ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Οι δίαυλοι επικοινωνίας αντικαπιταλιστικού δυναμικού - αριστερού κόσμου - εργατικής τάξης και νεολαίας

Από μια γενική άποψη έχουν προαχθεί μέχρι σήμερα οι ακόλουθες προτάσεις ανάδειξης, συγκρότησης και παρέμβασης της Ριζοσπαστικής Αριστεράς:

Κατ' αρχήν, η μετωπική προνομιακή συμπαράταξη με έναν από τους κοινοβουλευτικούς αριστερούς σχηματισμούς, προκρίνοντας τη στάση του στην πολιτική συγκυρία ως την περισσότερο πλησιέστερη προς τις αντικαπιταλιστικές αριστερές στοχεύσεις (λ.χ. δυνάμεις της ΑΚΟΑ σε σχέση με το ΚΚΕ).

Κατόπιν, η λογική της αυτόκεντρης ανάπτυξης είτε σχημάτων του ριζοσπαστικού κινήματος (λ.χ. ΝΑΡ), είτε μετωπικών συγκροτήσεων αυτού του χώρου (π.χ. ΝΑΡ, ΑΚΟΑ, Ανεξάρτητοι, Δίκτυο κ.ά.) στην ίδια κατεύθυνση της αυτοτελούς σχηματοποίησης και παρέμβασής του "τέταρτου πόλου" του ελληνικού αριστερού κινήματος (πέραν των ΚΚΕ, ΔΗΚΚΙ, ΣΥΝ).

Στη συνέχεια, η αντίληψη της ενωτικής πολιτικής μετωπικής συσπείρωσης, σε μια αντιφιλελεύθερη κατεύθυνση του συνόλου των αριστερών δυνάμεων, κοινοβουλευτικών και μη, και η ανάπτυξη μέσα από αυτή τη δυναμική, ενός ριζοσπαστικού ρεύματος στους κόλπους αυτού του αριστερού μετώπου.

Επίσης, μια ορισμένη άποψη θεωρεί ότι προαπαιτείται η ανάκαμψη του ίδιου του εργατικού και λαϊκού κινήματος και η ενεργητική του παρέμβαση ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία όρων πολιτικής συσπείρωσης και κοινωνικά γειωμένης παρέμβασης των ριζοσπαστικών αριστερών δυνάμεων.

Τέλος, η λογική που επικρατεί σε ορισμένες δυνάμεις του ριζοσπαστικού αριστερού κινήματος είναι αυτή της πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης μέσα από τα πλαίσια των κοινοβουλευτικών αριστερών σχημάτων και της μετεξέλιξής τους σε πολιτικές υποκειμενικότητες που να επικρατούν τα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, η εμπειρία που έχει προκύψει στις δύο τελευταίες 10ετίες, όσο και τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών του Ιουνίου 1999, καθώς και η κατάληξη των κοινωνικών αγώνων που αναδείχθηκαν στο προσκήνιο στη 2ετία 1998-99, καταδεικνύουν τις ιστορικές ανεπάρκειες αυτών των μορφών προώθησης του αριστερού αντικαπιταλιστικού εγχειρήματος, και επιβάλλουν τη συγκεκριμένη διερεύνηση των δρόμων για την αποτελεσματική προαγωγή του. Πολύ περισσότερο που δεν πρόκειται για μια ευκταία εξέλιξη στο πεδίο του ελληνικού αριστερού κινήματος, αλλά για μια πιεστική αναγκαιότητα των ίδιων των συνθηκών της ταξικής πάλης και της προάσπισης και πραγμάτωσης των συμφερόντων χειραφέτησης των εργαζομένων και της νεολαίας.

