειχθεί ρηχή και σύντομη, τότε ο δρόμος για την επιτυχή έξοδο από την κρίση υπερσυσσώρευσης θα είναι υπαρκτός και θα αποτελεί παράδειγμα για την Ευρώπη.

3.3. Οι ανακατατάξεις στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις Στις δύο διαδικασίες που οδηγούν στην έξοδο από την κρίση, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μια τρίτη: την γεωγραφική ανακατανομή του διεθνούς εμπορίου και την δημιουργία τριών μεγάλων πόλων εμπορίου, την συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ενιαία αγορά και την ΟΝΕ, το άνοιγμα νέων αγορών που συνοδεύει τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τις θεσμικές αλλαγές που αφορούν στις κινήσεις κεφαλαίων...

Η διαδικασία των ανακατατάξεων στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις έχει προχωρήσει ήδη σημαντικά:

Πρώτον, και το κυριότερο όλων, κατέρρευσε η ΕΣΣΔ. Ο Ερνέστ Μαντέλ, όταν έγραφε τα Μακρά Κύματα της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης, το 1981, δεν μπορούσε να διανοηθεί μια έξοδο του καπιταλισμού από την κρίση του χωρίς τεράστιες ανθρώπινες θυσίες, συγκρίσιμες ή μεγαλύτερες από αυτές που χρειάστηκε ο καπιταλισμός την προηγούμενη φορά (19401945), επειδή απέναντι στον καπιταλισμό ορθωνόταν η ΕΣΣΔ. Η κατάρρευση της έχει προσφέρει στον καπιταλισμό σημαντικούς «βαθμούς ελευθερίας» στις ανακατατάξεις των διεθνών οικονομικών σχέσεων και του γεωπολιτικού τοπίου. Δεύτερον, για την ολοκλήρωση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης απομένει μια τελευταία δοκιμασία, της απόσυρσης των εθνικών νομισμάτων και της κυκλοφορίας του ευρώ, η οποία τοποθετείται σε πολύ σύντομο χρονικό ορίζοντα. Τρίτον, έχει λάβει την τελική μορφή της η γεωγραφία του διεθνούς εμπορίου, το οποίο διεξάγεται πλέον στον μεγαλύτερο όγκο του μεταξύ τριών εμπορικών πόλων. Τέταρτον, η υπό πραγματοποίηση επέκταση του NATO προς Ανατολάς, παρόλο που πραγματοποιείται για στρατηγικούς και γεωπολιτικούς λόγους, διευρύνει τον οικονομικό ορίζοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περιοχές των οποίων η καπιταλιστική ανάπτυξη θα ανοίξει νέες αγορές. Πέμπτον, η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση μετά την αχαλίνωτη ανάπτυξη της ενδέχεται να πλησιάζει σε μια διαδικασία εξορθολογισμού αν και πιθανότατα θα χρειασθούν για αυτό περισσότερες από μία σοβαρές χρηματιστικές κρίσεις.

Το ενιαίο νόμισμα έχει θέσει τους εθνικούς καπιταλισμούς που συμμετέχουν σε αυτό, ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1999, σε «κατάσταση μάχης σε περικυκλωμένο έδαφος»: θα μεγιστοποιήσει την έκθεση του παραγωγικού συστήματος κάθε χώρας στην πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού, θα εξωθεί, έτσι, κάθε εθνική καπιταλιστική τάξη στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, στην αναδιάρθρωση της παραγωγής, στην επιβολή ευελιξιών στην αγορά εργασίας (δηλαδή στην επιδείνωση των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης). Η απομάκρυνση από την αγορά όλων εκείνων των τμημάτων του κεφαλαίου που δεν αξιοποιούνται «επαρκώς», ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής με γνώμονα το συμφέρον του κεφαλαίου, η περαιτέρω μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στο εσωτερικό κάθε χώρας σε βάρος της εργασίας, η αναδιανομή του εισοδήματος, είναι οι λόγοι για τους οποίους οι εθνικές αστικές τάξεις της ΕΕ εξακολουθούν να αναπτύσσουν την πιο πομπώδη μυθολογία γύρω από την ΟΝΕ και να καλλιεργούν την ευφορία για τα υποτιθέμενα οφέλη της.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η προσαρμογή της εθνικής οικονομίας στις απαιτήσεις της διεθνοποίησης, «υπό κανονικές συνθήκες» (δηλαδή όταν υπάρχουν ξεχωριστά εθνικά νομίσματα) πραγματοποιείται με εργαλείο την συναλλαγματική, την νομισματική και την δημοσιονομική πολιτική, η συμμετοχή στην ΟΝΕ θα αφαιρέσει από την οικονομική πολιτική αυτήν την δυνατότητα, θα μεταφερθεί, έτσι, ολόκληρη η πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού στην αμοιβή εργασίας. Από τις ποσοτικές αναλύσεις που έχουν μέχρι στιγμής πραγματοποιηθεί, προκύπτει ότι η προσαρμογή, εάν διατηρηθούν σταθεροί οι κανόνες με βάση τους οποίους διαμορφώνονται μέχρι σήμερα οι ονομαστικοί μισθοί, θα βαρύνει την εργασία, θα έχουμε, δηλαδή, μείωση του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν, δηλαδή αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας.

Η ΟΝΕ αποτελεί, με δεδομένο τον τρόπο της οικοδόμησης της, ένα πανίσχυρο εργαλείο στα χέρια των αστικών τάξεων της Ευρώπης για την έξοδο από την μακροχρόνια κρίση του καπιταλισμού (κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου). Διότι, η κεφαλαιοκρατική έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την ριζική και διαρκή μετατροπή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου. Η ΟΝΕ εμφανίζεται, επομένως, ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στην πορεία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού προς την έξοδο του από την κρίση: όχι μόνον μετέτρεψε τον συσχετισμό δυνάμεων, αλλά θα τείνει στο εξής να τον «κλειδώσει» στο δυσμενές για την εργασία σημείο που βρίσκεται τώρα.

Η ΟΝΕ αποτελεί, επομένως, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες παγίωσης των «κατακτήσεων» του κεφαλαίου κατά την πρώτη φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Παρόμοια λειτουργία έχει αναλάβει και το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Η αστάθεια και οι διαδοχικές κρίσεις στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου σχετίζονται με την παγκοσμιοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου η οποία, τελικά, είναι και η μοναδική μορφή παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που υπάρχει. Ωστόσο, οι εν λόγω κρίσεις, που εμφανίζονται από τις κυβερνήσεις ως γεγονός ανεξάρτητο από την οικονομική πολιτική, ως παγκόσμια κίνηση που υπερβαίνει τις δυνάμεις τους και τους επιβάλλεται από έξω, είναι κρίσεις που σχετίζονται άμεσα με την ίδια την οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Η αλλαγή οικονομικής πολιτικής που πραγματοποιήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80, αρχικά μεν στις ΗΠΑ και την Βρετανία, αργότερα δε στις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, οδήγησε σε ένα νέο καθεστώς ρύθμισης των οικονομικών εντάσεων ή ανισορροπιών: ενώ παλιότερα αυτές λύνονταν με την αύξηση της προσφοράς χρήματος και τον πληθωρισμό, στο νέο καθεστώς λύνονται μέσω των επιτοκίων των οποίων το επίπεδο και η διακύμανση έχουν αυξηθεί. Η τάση ανόδου των επιτοκίων είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.

Η πολιτική αυτή, δημιούργησε τις προϋποθέσεις και τελικά πέτυχε τη μείωση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που προέβλεπε το κύριο ρεύμα της οικονομικής θεωρίας, η μείωση του πληθωρισμού δεν συνοδεύτηκε από μια παράλληλη μείωση των επιτοκίων. Προέκυψε έτσι μια άνοδος των πραγματικών επιτοκίων (που είναι η διαφορά ονομαστικών επιτοκίων πληθωρισμού), και η επακόλουθη θεαματική άνοδος του δημοσίου χρέους. Η ακατανίκητη άνοδος του δημοσίου χρέους δεν είναι, δηλαδή, κάποιο ιστορικό ατύχημα ή κάποιο προϊόν της τύχης. Είναι το προϊόν της ίδιας της οικονομικής πολιτικής που ασκείται σήμερα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ: οφείλεται στην άνοδο των πραγματικών επιτοκίων. Η άνοδος του δημοσίου χρέους υπό καθεστώς μονεταριστικής πολιτικής, δημιουργεί την ανάγκη περαιτέρω δανεισμού του Δημοσίου, το οποίο, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν μπορεί να βασίζεται για την χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του αποκλειστικά στους εγχώριους «επενδυτές» και είναι αναγκασμένο να απευθυνθεί στους διεθνείς «επενδυτές» για την πώληση των τίτλων που εκδίδει. Είναι, λοιπόν, οι ίδιες οι νομισματικές αρχές των χωρών του ΟΟΣΑ που φιλελευθεροποίησαν το χρηματιστικό σύστημα, ώστε να ικανοποιήσουν πρώτα από όλα τις δικές τους ανάγκες χρηματοδότησης. Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτές τις εξελίξεις έπαιξαν τα ελλείμματα των ΗΠΑ, οι οποίες απευθύνθηκαν στους διεθνείς «επενδυτές» για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '80. Αυτή η στάση των ΗΠΑ μετέτρεψε θεαματικά το τοπίο της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων και έθεσε σε κίνηση την διαδικασία της χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης: Πριν το 1982, το τραπεζικό σύστημα διαμεσολαβούσε το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς χρηματοδότησης των ελλειμμάτων. Έκτοτε, η άνοδος των ελλειμμάτων των ΗΠΑ και η μαζική προσφυγή τους στους ξένους «επενδυτές» μετατόπισε το διεθνές χρηματιστικό σύστημα προς μια λογική άμεσης (χωρίς διαμεσολάβηση) χρηματοδότησης σε πλανητική κλίμακα. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει να συσχετισθεί και με την σύγκλιση, εκείνη την ιστορική στιγμή, των άμεσων συμφερόντων περισσοτέρων μερίδων του κεφαλαίου, οι οποίες προτιμούσαν να δανείσουν και να δανειστούν με ευελιξία και χωρίς το κόστος της διαμεσολάβησης. Ακόμη, θα πρέπει να συσχετισθεί με τις προσδοκίες που δημιουργούσε, τότε, το κύριο ρεύμα της οικονομικής θεωρίας σχετικά με τα οφέλη που θα παρήγε η φιλελευθεροποίηση των αγορών.

Ακολούθησε το άνοιγμα του ιαπωνικού χρηματιστικού συστήματος στα μέσα της δεκαετίας του '80, η αποδιάρθρωση των εθνικών συστημάτων ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ένταξη των «αναδυομένων χωρών» της νότιοανατολικής Ασίας στο παιχνίδι των αγορών...

Οι μετασχηματισμοί του διεθνούς χρηματιστικού συστήματος και η συνακόλουθη «τυραννία των αγορών» προέρχονται, λοιπόν, άμεσα από την απόφαση των ηγεμονικών οικονομικών δυνάμεων του πλανήτη να προχωρήσουν στην φιλελευθεροποίηση, η δε απόφαση τους αυτή σχετίζεται με τα αποτελέσματα που παράγει η νεοφιλελεύθερη πολιτική και τις προσδοκίες που δημιούργησε το κύριο ρεύμα των οικονομικών στις αρχές της δεκαετίας του '80.

Τι απέγινε, άραγε, με αυτές τις προσδοκίες; Σε ποιο βαθμό, η «τυραννία των χρηματιστικών αγορών», ευνόησε την συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου;

Σύμφωνα με τις οικονομικές θεωρίες που επικράτησαν στις αρχές της δεκαετίας του '80, η άνοδος των επιτοκίων ήταν επιθυμητή, διότι θα επέτρεπε, υποτίθεται, την αύξηση της αποταμίευσης και της επένδυσης. Διότι η αποταμίευση πάντα κατά την εν λόγω θεωρία είναι αύξουσα συνάρτηση των επιτοκίων. Η αύξηση του «κόστους του χρήματος» που ακολούθησε, στην διάρκεια των δεκαετιών 19801990, και επιβλήθηκε σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, αποτελούσε την υλοποίηση αυτών ακριβώς των αντιλήψεων. Ωστόσο, τα όσα ακολούθησαν διέψευσαν τις προσδοκίες: τα αποτελέσματα των υψηλών επιτοκίων επί της αποταμίευσης και της επένδυσης όχι μόνον δεν ήταν ευνοϊκά, αλλά ήταν τα ακριβώς αντίθετα από τα αναμενόμενα. Από τις αρχές της δεκαετίας του '80, η άνοδος των επιτοκίων συνοδεύτηκε από μείωση, τόσο της αποταμίευσης, όσο και των επενδύσεων. Ποτέ άλλοτε στην μεταπολεμική ιστορία αυτά τα δύο βασικά μεγέθη δεν ήταν τόσο χαμηλά όσο στην δεκαετία του '90. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατήλθαν κάτω από το κατώφλι του 20%.

Η εξέλιξη των πραγμάτων επαλήθευσε την θέση του Κέυνς, ότι η αποταμίευση δεν εξαρτάται από τα επιτόκια, αλλά από το εισόδημα, το οποίο με τη σειρά του εξαρτάται από την επένδυση. Η τελευταία, όμως, αυξάνεται όταν τα επιτόκια μειώνονται. Επομένως, τα υψηλά επιτόκια οδηγούν σε μείωση της επένδυσης, σε μείωση του εισοδήματος και της αποταμίευσης. Η θέση αυτή του Κέυνς δεν γίνεται πλέον αποδεκτή μόνον από μια μειοψηφία οικονομολόγων, αλλά έχει ευρύτερη απήχηση. Η διαπίστωση ότι η πραγματική οικονομία χρειάζεται τα χαμηλά επιτόκια κερδίζει και πάλι έδαφος, ακόμη και στους κόλπους του ιδεολογικού και πολιτικού προσωπικού του συστήματος.

Ωστόσο, οι μετασχηματισμοί του διεθνούς χρηματιστικού συστήματος της δεκαετίας του '80, που συνοπτικά αποκαλούμε «παγκοσμιοποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου», βασίστηκαν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση που ευνοεί την τάση ανόδου των επιτοκίων. Το παγκόσμιο χρηματιστικό σύστημα, με τα σημερινά του χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με την ακολουθούμενη παγκοσμίως πολιτική, θα προκαλεί κατά καιρούς, αν και κανείς δεν γνωρίζει πόσο συχνά, αναστατώσεις που θα αντιτίθενται στις όποιες προσπάθειες μακροπρόθεσμης ή μεσοπρόθεσμης μείωσης των επιτοκίων κάτι που έχει γίνει αντιληπτό από αρκετούς οικονομολόγους που κινούνται στο εσωτερικό της πολιτικής εξουσίας ή στους ιδεολογικούς μηχανισμούς της.

Οι ανισορροπίες που δημιουργούνται στο χρηματιστικό σύστημα ή εξαιτίας αυτού, μεταφέρουν όλο το βάρος της προσαρμογής στον κόσμο της εργασίας στους μισθούς, την απασχόληση και τις εργασιακές σχέσεις. Όπως έχουν δείξει οι μέχρι τώρα εμπειρίες, αυτό συμβαίνει συστηματικά. Οι αντιφάσεις του συστήματος που παρουσιάζονται στην χρηματιστική σφαίρα τείνουν μονίμως να λυθούν σε βάρος του κόσμου της εργασίας.

Επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, η σημερινή οικονομική πολιτική και η «τυραννία των χρηματιστικών αγορών» στο άμεσο μέλλον θα βρίσκουν στον δρόμο τους δύο ειδών αντιπάλους: όχι μόνον τις δυνάμεις της εργασίας, αλλά και ένα μέρος του πολιτικού και ιδεολογικού προσωπικού του συστήματος που αντιλαμβάνεται ότι η λειτουργία των χρηματιστικών αγορών τείνει να «κλειδώσει» την πραγματική οικονομία σε μια κατάσταση χαμηλών ρυθμών συσσώρευσης κεφαλαίου.

Εν κατακλείδι, η ιστορική φάση της συσσώρευσης κεφαλαίου ανοίγει στον νέο κεϋνσιανισμό δύο σαφώς διακριτές ευκαιρίες: καθιστά επίκαιρη την παρέμβαση του για την εισαγωγή στην οικονομική πολιτική μιας αποτελεσματικής διαχείρισης της συνολικής ζήτησης, έτσι ώστε να επιταχυνθεί η μεγέθυνση του προϊόντος και μαζί με αυτήν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου και η μεταφορά τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών στις εργασιακές διαδικασίες. Αυτό που χρειάζεται στην παρούσα ιστορική της φάση η συσσώρευση κεφαλαίου, μπορεί να το εξυπηρετήσει μια τέτοια κεϋνσιανή πολιτική διαχείρισης της ζήτησης.

Η επικαιρότητα του νέου κεϋνσιανισμού θα αυξάνεται, πέραν των ανωτέρω, και εκ του γεγονότος ότι η λειτουργία των χρηματιστικών αγορών, όχι μόνον αυξάνει την αβεβαιότητα και τους κινδύνους σε επίπεδα που δεν είναι πλέον ανεκτά για την ίδια την λειτουργία του συστήματος, αλλά επιπλέον τείνει να «κλειδώσει» την πραγματική οικονομία σε μια κατάσταση χαμηλών ρυθμών συσσώρευσης κεφαλαίου. Οι νέοι κεϋνσιανοί, λοιπόν, είναι αυτοί που έχουν προτάσεις για τον περιορισμό της «τυραννίας των αγορών». Στον βαθμό που η χρηματιστική παγκοσμιοποίηση θα ρίχνει τον καπιταλισμό από την μια περιπέτεια στην άλλη, θα αυξάνεται η επικαιρότητα του νέου κεϋνσιανισμού.

Για την εργατική τάξη της βιομηχανίας και των υπηρεσιών, για το ημιπρολεταριάτο του τριτογενούς τομέα, για τους ανέργους και τους οικονομικούς μετανάστες, για την μισθωτή μικροαστική τάξη, η μετάβαση από την πρώτη φάση της κρίσης υπερσυσσωρευσης στην δεύτερη δεν θα σημαίνει αναγκαστικά χαλάρωση των επιθέσεων εκ μέρους της κρατικής εξουσίας. Εντούτοις, η είσοδος σε μια περίοδο ταχύτερων ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης θα μειώσει την ανεργία και θα βελτιώσει τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της εργασίας. Επομένως, η συγκυρία αυτή θα είναι ευνοϊκή για την ανασυγκρότηση των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων των εργαζόμενων τάξεων. Η συγκυρία αυτή, όμως, καθορίζεται και από άλλους παράγοντες, τους οποίους εξετάζουμε αμέσως παρακάτω.

4. Ο νεοφιλελευθερισμός, μορφή της αστικής ηγεμονίας στα χρόνια της κρίσης και της αναδιάρθρωσης Ο νεοφιλελευθερισμός ορίζεται κυρίως ως ιδεολογία και πολιτική που αποσκοπεί στην μετατροπή των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης. Προσπαθεί να επιβάλλει ριζικές αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο της συλλογικής ή ατομικής διαπραγμάτευσης για τον καθορισμό του ονομαστικού μισθού, στα ωράρια εντός των οποίων καταναλώνεται η εργασιακή δύναμη από την καπιταλιστική επιχείρηση (διευθέτηση του χρόνου εργασίας, μερική απασχόληση, βάρδιες, συμβάσεις ορισμένου χρόνου...), στους όρους υπό τους οποίους θεωρείται νόμιμη η κατανάλωση της εργασιακής δύναμης (ελευθερία προσλήψεων και απολύσεων, περιστασιακή απασχόληση, επανακαθορισμός της έννοιας του εργατικού ατυχήματος, της έννοιας του εργάσιμου χρόνου)... Ο νεοφιλελευθερισμός είναι, επομένως, η απόπειρα επανακαθορισμού των όρων με τους οποίους το κεφάλαιο αγοράζει και εκμεταλλεύεται την εργασία. Από την φύση του, λοιπόν, δεν διαθέτει μια δική του, ολοκληρωμένη πρόταση οικονομικής πολιτικής. Για λόγους ιστορικούς και για λόγους «εκλεκτικής συγγένειας», ο νεοφιλελευθερισμός συνδύασε τις δυνάμεις του, στην διάρκεια της πρώτης περιόδου της κρίσης υπερσυσσώρευσης, με τον μονεταρισμό, δηλαδή μια θεωρία που ήταν σε θέση να συμπληρώσει τον νεοφιλελευθερισμό ως πρόταση οικονομικής πολιτικής. Έτσι, συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στην «νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική», ή απλώς στον «νεοφιλελευθερισμό» και να εννοούμε την αιμομιξία μονεταρισμού και νεοφιλελευθερισμού σε αυτό το σύνολο πολιτικών που από τις αρχές της δεκαετίας του '90 επιδιώκει με φανατισμό την αδιάλειπτη μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων σε βάρος της εργασίας. Για λόγους ευκολίας θα διατηρήσουμε αυτήν την ορολογία στα παρακάτω έως ότου αναφέρουμε ρητά με ποιο τρόπο θα έπρεπε, κατά την γνώμη μας, να τροποποιηθεί.