Η ριζοσπαστική ανασύνθεση του αριστερού και εργατικού κινήματος εμπερικλείει και επιδιώκει να συναρθρώσει τρία επίπεδα πολιτικο-κοινωνικού δυναμικού που στη σημερινή συγκυρία τοποθετούνται στα πλαίσια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, του ευρύτερου αριστερού κινήματος, και των κοινωνικών δυνάμεων της εργατικής τάξης και της νεολαίας στο συνολικό πλαίσιο του ελληνικού καπιταλισμού. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία με πολλαπλές διαστάσεις και ανακατατάξεις που τοποθετείται στο βάθος ενός ορισμένου χρονικού ορίζοντα και δεν εμφανίζει το γραμμικό χαρακτήρα ανάπτυξης που επεδίωκαν να αναδείξουν τα μέχρι σήμερα εγχειρήματα αντικαπιταλιστικού επαναπροσδιορισμού της Αριστεράς και του Εργατικού Κινήματος. Μ' αυτή την έννοια πρόκειται για τους ακόλουθους "κύκλους" πολιτικού, κοινωνικού και διανοητικού αριστερού δυναμικού, των οποίων η συνάρθρωση αποτελεί μείζονα επιδίωξη της σημερινής ριζοσπαστικής ανασύνθεσης:

Κατά πρώτο, το δυναμικό που κινείται στο πεδίο του συγκροτημένου όσο και του ανεξάρτητου ριζοσπαστικού αριστερού κινήματος, και έχει πολιτευθεί μέχρι σήμερα κατά τρόπο ανεξάρτητο από τους κοινοβουλευτικούς αριστερούς σχηματισμούς, ωστόσο όμως παρουσιάζει περιχαρακώσεις, μερικότητες, αποσπασματικότητες και απολυτοποιήσεις, χωρίς σε τελική ανάλυση να διαμορφώνει διαύλους επικοινωνίας με ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της μισθωτής εργασίας και της νεολαίας (Δυναμικό που εντάσσεται στο ΝΑΡ, στις Αριστερές Συσπειρώσεις, στην ΑΚΟΑ, στο Δίκτυο Δικαιωμάτων, σε εκπαιδευτικές κινήσεις και φοιτητικές σχηματοποιήσεις, Χώρος Μαρξ κ.λπ.).

Κατά δεύτερο, πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που εντάσσονται στο πεδίο του κοινοβουλευτικού αριστερού κινήματος (Εργατικός κόσμος του ΚΚΕ, λαϊκές δυνάμεις της κοινωνικής υπόβασης του ΣΥΝ, κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζονται εκλογικά στο ΔΗΚΚΙ), των οποίων ωστόσο η αριστερή και ταξική υπόσταση και δυναμική ηγεμονεύεται στα πλαίσια των αριστερών κομμάτων από τις κυρίαρχες κατευθύνσεις του παραδοσιακού και σύγχρονου μικροαστικού και μικρομεσαίου μεταρρυθμισμού - εκσυγχρονισμού - πατριωτισμού. Η κοινωνική ταξικότητα και ο αριστερός δυναμισμός αυτού του πλατειού λαϊκού εργατικού κόσμου (του κόσμου της Αριστεράς και της Εργασίας) απονευρώνεται, παραποιείται και αφυδατώνεται στα πλαίσια των κοινοβουλευτικών αριστερών σχηματισμών: Η αλληλοτροφοδότηση και γόνιμη διαπλοκή του ανεξάρτητου αντικαπιταλιστικού δυναμικού μ' αυτόν τον ευρύτερο αριστερό κοινωνικό κόσμο αποτελεί ένα μέγιστο στοίχημα για τη σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερή ανασύνθεση.