Το βασικό θεώρημα του νεοφιλελευθερισμού. το οποίο αποδέχονται στην πλειοψηφία τους οι οικονομολόγοι, αλλά και οι πολιτικοί, συντηρητικοί και σοσιαλιστές, είναι ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να μειώσει την ανεργία κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο χωρίς να προκαλέσει αύξηση του πληθωρισμού. Η ανεργία, σύμφωνα με το ίδιο θεώρημα, είναι «διαρθρωτική», οφείλεται σε χαρακτηριστικά του εργατικού δυναμικού τα οποία είναι ασύμβατα με τα χαρακτηριστικά των θέσεων εργασίας που είναι διαθέσιμες, ή ακόμη, η αγορά εργασίας λειτουργεί υπό το βάρος ορισμένων θεσμικών δυσκαμψιών (εργατικές ενώσεις, επιδόματα ανεργίας, προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, περιορισμοί στις απολύσεις...) που δεν αφήνουν τον μισθό να κατέλθει σε εκείνο το επίπεδο στο οποίο η αγορά αυθορμήτως θα «καθάριζε» την ανεργία. Επομένως, η ανεργία πρέπει να μειωθεί με «διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας», οι οποίες τυχαίνει να αποτελούν την «απελευθέρωση» της από τις «δυσκαμψίες» της.

Πιο συγκεκριμένα, το «φυσικό ποσοστό ανεργίας»22 αποτελεί ένα κατώφλι ανεργίας, κάτω από το οποίο θα επέλθει αναγκαστικά επιτάχυνση του πληθωρισμού: αυτό σημαίνει ότι οι φορείς της οικονομικής πολιτικής δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ούτε την δημοσιονομική, ούτε την νομισματική πολιτική, με σκοπό να μειώσουν την ανεργία κάτω από ένα καθορισμένο σημείο ισορροπίας, παρά μόνον με αντίτιμο την επιτάχυνση του πληθωρισμού. Το «φυσικό ποσοστό ανεργίας» εξαρτάται, δηλαδή, από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας, τα οποία δεν σχετίζονται με την οικονομική πολιτική.

Η απάντηση των «νέων κεϋνσιανών» στο σχήμα του Φρίντμαν δίνεται στα πλαίσια του δικού του σχήματος: αποδέχονται δηλαδή την λογική του «φυσικού ποσοστού ανεργίας» και προσπαθούν οι νέοι κεϋνσιανοί (τους οποίους θα πρέπει να διακρίνουμε από τους νεοκεϋνσιανούς της δεκαετίας του '60, όπως και από τους «μετακεϋνσιανούς» που παραμένουν πολύ πιο πιστοί στην παράδοση του Κέυνς, αλλά και εξαιρετικά μειοψηφικοί στο επάγγελμα των οικονομολόγων), να αποδείξουν ότι το «φυσικό ποσοστό ανεργίας» μπορεί να μειωθεί με μέσο την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, στο εκπαιδευτικό σύστημα και την αγορά εργασίας. Τα θεωρητικά σχήματα των νέων κεϋνσιανών τοποθετούνται δηλαδή στο εσωτερικό της προβληματικής του μονεταρισμού και του φυσικού ποσοστού ανεργίας.

Εάν όμως, η ανεργία δεν μπορεί να μειωθεί με μέσο την οικονομική πολιτική, όπως διατείνεται η κυρίαρχη θεωρία, είτε στην μονεταριστική της εκδοχή, είτε στην «νέα κεϋνσιανή» εκδοχή, πώς μπορεί, άραγε, να μειωθεί;

Η βασική ιδέα πίσω από τις πολιτικές της απασχόλησης που επικρατούν σήμερα, δηλαδή από τις πολιτικές που διατείνονται ότι επιχειρούν να μειώσουν την ανεργία με μέσο τις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, είναι το «φυσικό ποσοστό ανεργίας» (για το οποίο οι νέοι κεϋνσιανοί, στην αγωνία τους να διαφοροποιηθούν, εφηύραν το ακρωνύμιο NAIRU που σημαίνει «ποσοστό ανεργίας που δεν επιταχύνει τον πληθωρισμό»). Η ανάγκη για τις περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, η ανάγκη για περισσότερη ευελιξία, για μείωση του κατώτατου μισθού, για συρρίκνωση των επιδομάτων ανεργίας, για αποδυνάμωση των συνδικάτων, για μεγαλύτερη απασχολησιμότητα και προσαρμοστικότητα, απορρέουν από την θεωρία του Φρίντμαν για το «φυσικό ποσοστό ανεργίας», όπως αυτό μετασχηματίστηκε σε NAIRU από τους νέους κεϋνσιανούς. Μάλιστα, σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ και οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κυρίαρχο θεωρητικό σχήμα δεν είναι το σχήμα του Φρίντμαν στην αρχική του μορφή, αλλά το μεταποιημένο σχήμα των νέων κεϋνσιανών.

Λέμε ότι τα παραπάνω αποτελούν το βασικό θεώρημα του νεοφιλελευθερισμού, όχι μόνον επειδή κατέχει κεντρική θέση στην θεωρητική στρατηγική των μονεταριστών στην προσπάθεια τους να απαξιώσουν την οικονομική πολιτική, πράγμα που λίγο μας ενδιαφέρει εδώ, αλλά επειδή προσέφερε στην αστική ηγεμονία την μορφή που χρειαζόταν στα τέλη της δεκαετίας του '70 (βλ. αναλυτικά στην ενότητα 4.1.3), αρχής γενομένης με την Μάργκαρετ Θάτσερ.

Σε τι συνίσταται, όμως, η ηγεμονία;

Κάθε κρατική πολιτική εμφανίζεται ως ένα σύνολο δράσεων που αποσκοπούν στην άνοδο της γενικής ευημερίας. Η σταθερότητα και η αξιοπιστία μιας πολιτικής εξαρτώνται επομένως από δύο βασικούς όρους: πρώτον, από την ενσωμάτωση στους στόχους της ορισμένων άμεσων συμφερόντων των υποτελών τάξεων, και δεύτερον, από τα αποτελέσματα της σε ό,τι αφορά μια σειρά μεγεθών τα οποία, κατά την αντίληψη (ορθή ή εσφαλμένη) των υποτελών τάξεων, εκφράζουν το «γενικό συμφέρον» (π.χ. η μεγέθυνση του προϊόντος και η μείωση της ανεργίας).

Επομένως, κάθε κρατική πολιτική συμμετέχει ενεργά στο παιχνίδι της ηγεμονίας. Διότι η ηγεμονία αναφέρεται ρητά στις κοινωνικές τάξεις, στον μεταξύ τους συσχετισμό δύναμης, και το κυριότερο, στην ικανότητα τους να διεκδικούν την εκπροσώπηση του συνολικού («εθνικού») συμφέροντος. Ακριβέστερα, η ηγεμονία επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαράσταση του ιδιαίτερου, ιδιοτελούς συμφέροντος μιας κοινωνικής τάξης ως «γενικού συμφέροντος» και την απόσπαση της συναίνεσης των υποτελών τάξεων: στην δική μας κοινωνία, η ηγεμονία της αστικής τάξης εξαρτάται από την ικανότητα της, αφενός μεν να ενοποιεί το δικό της συνολικό συμφέρον, αφετέρου δε να πείθει τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις ότι το δικό της ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον, είναι συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας, συμφέρον του «λαού», του «έθνους», «γενικό ή κοινωνικό» συμφέρον"13 . Η τάξη ή η μερίδα τάξης που είναι σε θέση να παρουσιάζει το δικό της συμφέρον ως συμφέρον του «έθνους», εξ' ορισμού είναι η ηγεμονική, τάξη που αναλαμβάνει την εκπροσώπηση του «γενικού συμφέροντος», δηλαδή η τάξη που αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην συγκρότηση του συνασπισμού εξουσίας21 '.

Η οικονομική πολιτική, ως υπόσχεση ανόδου της «γενικής ευημερίας», συμμετέχει στο παιχνίδι της ηγεμονίας, και μάλιστα με σημαίνοντα ρόλο, καθότι αφορά στην διαχείριση της εργασιακής δύναμης και του χρήματος από το κράτος. Το ίδιο ισχύει και για τις διαρθρωτικές πολιτικές που αποσκοπούν στην «απελευθέρωση» των αγορών, την μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και του δημόσιου συστήματος υγείας κ.λπ. Υπάρχουν βέβαια και άλλες πλευρές της ηγεμονίας που σχετίζονται κυρίως με τα «εθνικά ζητήματα». Στο εξής, όταν αναφερόμαστε στην αστική ηγεμονία θα εννοούμε την πλευρά της εκείνη που σχετίζεται με τα ζητήματα που εξετάζουμε στο άρθρο αυτό.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η μορφή της αστικής ηγεμονίας στην περίοδο της κρίσης υπερσυσσώρευσης επειδή διαθέτει δύο ιδιότητες:

* Πρώτον, εκφράζει το ιδιοτελές συμφέρον της αστικής τάξης στο σύνολο της: προτείνει την «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας, την αποδυνάμωση των εργατικών ενώσεων, την ανάπτυξη της πρόσκαιρης και μερικής απασχόλησης, τις κάθε είδους ευελιξίες, με σκοπό την μείωση του κόστους εργασίας σε επίπεδα τόσο χαμηλά ώστε η αγορά να «καθαρίζει» μόνη της την ανεργία. Επίσης, απαλλάσσει την οικονομική πολιτική από την υποχρέωση να θέσει ως στόχο της την μείωση της ανεργίας. Εν ολίγοις προτείνει όλα όσα εμφανίζονταν ως καθήκοντα της αστικής πολιτικής στην πρώτη φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης (βλ. στην ενότητα 3.1.) ώστε να πραγματοποιηθεί η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας και η συνακόλουθη άνοδος της κερδοφορίας.

* Δεύτερον, εμφανίζει το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου ως «γενικό συμφέρον». Διότι, σύμφωνα με το βασικό θεώρημα του νεοφιλελευθερισμού, η επίθεση εναντίον των εργατικών συνδικάτων, η «απορρύθμιση» του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, η επιδείνωση των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, η αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, δεν είναι απλώς προς όφελος του κεφαλαίου, αλλά είναι ο μοναδικός δυνατός τρόπος να μειωθεί η ανεργία. There is no alternative, άρα πρόκειται για την μοναδική πολιτική που προάγει το γενικό συμφέρον, ακόμη και αν πρόσκαιρα συνεπάγεται ορισμένες θυσίες εκ μέρους των εργαζόμενων τάξεων.

Ο νεοφιλελευθερισμος είναι, λοιπόν, η μορφή της αστικής ηγεμονίας στην διάρκεια της πρώτης φάσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Όπως θα δούμε παρακάτω είναι ενδεχόμενο να διατηρήσει αυτήν την ιδιότητα του χάρη σε ένα συμπλήρωμα κεϋνσιανής πολιτικής που θα διαχειρίζεται την ζήτηση ώστε να επιταχυνθεί η παραγωγή, και μαζί με αυτήν οι επενδύσεις και η μεταφορά τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγή ακριβώς δηλαδή ό,τι χρειάζεται ο καπιταλισμός στην δεύτερη φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί και ως υπόσχεση. Η αξιοπιστία του κρίνεται μακροπρόθεσμα από την σύγκριση της εν λόγω υπόσχεσης με την τελική έκβαση των πραγμάτων. Η σύγκριση αυτή, λοιπόν, γίνεται από τους λαούς της Ευρώπης, μετά από 15 χρόνια εφαρμογής και δείχνει ότι η υπόσχεση του νεοφιλελευθερισμού για άνοδο του γενικού συμφέροντος ήταν μια ψευδής υπόσχεση. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του '90, η αστική ηγεμονία, δηλαδή η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού αποδυναμώνεται και εμφανίζονται πλέον οι πρώτες μεγάλες πράξεις αντίστασης ή οι μικρότερες εκδηλώσεις δυσαρέσκειας των υποτελών τάξεων.

Στην Ελλάδα, η στρατηγική που ακολούθησε το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου, κατά τα πρώτα τέσσερα έτη της διακυβέρνησης, θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στο έπακρο κάπως έτσι: Το κόμμα παίρνει στα χέρια του την κυβέρνηση πηδάλιο και με μοχλό το κράτος εργαλείο, τον δημόσιο τομέα και την αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος κερδών και προσόδων, δίνει την επιθυμητή ώθηση στις δυνάμεις της οικονομικής ανάπτυξης, ωθώντας μάλιστα με τον τρόπο αυτό την ελληνική κοινωνία στον προθάλαμο ενός κάποιου σοσιαλισμού.

Το ΠΑΣΟΚ εγκατέλειψε σταδιακά αυτή τη στρατηγική κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '80 και έκτοτε το πρόγραμμα του διαπνεόταν από κάτι που εύστοχα αποκάλεσαν «κοινωνική ευαισθησία», σε αντίθεση με αυτό που συνέβαινε στην περίοδο 19811985. όταν η αναδιανομή του εισοδήματος θεωρήθηκε ως μέσο για την επίτευξη οικονομικών στόχων.

Όμως, ένα πολιτικό κόμμα δεν ορίζεται ως ένα σύνολο ατόμων, δεν είναι ούτε η ηγετική του ομάδα ούτε το σύνολο των μελών του. ούτε καν η οργάνωση του και η εκλογική του «ιδιοκτησία», «ο κόσμος του», οι ψηφοφόροι του. Ένα πολιτικό κόμμα ορίζεται από τη στρατηγική του. Αν αυτό είναι ορθό, τότε το τέλος του ΠΑΣΟΚ επήλθε ήδη στη διάρκεια του δευτέρου ημίσεος της δεκαετίας του '80, όταν εγκατέλειψε τη δική του στρατηγική και υιοθέτησε την στρατηγική των εκ δεξιών αντιπάλων του, επενδύοντας την βεβαίως με το άλλοτε λεπτό άλλοτε παχύ στρώμα «κοινωνικής ευαισθησίας».

Ωστόσο, αυτή επέτρεπε στο σοσιαλιστικό κόμμα να διατηρεί ακόμη ζωντανή την σχέση εκπροσώπησης που είχε εγκαθιδρύσει με τις ασθενέστερες τάξεις του πληθυσμού, κυρίως διότι σηματοδοτούσε αυτή η ευαισθησία μαζί με τις μυθικές ιδιότητες του Ανδρέα Παπανδρέου μιαν «εκκρεμότητα», δηλαδή το ενδεχόμενο μιας ιστορικής έκπληξης, τη δυνατότητα μιας αναπάντεχης «αριστερής στροφής». Παρέμενε δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και κατά τα τελευταία πέντε έτη, το κόμμα του Σοσιαλδημοκρατικού Συμβολαίου έστω και αν επρόκειτο περί ενός συμβολαίου εν αναστολή.

Με αυτήν του την ιδιότητα, το ΠΑΣΟΚ διατηρούσε την ικανότητα να επιταχύνει την αναδιάρθρωση του ελληνικού καπιταλισμού, και ταυτοχρόνως να διαχειρίζεται αρκετά αποτελεσματικά τις κοινωνικές αντιθέσεις και τα κοινωνικά προβλήματα που προέκυπταν από την εν λόγω αναδιάρθρωση. Διατηρεί, άραγε, ακόμη σήμερα αυτήν την ικανότητα;

Το «βαθύ ΠΑΣΟΚ», η μεγάλη μερίδα της κοινωνικής βάσης του κόμματος που υπήρχε ως τέτοια επειδή ένοιωθε ότι υπήρχε ακόμη μια «εκκρεμότητα» σχετικά με το εν αναστολή σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο, έχει ηττηθεί από την δεξιά φράξια των εκσυγχρονιστών.

Η οικονομική πολιτική της περιόδου Σημίτη χαρακτηρίζεται από την αναίρεση ακόμη και αυτής της λεπτής επένδυσης «κοινωνικής ευαισθησίας» που χαρακτήριζε την πολιτική του ΠΑΣΟΚ κατά την τελευταία περίοδο Παπανδρέου. Η σημερινή κυβέρνηση καθιστά σαφές στην ίδια την κοινωνική βάση του κόμματος ότι κατά την άποψη της ηγεσίας του, η ιδιοτέλεια των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον (δηλαδή ότι η άνοδος της κερδοφορίας αποτελεί προϋπόθεση της μελλοντικής γενικής ευημερίας), και καλεί τις εργαζόμενες τάξεις να υποστούν οικειοθελώς όλες τις αναγκαίες θυσίες. Η πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη αναιρεί, έτσι, ακόμη και το τελευταίο στοιχείο της «εκκρεμότητας» που υπήρχε σχετικά με το εν αναστολή σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο, το στοιχείο που επέτρεπε την συντήρηση μιας έστω αποδυναμωμένης σχέσης εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Ορισμένες προσπάθειες αναστύλωσης του «κοινωνικού προσώπου» του ΠΑΣΟΚ, που άρχισαν μετά τις δημοτικές εκλογές, προς το παρόν φαίνεται ότι θεωρούνται από τις λαϊκές μάζες ως φθηνοί ελιγμοί.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κυβέρνηση Σημίτη είναι μια αδύναμη κυβέρνηση, για δύο λόγους. Πρώτον, διότι αναιρεί και τους τελευταίους όρους εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το ΠΑΣΟΚ. Δεύτερο και σημαντικότερο, διότι είναι η κυβέρνηση που αναθέτει στον εαυτό της ένα πολύ δύσκολο καθήκον: να πείσει τις υποτελείς τάξεις πως η ιδιοτέλεια του κεφαλαίου ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον (την μελλοντική γενική ευημερία) ακριβώς σε εκείνη την εποχή κατά την οποία η οικονομική πολιτική χάνει την αξιοπιστία της έναντι των πολιτών. Χάνει την αξιοπιστία της για τον πολύ απλό λόγο ότι στην Ευρώπη η κερδοφορία βελτιώνεται επί σειρά ετών και η ανεργία δεν μειώνεται στην Ελλάδα μάλιστα αυξάνεται έτσι ώστε υπερβαίνει, πλέον, τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η κυβέρνηση Σημίτη είχε εισέλθει, μέχρι τις δημοτικές εκλογές, σε μια τροχιά σωρευτικής σκλήρυνσης της πολιτικής της. Η σκλήρυνση αυτή συνίστατο σε ένταση των προσπαθειών για μείωση του μη μισθολογικού κόστους, για δραστικό περιορισμό των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου, για αδρανοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, για ευελιξίες στην αγορά εργασίας κ.λπ. Επρόκειτο, δηλαδή, για συνέχιση με περισσότερο φανατισμό της ίδιας, νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Η υποτιθέμενη στροφή μετά τις ευρωεκλογές προς μια περισσότερο «κοινωνική» πολιτική, αφήνει άθικτες τις κατευθύνσεις αυτές της κυβέρνησης. Ως μοναδική απτή απόδειξη της φιλολαϊκής της πολιτικής μπορεί να επιδείξει την άνοδο των πραγματικών μισθών κατά την περίοδο 19951998. Αλλά προφανώς αυτό δεν είναι αρκετό: οι εν λόγω αυξήσεις απλώς αναπληρώνουν τις απώλειες των πραγματικών μισθών κατά την περίοδο Μητσοτάκη.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι ένα «συμπλήρωμα» του καπιταλισμού, που αφορά μόνον τους σοσιαλδημοκράτες, τους ρεφορμιστές και όσους δεν είναι επαρκώς αντίκαπιταλιστές. Είναι η μορφή της αστικής ηγεμονίας στην διάρκεια της κρίσης υπερσυσσώρευσης. Για τον λόγο αυτό, όποιος αγνοεί τον νεοφιλελευθερισμό. ως υπόθεση των ρεφορμιστών. θεωρεί τον καπιταλισμό ως οντότητα που υπάρχει έξω από τον κοινωνικό σχηματισμό και την ταξική πάλη, μακριά από τις εργαζόμενες τάξεις και τις ανάγκες τους. την καθημερινή τους ζωή και εργασία. Με δύο λόγια: μακριά από την πολιτική.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η μορφή της αστικής ηγεμονίας στην διάρκεια της κρίσης του καπιταλισμού και βρίσκεται σε πορεία αποδυνάμωσης. Διότι, οι υποτελείς τάξεις δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να αναγνωρίσουν σε αυτόν την εκπροσώπηση του «γενικού συμφέροντος». Γι αυτό και αναπτύσσονται οι κοινωνικές αντιστάσεις.