Κατά τρίτο, η πλατειά δεξαμενή της Κοινωνικής Αριστεράς, δηλαδή του εργαζόμενου κόσμου της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής, των ανέργων και των μεταναστών, της νεολαίας του εκπαιδευτικού αποκλεισμού, που σε σημαντικό βαθμό εκφράζονται εκλογικά στο ΠΑΣΟΚ και δευτερογενώς στη ΝΔ, είτε στο πεδίο της εκλογικής αποχής, του άκυρου και του λευκού. Σ' αυτό το επίπεδο βέβαια χρειάζεται να γίνει κατανοητή η πολιτικο-ιδεολογική μετάλλαξη ορισμένων στρωμάτων του συνολικού κόσμου της μισθωτής εργασίας (εργαζόμενοι στις δημόσιες υπηρεσίες, στις κοινωφελείς επιχειρήσεις, στα ανώτερα κλιμάκια των δυναμικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων), που έχουν προσχωρήσει, στη συγκυρία της ανασφάλειας, της λιτότητας, των απολύσεων, της ανεργίας και της εργασιακής απορύθμισης, σε μια ορισμένη τακτική κοινωνική συμμαχία με τα δυναμικά εκσυγχρονισμένα μικροαστικά και αστικά στρώματα στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ευρωπαϊκής νομισματικής ολοκλήρωσης και της ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης. Ο εργατικός και νεολαιίστικος κόσμος της κοινωνικής πλειοψηφίας που απασχολείται στην καπιταλιστική παραγωγή ή βρίσκεται αντιμέτωπος με τα αλλεπάλληλα σινικά τείχη του εκπαιδευτικού αποκλεισμού, της επιλογής, της αξιοκρατίας και του ανταγωνισμού, αποτελεί τον τελικό αποδέκτη της αντικαπιταλιστικής οπτικής, της αριστερής παρέμβασης, της ταξικής κοινωνικής συλλογικότητας.

Η κοινωνική αυτή λαϊκή υπόβαση βρίσκεται στη σημερινή περίοδο του τέλους του 20ού αιώνα σε δυσμενέστατους ταξικούς σχηματισμούς απέναντι στον κυρίαρχο κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας (που εκφράζεται από τις πολιτικές δυνάμεις του αστικού δικομματισμού ΠΑΣΟΚ και ΝΔ), που διασφαλίζει τη συμμαχία όλων των μερίδων της αστικής τάξης, την πλειονότητα των τμημάτων των μικροαστικών τάξεων και την παθητική ανοχή δημοσιοϋπαλληλικών και κοινωφελών εργασιακών στρωμάτων: Αποδιάρθρωση του συνδικαλιστικού ιστού, καταλυτική πίεση του εφεδρικού στρατού των ανέργων (αλλά και των οικονομικών μεταναστών), ιδεολογική ηγεμονία του αστισμού στις εργατικές και νεολαιίστικες συνειδήσεις, χρεοκοπία των παραδοσιακών αριστερών στρατηγικών σ' όλες τους τις εκδοχές (ανατολικό πρότυπο, ευρωκομμουνιστικός δρόμος, σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός). Σ' αυτό ακριβώς το κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο χρειάζεται να συνευρεθεί το συνδυασμένο ανεξάρτητο αντικαπιταλιστικό δυναμικό του ευρύτερου αριστερού κινήματος με τις κοινωνικές δυνάμεις της εργατικής και νεολαιίστικης πλειοψηφίας, έχοντας ξεπεράσει τόσο τον μέχρι σήμερα υποκειμενισμό και απομονωτισμό της οργανωμένης Ριζοσπαστικής Αριστεράς, όσο και τη μικροαστική ηγεμόνευση που κυριαρχούν στο ΚΚΕ, στο ΣΥΝ και στο ΔΗΚΚΙ, στο πεδίο των οξυμένων κοινωνικών, μορφωτικών, οικονομικών αναγκών της καθολικής χειραφέτησης.

Η αδυναμία επικοινωνίας, διασύνδεσης και αλληλοδιαπλοκής αυτών των τριών παραμέτρων του εν-δυνάμει ριζοσπαστικού αριστερού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος στάθηκε το κύριο χαρακτηριστικό που εντυπώθηκε στην πορεία τους στη διάρκεια της τρέχουσας 10ετίας του 1990. Οι δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς κινήθηκαν στον περιχαρακωμένο τους "μικρόκοσμο" εξουδετερώνοντας το ριζοσπαστικό δυναμισμό τους από τον υποκειμενισμό, τον ανυπόστατο εκλογικισμό, τον αβάσιμο βολονταρισμό, την απουσία μαζικής λαϊκής γείωσης.