Ωστόσο, ο καπιταλισμός εισέρχεται στην δεύτερη φάση της κρίσης του. κατά την οποία θα επιδιώξει να επιταχύνει την μεγέθυνση του προϊόντος των επενδύσεων και των τεχνολογικών καινοτομιών. Σε αυτήν την φάση, θα κληθούν πιθανότατα οι κεϋνσιανοί και οι σοσιαλδημοκράτες να αναλάβουν δράση. Τι θα σημαίνει, άραγε, αυτό για την αστική ηγεμονία;

5. Τα επίδικα αντικείμενα, η σοσιαλδημοκρατία και η ριζοσπαστική Αριστερά 5.1. Κεϋνσιανισμός εναντίον νεοφιλελευθερισμού; Από τον ακραιφνή στον ύστερο νεοφιλελευθερισμό.

Από την στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία και η κέντρο αριστερά έκαναν την θορυβώδη είσοδο τους στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης, πριν μερικά χρόνια, οι συζητήσεις στους κόλπους της Αριστεράς διεξήχθησαν υπό το κράτος της σύγχυσης. Η πηγή της σύγχυσης βρίσκεται στις ίδιες τις έννοιες με τις οποίες έγινε η απόπειρα να κατανοηθεί το φαινόμενο του «Νέου Ευρωπαϊκού Δρόμου» των σοσιαλιστικών κομμάτων: πιο συγκεκριμένα, η έννοια του «κεϋνσιανισμου» χρησιμοποιείται ως το αντίθετο του «νεοφιλελευθερισμού».

Πρόκειται για δύο έννοιες που συνηθίσαμε να χρησιμοποιούμε ως αντίθετες στην διάρκεια της προηγούμενης περιόδου, δηλαδή της περιόδου ανόδου, εδραίωσης και θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού, της πρώτης φάσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Τότε, η χρήση αυτών των εννοιών ήταν επαρκής, τόσο από ιδεολογική όσο και από πολιτική άποψη - τόσο επαρκής ώστε κάθε εκλέπτυνση τους θα αποτελούσε ανώφελο σχολαστικισμό. Στην νέα περίοδο, ωστόσο, την περίοδο ιδεολογικής αποδυνάμωσης του νεοφιλελευθερισμού και επανόδου της σοσιαλδημοκρατίας ως διαχειριστή της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι διευκρινίσεις είναι απαραίτητες.

Καταρχήν, η αντίθεση των εννοιών του κεϋνσιανισμου και του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι ορθή. Διότι ο μεν νεοφιλελευθερισμός ορίζεται κυρίως σε αναφορά με την αγορά εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, ενώ ο κεϋνσιανισμός ορίζεται σε αναφορά με την οικονομική πολιτική (τα επιτόκια, τα δημόσια ελλείμματα, την συναλλαγματική ισοτιμία, την πολιτική εισοδημάτων...). Ο κεϋνσιανισμός του Κέυνς, ορίζεται σε σχέση με την οικονομική πολιτική. Αποδέχεται ότι η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από ορισμένες ακαμψίες, τις οποίες θεωρεί ως δεδομένες (μια από τις βασικές υποθέσεις του Κέυνς στην Γενική θεωρία, το μεγάλο του έργο, είναι η ακαμψία των ονομαστικών μισθών). Με δεδομένες τις ακαμψίες της αγοράς εργασίας και το γεγονός ότι τα εργατικά συνδικάτα υπάρχουν και δρουν ούτως ή άλλως, διαπιστώνει πως η οικονομική πολιτική είναι σε θέση να μειώσει το ποσοστό ανεργίας μέχρι το επίπεδο της πλήρους απασχόλησης. Επομένως, ο κεϋνσιανισμός του Κέυνς είναι μια θεωρητική κατασκευή η οποία δεν προσφέρεται για την ιδεολογική και θεωρητική νομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού. Για τον λόγο αυτό, ο τελευταίος αναζήτησε εναγωνίως την ανατροπή του κεϋνσιανισμού του Κέυνς.

Η εν λόγω ανατροπή επιτεύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '60, χάρη σε ένα θεωρητικό σχήμα του Μίλτωνος Φρίντμαν, με το οποίο ο αρχιερέας του μονεταρισμού ισχυρίστηκε, όπως είπαμε, ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να μειώσει το ποσοστό ανεργίας κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο παρά μόνον με αντίτιμο την άνοδο του πληθωρισμού σε αβάσταχτα ύψη. Το σχήμα του Φρίντμαν προσέφερε στον νεοφιλελευθερισμό την ιδανική ιδεολογική και θεωρητική βάση, πρώτον, διότι απαξίωσε την οικονομική πολιτική ως μέσο επίτευξης της πλήρους απασχόλησης, και δεύτερον, διότι κάλεσε την πολιτική εξουσία να αποκαταστήσει την εύρυθμη, δηλαδή απορυθμισμένη, λειτουργία της αγοράς εργασίας: η ανεργία ως φαινόμενο που ανάγεται στις ακαμψίες της αγοράς εργασίας δεν μπορεί να μειωθεί παρά μόνον μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών.

Ο γάμος του νεοφιλελευθερισμού με τον μονεταρισμό, της Θάτσερ με τον Φρίντμαν, πήρε την εξουσία στα τέλη της δεκαετίας του '70. Προηγουμένως, όμως. είχε καταστεί ηγεμονικό θεωρητικό σχήμα στους κόλπους του πανεπιστημιακού κόσμου και των οικονομολόγων.

Όσο για τους κεϋνσιανούς, αναγκάστηκαν σε έναν συμβιβασμό στρατηγικής σημασίας: η πλειοψηφία των επιγόνων του Κέυνς, που φέρει πλέον το όνομα των «νέων κεϋνσιανών», αφού αποδέχθηκαν το θεωρητικό σχήμα του Φρίντμαν για το «φυσικό ποσοστό ανεργίας», περιόρισαν τον εαυτό τους σε μια αντιπολίτευση εντός των θεωρητικών ορίων που έθετε πλέον το εν λόγω σχήμα. Προσπαθούν έκτοτε να αποδείξουν ότι παρά το γεγονός ότι η ανεργία είναι κατά βάση διαρθρωτική (δηλαδή δεν μπορεί να μειωθεί με μέσο την οικονομική πολιτική αλλά μπορεί να μειωθεί μόνον με διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας), υπάρχει και μια άλλη συνιστώσα της ανεργίας που χαρακτηρίζεται ως «κυκλική» και η οποία μπορεί να μειωθεί μέσω της διαχείρισης της ζήτησης (δηλαδή μέσω της οικονομικής πολιτικής).

Ως εκ τούτου, ο «νέος κεϋνσιανισμός» των επιγόνων έχει απαρνηθεί εκείνο ακριβώς το στοιχείο της θεωρίας του Κέυνς το οποίο καθιστούσε τον κεϋνσιανισμό του μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου ασύμβατο με τον νεοφιλελευθερισμό. Από την στιγμή δε που επιτεύχθηκε αυτή η θεαματική στροφή, άρχισε και το φλερτ των νέων κεϋνσιανών με τον νεοφιλελευθερισμό, και φυσικά με την εξουσία. Διότι τώρα πλέον δεν ήταν μόνον ο μονεταρισμός που μπορούσε να προσφέρει ιδεολογική και θεωρητική νομιμοποίηση στον νεοφιλελευθερισμό, αλλά τον ίδιο ρόλο μπορούσε να αναλάβει και ο νέος κεϋνσιανισμός.

Μάλιστα το φλερτ είχε αίσια έκβαση: η οικονομική πολιτική του μονεταρισμού, παρά το γεγονός ότι είναι κυρίαρχη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει υποχωρήσει στις ΗΠΑ, όπου ο Κλίντον και ο Γκρήνσπαν έχουν επαναφέρει στο πηδάλιο της οικονομικής διαχείρισης, από τις αρχές της δεκαετίας του '90, μιαν οικονομική πολιτική που εμπνέεται περισσότερο από τον νέο κεϋνσιανισμό και λιγότερο από τον μονεταρισμό. Ο συνδυασμός νεοφιλελευθερισμού και νέου κεϋνσιανισμού έχει πραγματοποιηθεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: μερικοί από τους πιο διάσημους νέους κεϋνσιανούς (Blanchard, Fitoussi) συμβουλεύουν τον Ζοσπέν και τον Κλίντον (Summers), κατέχουν ηγεμονική θέση μεταξύ των οικονομολόγων της εργασίας ήδη από το 1991 (Layard, Nickeil), αλλά και στους κόλπους των διεθνών οργανισμών (Stiglitz, Fisher). Οι κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απασχόληση (απασχολησιμότητα, προσαρμοστικότητα, επιχειρηματικότητα) και οι προτροπές του ΟΟΣΑ προς τις εθνικές κυβερνήσεις να επιβάλουν διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας δεν έχουν ως θεωρητική αφετηρία τον μονεταρισμό, αλλά τον νέο κεϋνσιανισμό.

Ωστόσο, μια μειοψηφία κεϋνσιανών παραμένει πιστή στο έργο του μεγάλου δασκάλου της, καθώς δεν αποδέχθηκε το θεωρητικό σχήμα του Φρίντμαν για το «φυσικό ποσοστό ανεργίας» και ως εκ τούτου διατήρησε την πίστη της στην ικανότητα της οικονομικής πολιτικής να επιτύχει την πλήρη απασχόληση. Η μειοψηφία αυτή, που συνήθως φέρει το όνομα των «μετακεϋνσιανών» και τοποθετείται κυρίως στην θεωρητική παράδοση του Καίμπριτζ (που βλέπει με συμπάθεια και το έργο του Ρικάρντο, του Μαρξ, του Σράφα και του Καλέτσκι), βρίσκεται λοιπόν σε ασυμφιλίωτη αντιπαλότητα με τον νεοφιλελευθερισμό.

Εάν θέλουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε το όσα συμβαίνουν σήμερα στην πολιτική σκηνή της Ευρώπης, είναι ακατάλληλη πλέον η διάκριση κεϋνσιανισμού νεοφιλελευθερισμού. Ο Νέος Ευρωπαϊκός Δρόμος των σοσιαλιστικών κομμάτων, οι νέοι κεϋνσιανοί, δρουν υπό την ηγεμονία και στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού.

Όσο δύσκολο και αν είναι να αλλάξομε παλιές συνήθειες και λέξεις, η παρακάτω αλλαγή θεωρούμε ότι είναι αναγκαία: μπορούμε να ονομάζουμε ακραιφνή νεοφιλελευθερισμό τον «παλαιό» νεοφιλελευθερισμό, αυτόν που σε συνδυασμό με τον μονεταρισμό, στην πρώτη φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης, οργανώνει τις πάσης φύσεως επιθέσεις ενάντια στην εργασία, ενώ μπορούμε να ονομάζουμε ύστερο νεοφιλελευθερισμό, αυτόν που ενώ διατηρεί ακέραιο το δικό του περιεχόμενο (απόπειρα επανακαθορισμού των όρων με τους οποίους το κεφάλαιο αγοράζει και καταναλώνει την εργασία) αποχωρίζεται εν μέρει από τον μονεταρισμό και επιχειρεί την επιμιξία με ορισμένες πλευρές ή επιμέρους πολιτικές του κεϋνσιανισμού (π.χ. την διαχείριση της ζήτησης όπως την ορίσαμε στην ενότητα 3.2.).

5.2. Τα κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής Τα κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής είναι τέσσερα: η δημοσιονομική πολιτική, η νομισματική πολιτική, η εισοδηματική πολιτική και η μείωση της ανεργίας. Ας υποθέσουμε τώρα ότι την θέση του ακραιφνούς νεοφιλελευθερισμού καταλαμβάνει ο ύστερος, ήπιος νεοφιλελευθερισμός. Σε ποια από τα κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής θα διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχο του;

Σε ό,τι αφορά την δημοσιονομική πολιτική, φαίνεται μάλλον δύσκολο να αναθεωρηθεί ριζικά η δημοσιονομική πολιτική όπως αυτή υπαγορεύεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας που επιβάλλει άπαξ δια παντός τις νεοφιλελεύθερες επιλογές σε ό,τι αφορά τα δημόσια ελλείμματα. Σε ό,τι αφορά την εισοδηματική πολιτική, με την αντικατάσταση των εθνικών νομισμάτων από το ευρώ, οι εθνικές οικονομίες θα χάσουν την δυνατότητα που είχαν να προσαρμόζουν τις τιμές των προϊόντων τους ανάλογα με την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπολογισμοί που πραγματοποιούνται με σκοπό να διαπιστωθεί ποιες θα είναι οι συνέπειες για τους μισθούς δείχνουν ότι κάθε ανισορροπία που θα παρουσιάζεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα εκτονώνεται με αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα κέρδη θα παραμένουν άθικτα. Για τους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ως δεδομένο ότι τα ιερά κέρδη δεν πρέπει να θιγούν, επομένως ότι η «μεταβλητή προσαρμογής» οφείλουν να είναι οι μισθοί. Επομένως, οι δυνατότητες άσκησης μιας εθνικής εισοδηματικής πολιτικής είναι περιορισμένες. Για την αγορά εργασίας και την ανεργία: στα πλαίσια της ίδιας λογικής που θέλει να μεταφέρει ολόκληρο το βάρος του διεθνούς ανταγωνισμού πάνω στους μισθούς, το νεοφιλελεύθερο σχέδιο προβλέπει, στα πλαίσια της ΟΝΕ, την ευελιξία των μισθών (ώστε η προσαρμογή να είναι ταχεία). Μια τέτοια ευελιξία απαιτεί την αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και την επιβολή ευελιξιών στην αγορά εργασίας.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το ερώτημα εάν ο ήπιος νεοφιλελευθερισμός της δεύτερης φάσης της κρίσης υπερσυσσώρευσης μπορεί να επιδιώξει την μείωση της ανεργίας. Σε αυτό το σημείο, φαίνεται ότι οι πιθανότητες αλλαγής στην πολιτική είναι περισσότερες. Εάν οι κυβερνήσεις υιοθετήσουν μια πολιτική διαχείρισης της ζήτησης που θα αποσκοπεί και θα επιτυγχάνει μεγάλες αυξήσεις των επενδύσεων και του προϊόντος, είναι πολύ πιθανό να μειωθεί το ποσοστό ανεργίας, χωρίς αύξηση του πληθωρισμού. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι θα εγκαταλείψουν τις ήδη ασκούμενες πολιτικές απασχόλησης που στηρίζονται στην «απασχολησιμότητα», τις ευελιξίες, την επισφαλή απασχόληση, την επιδότηση, όχι των ανέργων αλλά των επιχειρήσεων... Το παραπάνω σενάριο έχει ήδη πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ, όπου το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 4,3% χωρίς την παραμικρή επίπτωση στον πληθωρισμό. Η εμπειρία αυτή θέτει σε δοκιμασία την θεωρία του «φυσικού ποσοστού ανεργίας», πλην όμως δεν είναι αρκετή ώστε να την ανατρέψει25 .

Για την νομισματική πολιτική: Οι νέοι κεϋνσιανοί, πέρα από τις αμέτρητες «προδοσίες» που έχουν διαπράξει σε σχέση με τον δάσκαλο τους, παραμένουν πιστοί στην κεϋνσιανή εμμονή των χαμηλών επιτοκίων. Οι συνεχείς μειώσεις των επιτοκίων στις ΗΠΑ με πρωτοβουλία της κεντρικής τράπεζας, αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση μιας «άνετης» νομισματικής πολιτικής στα πλαίσια του ύστερου νεοφιλελευθερισμού και με πρωτοβουλία της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

5.3.Μία διπλή ιστορική ευκαιρία, για τη σοσιαλδημοκρατία και για τον ριζοσπαστικό χώρο Η πολιτική εξουσία στην ΕΕ, οι διεθνείς οργανισμοί, η ατέλειωτη στρατιά οικονομολόγων που έχει δημιουργηθεί στην διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, σύσσωμοι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, υιοθετούν αρκετά γρήγορα τις θεωρητικές εκείνες αντιλήψεις που αντιστοιχούν στις εκάστοτε ανάγκες της συσσώρευσης κεφαλαίου. Είναι προβλέψιμο ότι το ίδιο θα πράξουν και την επόμενη φορά: Εάν υπακούσουν στις σημερινές ανάγκες συσσώρευσης, δηλαδή στην ανάγκη επιτάχυνσης των επενδύσεων και της παραγωγής, ώστε να μεταφερθούν στην παραγωγή οι τεχνολογικές και οργανωτικές καινοτομίες, τότε θα έχουμε οδηγηθεί στην ήπια, εντός της «νομιμότητας» της Συνθήκης του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας, μεταβολή της οικονομικής πολιτικής με την υιοθέτηση μιας κεϋνσιανής πολιτικής για την διαχείριση της συνολικής ζήτησης.

Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη αλλαγή της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη, ούτε τίθενται σε αμφισβήτηση οι κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού, όπως αυτοί ορίζονται από την Συνθήκη του Μάαστριχ και το Σύμφωνο Σταθερότητας. Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρόκειται να απομακρυνθούν ουσιαστικά από τις βασικές επιλογές που έχουν ήδη γίνει σχετικά με την ΟΝΕ. Σύμφωνα με το «μανιφέστο» των σοσιαλιστικών κομμάτων, η Ευρώπη θα πρέπει να παραμείνει πιστή στο Σύμφωνο Σταθερότητας: «Το Σύμφωνο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να εξασφαλίζει την δημοσιονομική υπευθυνότητα των χωρών μελών της ΕΕ. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας, εάν λάβουμε υπ' όψη μας την σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας και για την επιτυχία της ΟΝΕ». Μέσα στο πλαίσιο τήρησης του Συμφώνου. οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι «ευαίσθητες στις κοινωνικές εξελίξεις», συμπληρώνει το «μανιφέστο». Με ποιο συγκεκριμένο τρόπο αυτό θα μπορούσε επηρεάσει την δημοσιονομική πολιτική; Μυστήριο. Το μόνο βέβαιο, σαφές και αναμενόμενο, είναι η τήρηση των κανόνων που επιβάλλει το Σύμφωνο στην διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.

Παραμένει λοιπόν ως ενδεχόμενο με την μέγιστη πιθανότητα, οι παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να συγκροτήσουν μία «εναλλακτική» διαχείριση της οικονομίας στα πλαίσια όμως των βασικών γραμμών της ίδιας οικονομικής πολιτικής, όπως την γνωρίσαμε κατά τα δεκαπέντε τελευταία έτη. Πιθανότατα θα εισαγάγουν αποσπασματικά, μεμονωμένα στοιχεία μεταρρύθμισης στην νεοφιλελεύθερη διαχείριση της οικονομίας, χωρίς να επιθυμούν την διατύπωση μιας συνολικής εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής.

Η τελική έκβαση μιας τέτοιας μετάβασης από τον ακραιφνή νεοφιλελευθερισμό της πρώτης περιόδου της κρίσης υπερσυσσώρευσης στον ήπιο νεοφιλελευθερισμό της δεύτερης περιόδου, θα κριθεί από τους αντικειμενικούς παράγοντες, αφενός μεν αυτούς που ευνοούν την αλλαγή πολιτικής, αφετέρου δε αυτούς που την αποτρέπουν.