Το αριστερό κοινωνικό δυναμικό του κόσμου της Κοινοβουλευτικής Αριστεράς εξάντλησε την ταξική του δυναμική και την αριστερή παρεμβατική του κινηματικότητα κάτω από την κυριαρχία των κατευθύνσεων της «αντιμονοπωλιακής συμμαχίας» (με το «παραγωγικό-εγχώριο» κεφάλαιο), του εκσυγχρονισμού, της αναπτυξιολογίας, του εθνικοπατριωτισμού. Οι κοινωνικές δυνάμεις της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής και οι νεολαιίστικες δυνάμεις του εκπαιδευτικού μεσαιωνισμού, ανακυκλώθηκαν χωρίς πολιτικές εκπροσωπήσεις, ιδεολογικό κριτικό εξοπλισμό και συλλογική συνδικαλιστική συγκρότηση και υπόσταση, στη στασιμότητα και στην υποχώρηση, απέναντι στην καταθλιπτική εργοδοτική και νεοφιλελεύθερη κυριαρχία, η οποία ξεκινώντας από την κοινωνική παραγωγή επεκτείνεται παντού: στα μέσα ενημέρωσης, στο πολιτικό εποικοδόμημα, στους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς.

2. Η ταξική κοινωνική μετωπική ενότητα και συνδικαλιστική παρέμβαση

Η αλληλοδιαπλοκή, αλληλοεπηρεασμός και γόνιμη συγχώνευση αυτών των τριών παραμέτρων που προσδιορίζουν την αριστερή ριζοσπαστική ανασύνθεση στη σημερινή συγκυρία δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μέσα από την προώθηση ανεξάρτητων μετωπικών ιδεολογικών, εργατικών, νεολαιίστικων και πολιτικών δράσεων, των οποίων η οριζόντια διασύνδεση, σε συνδυασμό με τις αναγκαίες αναδιαρθρώσεις, ρήξεις, διαχωρισμούς στο επίπεδο του αριστερού και εργατικού κινήματος, μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη μιας ισχυρής και αξιόπιστης αντικαπιταλιστικής υποκειμενικότητας. Αυτές οι μετωπικές ριζοσπαστικές συγκροτήσεις, συσπειρώσεις, παρεμβάσεις δεν προϋποθέτουν την αυτοδιάλυση των επιμέρους πολιτικών, κοινωνικών, θεωρητικών σχηματοποιήσεων του κοινοβουλευτικού ή ριζοσπαστικού αριστερού κινήματος. Ωστόσο, η ωριμότητα και επάρκεια της συμβολής αυτών των δυνάμεων εξαρτάται από τη συνεισφορά τους σ' αυτές τις νέου τύπου συγκροτήσεις, των οποίων η ανάπτυξη διεύρυνση και επέκταση στα σίγουρα εμπερικλείει την προοπτική του ιστορικού ξεπεράσματος των μερικών και αποσπασματικών μορφών αριστερής πολιτικής, ιδεολογικής και κοινωνικής υπόστασης (λ.χ. Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΝ ή ΝΑΡ, Θέσεωνή Αντιτετράδιων Εκπαίδευσης, Κέντρων Εργατικής Παρέμβασης ή Ριζοσπαστικών Εκπαιδευτικών Κινήσεων κ.λπ.).

Αυτές οι ριζοσπαστικές μετωπικές συγκροτήσεις - παρεμβάσεις με ενωτικά χαρακτηριστικά θα επιχειρούν να αποτελέσουν τους διαύλους επικοινωνίας αντικαπιταλιστικού δυναμικού - ευρύτερου αριστερού λαϊκού κόσμου - εργατικής τάξης και νεολαίας, και σαν τέτοιες θα συνιστούν ιστορικά πρωτότυπες μορφές συσπείρωσης και δράσης.