Ο σημαντικότερος παράγοντας που ευνοεί την εν λόγω αλλαγή είναι η ανάγκη του κεφαλαίου να περάσει σε μια φάση ταχύτερης μεγέθυνσης του προϊόντος και των επενδύσεων, επομένως και της αναδιάρθρωσης της παραγωγής. Επίσης, σημαντικός αντικειμενικός παράγοντας που ευνοεί την αλλαγή πολιτικής, είναι μια νέα μεγάλη ενδεχόμενη κρίση (ή περισσότερες κρίσεις) στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Ο αντίκτυπος της ασιατικής κρίσης δεν έλαβε δραματικές διαστάσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απλώς μετατράπηκε σε επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης. Οι διαπιστώσεις του ΟΟΣΑ, όταν η κρίση είχε ασκήσει τρομοκρατική επίδραση στους οικονομολόγους, εξέφραζαν την άποψη ότι τα επιτόκια θα πρέπει να μειωθούν, αλλά και ότι εάν αυτό δεν αποδειχθεί αρκετό για να τονωθεί η ζήτηση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η φορολογική πολιτική.

Έχουν συγκεντρωθεί, λοιπόν, ορισμένοι αντικειμενικοί όροι που ευνοούν την στροφή στην οικονομική πολιτική, η οποία (στροφή) θα αφορούσε, πρώτον, την άσκηση μιας πολιτικής για την διαχείριση της ζήτησης, και δεύτερον, την πτώση των επιτοκίων - εμμέσως δε την ανεργία. Διότι η μείωση των επιτοκίων και η αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα, να αυξήσει την παραγωγή και συνακόλουθα την ζήτηση εργασίας, επομένως να μειώσει την ανεργία - ή έστω να εμποδίσει την περαιτέρω άνοδο της, να απομακρύνει τον κίνδυνο της όξυνσης της χρηματιστικής κρίσης και της μετατροπής της σε μια κρίση της πραγματικής οικονομίας.

Ωστόσο, μια τέτοια στροφή, αντί να έχει θεαματικό χαρακτήρα, με εγκατάλειψη της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, εάν πραγματοποιηθεί θα έχει περιορισμένη έκταση, θα περιορίζεται σε μια διαφορετική διαχείριση της ζήτησης στα πλαίσια όμως των βασικών επιλογών που έχουν ήδη γίνει σχετικά με την πορεία και την λειτουργία της ΟΝΕ.

Θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ως επικρατέστερο σενάριο για το μέλλον της οικονομικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ήπια μεταβολή της «εντός των πλαισίων»: περισσότερη ευελιξία σε ό,τι αφορά τα επιτόκια και αναζήτηση τρόπων για την αύξηση της ζήτησης μέσα στα πλαίσια που ορίζει το Σύμφωνο Σταθερότητας, αλλά και συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και των προσπαθειών για περισσότερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, απασχολησιμότητα, προσαρμοστικότητα του εργατικού δυναμικού, ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας...

Το μοντέλο ήδη υπάρχει στις ΗΠΑ, τις οποίες όλοι θαυμάζουν για την οκταετή πλέον περίοδο οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς πληθωρισμό, με πτώση της ανεργίας για όλες τις κατηγορίες του εργατικού δυναμικού, αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (ως ποσοστό του ΑΕΠ) σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αλλά και ανάπτυξη ενός πολυπληθούς στρώματος εργαζόμενων φτωχών (working poors), εργασιακή ανασφάλεια, πρόσκαιρη απασχόληση και λοιπές ευελιξίες στην αγορά εργασίας (βλ. αναλυτικότερα παραπάνω, στην ενότητα 3.2.).

Όλα αυτά στοιχειοθετούν μιαν ιστορική ευκαιρία για την σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή για το κόμμα το οποίο ιστορικά αναλαμβάνει την διεκπεραίωση τέτοιου είδους κυβερνητικών καθηκόντων (αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο «συντηρητικών» κομμάτων που θα ασκούσαν μια πολιτική διαχείρισης της ζήτησης από την οποία θα προέκυπτε η σταδιακή μείωση της ανεργίας). Βεβαίως οι αλλαγές στην οικονομική πολιτική, όταν δεν είναι μικρής σημασίας, δεν πραγματοποιούνται παρά μόνον μέσα από πολύπλοκες και αντιφατικές διαδρομές - συχνά γεμάτες συγκρούσεις. Για τον λόγο αυτό η εν λόγω ιστορική ευκαιρία αφορά στην μεσοπρόθεσμη, όχι στην βραχυπρόθεσμη, διάρκεια.

Ιστορική ευκαιρία δίνεται και στην ριζοσπαστική Αριστερά, για διαφορετικούς λόγους. Διότι η παρούσα φάση της υπερσυσσώρευσης, εξαιτίας των ίδιων των χαρακτηριστικών της, δηλαδή της αυξημένης κερδοφορίας σε συνδυασμό με την άνοδο της ανεργίας ή την διατήρηση της, αποδυναμώνει την αστική ιδεολογική ηγεμονία: Το σημερινό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου εγκαταστάθηκε μέσω μιας οικονομικής πολιτικής που υποσχέθηκε ότι η μείωση της ανεργίας θα προκύψει ως ένα παραπροϊόν της μείωσης του κόστους εργασίας και της μεταβολής των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης (δηλαδή των «διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας»). Η διάψευση της οικονομικής πολιτικής ως υπόσχεσης για την άνοδο της γενικής ευημερίας γίνεται σταδιακά όλο και περισσότερο αντιληπτή, τόσο από την κυρίαρχη, όσο και από τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Αυτή η κοινή συνείδηση που αναπτύσσεται παράγει αποτελέσματα τόσο στην στάση των «από πάνω», όσο και στην στάση των «από κάτω». Οι «από πάνω» κάνουν αυτό που συνήθως επιχειρούν σε τέτοιες περιπτώσεις: όταν μια κυβέρνηση θέτει στόχους που δεν επιτυγχάνονται με τα μέσα τα οποία είχε αρχικά επιλέξει, σπανίως φθάνει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέσα ήταν ακατάλληλα διότι αυτό ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι η πολιτική της ήταν λανθασμένη. Καταρχήν, «ριζοσπαστικοποιεί», εκτραχύνει την πολιτική της, αποφαίνεται δηλαδή ότι αυτή είναι ορθή, και ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων της είναι μεν τα κατάλληλα, πλην όμως είναι ανεπαρκή ως εκ τούτου χρειάζονται ενίσχυση, συμπλήρωμα και επίδειξη φανατισμού στην εφαρμογή τους. Στη συνέχεια, εκτιμάμε, βασισμένοι στην ανάλυση των ενοτήτων 3 και 4. ότι θα τείνει να αξιοποιήσει - έστω εν μέρει - την ιστορική ευκαιρία που προσφέρει η παρούσα ιστορική φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης στην παραδοσιακή κεϋνσιανή πολιτική διαχείρισης της ζήτησης να μπει στο παιχνίδι.

Όσο για τους «από κάτω», τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, κινητοποιούνται όλο και περισσότερο με την μορφή που η ιστορία τους επιτρέπει: κοινωνικά κινήματα, αυθόρμητες αντιστάσεις και ξεσπάσματα, μεγάλες απεργίες...

Εν ολίγοις, συγκεντρώνονται σταδιακά, τόσο από πάνω, όσο και από κάτω, οι όροι μιας έντασης των ταξικών συγκρούσεων - τόσο περισσότερο όσο λιγότερο η σοσιαλδημοκρατία αδυνατεί να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο του διαμεσολαβητή στο γνήσιο πνεύμα του Τζον Μέιναρντ Κέυνς.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, πρώτον επειδή επέρχονται μεγάλες ταξικές συγκρούσεις, δεύτερον επειδή πρέπει και ο ριζοσπαστικός χώρος να διεκδικήσει την εκπροσώπηση των υποτελών τάξεων από την σοσιαλδημοκρατία (την οποία βάζουν στο παιχνίδι οι αντικειμενικές συνθήκες, δηλαδή η παρούσα φάση της κρίσης υπερσυσσώρευσης), η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να συγκεντρώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις της.

Η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει τώρα να διεκδικήσει την πολιτική εκπροσώπηση της κοινωνικής αντιπολίτευσης που αναπτύσσεται, να πολιτικοποιήσει τις κοινωνικές αντιστάσεις, δηλαδή να διατυπώσει εκ νέου το νόημα τους σε σχέση με το αστικό κράτος, να τους προσφέρει διάρκεια και προοπτική.

Οι αντικειμενικές συνθήκες είναι για πρώτη φορά, από τα μέσα της δεκαετίας του '80, ευνοϊκές:

* Πρώτον, η είσοδος του καπιταλισμού σε μια περίοδο ταχύτερων ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος και των επενδύσεων θα μειώσει την ανεργία. Αυτό θα μετατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της εργασίας και θα ευνοήσει την ανασυγκρότηση των αυτόνομων συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων των εργαζόμενων τάξεων. Έτσι έχει συμβεί σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση στο παρελθόν26 .

* Δεύτερον, η διαχείριση του καπιταλισμού στην νέα αυτή περίοδο θα ανατεθεί στον νέο κεϋνσιανισμό υπό την αιγίδα του νεοφιλελευθερισμού. Ο νέος κεϋνσιανισμός θα αναλάβει την διαχείριση της ζήτησης, πλην όμως, διατηρώντας τα περισσότερα από τα αποκρουστικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελευθερισμού. Με αυτές τις συνθήκες, η άνοδος της κοινωνικής δυσαρέσκειας και η αποδυνάμωση της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού (δηλαδή η αποδυνάμωση της αστικής ηγεμονίας) είναι διαδικασίες που θα συνεχιστούν μεσοπρόθεσμα11 . Η ριζοσπαστική Αριστερά θα πρέπει να διεκδικήσει την εκπροσώπηση των υποτελών τάξεων από την σοσιαλδημοκρατία.

Υστερόγραφο Μερικές διευκρινίσεις για να μην παρεξηγηθούμε:

1. Ο Λένιν, στα «γράμματα από μακριά», ήταν λακωνικός: τα επίδικα αντικείμενα, τότε, ήταν τρία: «το ψωμί, η ειρήνη και η αυθεντική ελευθερία». Δεν ήταν ούτε ο σοσιαλισμός, ούτε η απονέκρωση του αστικού κράτους, ούτε η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Τι είναι πολιτικό; Αυτό που η συγκυρία καθιστά επίκαιρο, τα σημεία κοινωνικής σύγκρουσης που αναδεικνύει η παρούσα ιστορική φάση. δεν είναι οι ανησυχίες μας για την φύση του σοβιετικού καθεστώτος ή για τον νόμο της αξίας. Όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη σύγκλισης των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, εννοούμε σύγκλιση πάνω στα ζητήματα που η συγκυρία καθιστά επίκαιρα, δεν εννοούμε σύγκλιση ούτε πάνω σε ζητήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, ούτε πάνω στην αντίληψη μας για τον Μπακούνιν, τον Τρότσκυ ή τον νόμο της αξίας.

2. Όταν αναφερόμαστε στις δύο φάσεις της κρίσης υπερσυσσώρευσης και στην διπλή ιστορική ευκαιρία που δίνεται στην σοσιαλδημοκρατία και την ριζοσπαστική Αριστερά, δεν εννοούμε ότι από την οικονομική βάση θα προκύψουν μηχανικά, αυτόματα και νομοτελειακά οι πολιτικές εξελίξεις. Με βάση την ανάλυση μας για την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου διαπιστώνουμε ότι δημιουργούνται αντικειμενικές συνθήκες που ευνοούν ορισμένες πολιτικές εξελίξεις και την ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων.

3. Εάν τελικά η συγκυρία αλλάξει με τον τρόπο που διατείνεται αυτό το άρθρο, τότε η αλλαγή θα αφορά το ΚΚΕ με τον ίδιο τρόπο που το αφορούσε μέχρι σήμερα κάθε είδους αλλαγή στον κοινωνικό σχηματισμό: σε κάθε αλλαγή της συγκυρίας, το ΚΚΕ θα δει την ιστορική του δικαίωση, την επικαιρότητα των συνθημάτων του. Σε κάθε στροφή της οικονομικής πολιτικής, όσο μικρή και αν είναι αυτή, προς μια κατεύθυνση περισσότερο κεϋνσιανή, το ΚΚΕ θα αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των δικών του αγώνων. Με αυτήν την έννοια, ο αυτιστικός χαρακτήρας του ΚΚΕ δεν του απαγορεύει να απευθύνεται στις εργαζόμενες τάξεις, με τον γνωστό, μονότονο τρόπο, ανεξάρτητα από την συγκυρία, και να αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της κοινωνικής δυσαρέσκειας έστω εν μέρει. Με ποιο τρόπο αυτό μας αφορά θα πρέπει να το εξετάσουμε καλύτερα.

1. Με τον όρο ριζοσπαστική Αριστερά νοούνται στο άρθρο αυτό. και οι ομάδες εκείνες που αυτάρεσκα χαρακτηρίζουν εαυτούς «επαναστατική Αριστερά».

2. Οι απαρχές της κρίσης τοποθετούνται στα μέσα της δεκαετίας του '70. θεωρούμε, ωστόσο, ότι η περίοδος 1974 1979 αποτελεί την φάση προετοιμασίας των εκκαθαριστικών λειτουργιών της κρίσης: πρώτη μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, υποχώρηση του κεϋνσιανισμού ως κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας, ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού ως νέας μορφής της αστικής ηγεμονίας.

3. Μια μεγάλη μερίδα επιχειρήσεων καταφεύγει στην παραγωγή απόλυτης υπεραξίας: χαμηλοί μισθοί, επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας, παραβίαση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων κ.λπ. Το τοπίο συμπληρώνεται με την επισφαλή εργασία, τους εργαζόμενους φτωχούς, την γενική επιδείνωση των όρων εργασίας και ζωής των υποτελών κοινωνικών τάξεων.

4. Ποσοστό επένδυσης = Επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ

5. Πρόκειται για πρωταρχικό όρο με την έννοια ότι κατόπιν αυτού έπονται και άλλοι όροι που σχετίζονται με την οργάνωση της εργασίας.

6. Οι επιχειρήσεις αποφασίζουν για τις επενδύσεις τους, με βάση τα σχέδια που καταστρώνουν. Στα εν λόγω επενδυτικά σχέδια επιχειρούν εκτιμήσεις των μελλοντικών κερδών που θα μπορούσε να παράγει μια ενδεχόμενη επένδυση (υπολογίζουν δηλαδή τον «εσωτερικό βαθμό απόδοσης» της επένδυσης). Στις εκτιμήσεις τους αυτές, υπεισέρχονται ορισμένοι κρίσιμοι παράγοντες, όπως ο όγκος των πωλήσεων και η τιμή πώλησης, που επηρεάζουν τα έσοδα, και το κόστος αντικατάστασης του παγίου κεφαλαίου, δηλαδή το κόστος της επένδυσης. Τις εν λόγω εκτιμήσεις επηρεάζουν οι προσδοκίες που αναπτύσσει η επιχείρηση σε σχέση με την φάση του οικονομικού κύκλου. Η αύξηση της ζήτησης, όταν είναι μεγάλη, μετατρέπει την υποκειμενική αντίληψη των επιχειρήσεων σχετικά με την πορεία του κύκλου, δηλαδή με τον χρονικό ορίζοντα που χωρίζει την παρούσα στιγμή από την στιγμή μεταστροφής της οικονομικής συγκυρίας, της μετάβασης από την ύφεση στην άνοδο. Βελτιώνει τις προσδοκίες σχετικά με τις πωλήσεις και μέσω αυτών τις προσδοκίες σχετικά με την αναμενόμενη κερδοφορία των νέων επενδύσεων που σχεδιάζονται (αυξάνεται ο προσδοκώμενος εσωτερικός βαθμός απόδοσης των επενδυτικών σχεδίων). Αυτό επηρεάζει τις αποφάσεις για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων, διότι οι εν λόγω αποφάσεις εξαρτώνται από την κρίσιμη διαφορά της προσδοκώμενης κερδοφορίας της επένδυσης από το επιτόκιο. Με σταθερό επιτόκιο, στον βαθμό που οι προσδοκίες σχετικά με την απόδοση των υπό σχεδιασμό επενδύσεων βελτιώνονται, αντίστοιχα αυξάνεται και ο όγκος των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Εάν μάλιστα έχουν δημιουργηθεί και προσδοκίες για πτώση των επιτοκίων, τότε. η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων είναι ταχύτερη. Η ανοδική φάση του κύκλου επέρχεται και διαρκεί για όσο καιρό «η αισιοδοξία θριαμβεύει επί του επιτοκίου», κατά την έκφραση του Κέυνς.

7. Ο ορισμός της πολιτικής που διαχειρίζεται τη συνολική ζήτηση με τον τρόπο που περιγράψαμε αποτελεί τον ορισμό της κεΰνσιανης πολιτικής διαχείρισης της ζήτησης (Kaldor 1981: The Scourge of Monetarism, Oxford).

8. Economic Report of the President 1999. OECD Economic Outlook No 65. June 1999.

9. Revue de l'Observatoire Francais des Conjonctures Economiques No 69. Avril 1999, σ. 4955.

10. 1 ο τρίμηνο 1999.

11. Economie Outlook, Juin 1999. σς. 1521.

12. Elias loakimoglou θ John Milios (1992), «Capital Accumulation and Profitability Crisis in Greece (19601989)», Review of Radical Political Economy. April. Βλ. επίσης Γ. Μηλιός και Η. Ιωακείμογλου (1990). Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, εκδ. Εξάντας, και τις βιβλιογραφικές αναφορές σε προγενέστερα άρθρα των θέσεων, που αναφέρονται εκεί.

13. Το Κεφάλαιο. Τρίτο Βιβλίο, Κεφάλαιο 5.

14. Βλ. ιδιαίτερα στο Beware the US Model (1995). Edited by Lawrence Mishel θ John Schmitt. Economic Policy Institute. Washington DC.

15. Προϊόν = Προστιθέμενη αξία. Κεφάλαιο = Απόθεμα παγίου κεφαλαίου εξαιρουμένων των κατοικιών. Ιδιωτικός τομέας.

16. Παραγωγικότητα εργασίας = Όγκος της προστιθέμενης αξίας ανά ώρα εργασίας.

17.. Ένταση κεφαλαίου = Καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου (σε σταθερές τιμές) Όγκος απασχόλησης σε ώρες.

18.. Υποκατάσταση εργασίας με κεφάλαιο = Ρυθμός μεταβολής της έντασης κεφαλαίου.

19.. Βλ. για την εμπειρική τεκμηρίωση του φαινομένου Loiseau B.. Mazier ].. Winter Μ.Β.(1976) «Repartition, accumulation et rentabilite du capital». SEF. No 25. Billaudot B.θ Gauron A.(1985). Croissance et Crise. La Decouverte. Barou Y. θ Keizer B. (1984). Les grandes economies. Seuil.

20.. Κατά την έκφραση του Karl Marx (Τρίτος τόμος. Κεφάλαιο 15).

21.. Σελίδες 8687.

22.. NAIRU στη νεότερη εκδοχή του.

23.. N.Poulantzas. Pouvoir politique et classes sociales, Maspero 1975. σς. 144148.

24.. N.Poulantzas. ο.π., τόμος 2. σς. 5865.

25.. Οι υποστηρικτές του NAIRU θεωρούν ότι η πτώση του ποσοστού ανεργίας σε τόσο χαμηλά επίπεδα χωρίς αναζωπύρωση του πληθωρισμού έγινε δυνατή επειδή η αμερικανική αγορά εργασίας έγινε πιο ευέλικτη.

26.. Το τέλος των μεγάλων κρίσεων του καπιταλισμού (δεκαετία του 1890. 19351948) χαρακτηρίζεται από μεγάλα κύματα απεργιών (αριθμός, διάρκεια, αριθμός εργαζομένων που συμμετείχαν). Για την επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. στο βιβλίο του John Kelly (1998), Rethinking Industrial Relations, Routledge. ιδιαίτερα στο βο κεφάλαιο.

27.. Όχι όμως μακροπρόθεσμα: η πτώση της ανεργίας και η αύξηση των μισθών που θα συνόδευε μια πολιτική επιτάχυνσης της ζήτησης θα εξάλειφε σταδιακά το φαινόμενο της αποδυνάμωσης της αστικής ηγεμονίας.