Στο επίπεδο του εργατικού κινήματοςαυτό το σημερινό εγχείρημα προϋποθέτει κατ' αρχήν την διαμόρφωση μιας Πανελλαδικής Ριζοσπαστικής Εργατικής Συσπείρωσηςαπό το σύνολο των διαθέσιμων αντικαπιταλιστικών κοινωνικών δυνάμεων τόσο στη Δημόσια Διοίκηση και στην Κοινή Ωφέλεια (κυρίως συνδικαλιστικές κινήσεις στον εκπαιδευτικό κόσμο, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στον Τραπεζικό τομέα) όσο και στην ιδιωτική καπιταλιστική παραγωγή (κατασκευές, ιματισμός, εμπόριο κ.ά.). Ωστόσο αυτή η μορφή γενικής Εργατικής Συσπείρωσης χρειάζεται να δράσει ως καταλύτης για την ανάδειξη μιας ευρύτερης συγκρότησης ενός Ταξικού Εργατικού Μετώπουσε πανεθνική κλίμακα σ' όλους τους τομείς κοινωνικής παραγωγής, από κοινού με δυνάμεις του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος (δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, εργαζόμενος κόσμος των αυτόνομων παρεμβάσεων κ.λπ.), σε διαχωρισμό και καθ' υπέρβαση της συνδικαλιστικής χρεοκοπίας, αποψίλωσης και παραφθοράς του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού.

Αλλά και η συγκρότηση και παρέμβαση αυτού του Ταξικού Εργατικού Μετώπου με την ενεργητική συνδρομή της Ριζοσπαστικής Εργατικής Συσπείρωσης δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της την απάντηση στο μείζον για την Αριστερά ζήτημα της επανασυγκρότησης και δραστηριοποίησης του σύγχρονου συνδικαλιστικού κινήματος της εργατικής τάξης. Το Μέτωπο αυτό των αριστερών εργατικών δυνάμεων που κινούνται ενωτικά χρειάζεται να αναλάβει το ίδιο το ιστορικό βάρος της ανασύνθεσης του κόσμου της μισθωτής εργασίας, της ενοποίησης των διαφοροποιημένων της τμημάτων (δημόσιες και κοινωφελείς υπηρεσίες - καπιταλιστική ιδιωτική παραγωγή - άνεργος κόσμος - νεολαία ελαστικής απασχόλησης - οικονομικοί μετανάστες), της επανεμφάνισης της ταξικής συλλογικότητας σε επιχειρησιακό και κλαδικό επίπεδο, της αποτίναξης της ασφυκτικής αστικής ιδεολογικής ηγεμονίας στις εργαζόμενες συνειδήσεις, της ανάδειξης και υλικής προώθησης διεκδικητικών στόχων κ.λπ.. Απέναντι στη γενικευμένη παραλυσία και αδρανοποίηση του εργαζόμενου κόσμου, της διάλυσης του παραδοσιακού συνδικαλιστικού συλλογικού ιστού, το εγχείρημα κίνησης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο απαιτεί από την πλευρά του Ταξικού Εργατικού Μετώπου τη δρομολόγηση μιας καθολικής παρέμβασης, μακράν της στερεότυπης και αφυδατωμένης συνδικαλιστικής ρητορείας, με βαθιά πολύμορφα κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Η αναγκαία αυτονομία και ενότητα αυτού του Μετώπου της Συνδικαλιστικής Αριστεράς στα σίγουρα θα προκαλέσει εντάσεις και αντιπαραθέσεις όχι μόνον με τις δυνάμεις του κεφαλαίου και του εργοδοτικού - κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και με τους πολιτικούς μηχανισμούς (λ.χ. δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ίσως να το κατακρίνουν για τον κοινωνικό του μεταρρυθμισμό, έναντι της δικής τους "επαναστατικότητας" - ο ΣΥΝ θα επιχειρεί να το παραγκωνίσει σ' ένα δευτερεύοντα ρόλο έναντι της πρωτοκαθεδρίας του κοινοβουλευτισμού και της πρωταρχικότητας του ρόλου των ΜΜΕ στη διαμόρφωση της "πολιτικής γενικά" - το ΚΚΕ αντίστοιχα θα επιχειρεί να το εντάξει σε μια διαταξική "αντιμονοπωλιακή" κατεύθυνση με αιχμές εθνικοπατριωτικής αναπτυξιολογίας, προάγοντας τον κυρίαρχο ρόλο της δικής του "πολιτικής εκπροσώπησης" έναντι των αυτοπροσδιοριζόμενων και αυτοτελών κοινωνικών λαϊκών εκφράσεων - το ΔΗΚΚΙ θα προσπαθεί να το αξιοποιήσει "εκλογικά" αφυδατώνοντας κάθε αυτοτελή κοινωνική του δυναμική, εντάσσοντάς το στις διαδικασίες «ανασύνθεσης» και επαναδιαμόρφωσης του πολιτικού χώρου του ΠΑΣΟΚ). Η ανάδειξη έτσι, η ενότητα και η παρέμβαση του Ταξικού Εργατικού Μετώπου αντιπροσωπεύει μια συγκρουσιακή κοινωνική και πολιτική διαδικασία απέναντι στην καπιταλιστική και κυβερνητική εξουσία, που από την ίδια της τη δυναμική θα επαναδιαμορφώνει και το τοπίο των ίδιων των αριστερών πολιτικών σχηματισμών. Εμπερικλείοντας στους κόλπους του κοινωνικές εργατικές δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (κύρια στην εκπαίδευση, μέση και στοιχειώδη), του ΠΑΜΕ (κατ' εξοχήν σε παραδοσιακά κλαδικά αλλά και βιομηχανικά σωματεία), του ΣΥΝ (πρωτίστως στο χώρο των δημόσιων και κοινωφελών επιχειρήσεων), το Ταξικό Εργατικό Μέτωπο θα αναπτύσσει μια συνδικαλιστική δραστηριότητα οικονομική (άνοδος των μισθών έναντι της ενίσχυσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας), θεσμική (ενάντια στην απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων), κοινωνική (παρεμβατική παρουσία των εργαζομένων στα πεδία των ταξικών ανταγωνισμών), πολιτική (ρόλος της εργατικής τάξης στους πολιτικούς συσχετισμούς), εκπαιδευτική (συμβολή στο νεολαιίστικο κίνημα της μορφωτικής χειραφέτησης). Αξιοποιεί στη σημερινή περίοδο την πλήρη άμβλυνση των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης εργατικής τάξης - σοδιαλδημοκρατικής πολιτικής, που έχει επέλθει με τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της τελευταίας καθώς επίσης και τα φαινόμενα αποστασιοποίησης του εργαζόμενου κόσμου (και ιδιαίτερα των νεολαιίστικων εργατικών μερίδων) από τις εκπροσωπήσεις του κοινοβουλευτικού πολιτικού φάσματος, προσλαμβάνοντας ευρύτερα χαρακτηριστικά κοινωνικής εκπροσώπησης, που υπερβαίνουν το περιχαρακωμένο πεδίο της παραδοσιακής αριστερής εκπροσώπησης, όσο και το κλασικό πλαίσιο αντιπροσώπευσης του αστικού δικομματισμού.

Ο κοινωνικός διεκδικητισμός του Ταξικού Εργατικού Μετώπου εκκινεί από την πραγματική κατάσταση του κόσμου της μισθωτής εργασίας στην κοινωνική παραγωγή: Υπεραπασχόληση σε τομείς όπως οι κατασκευές, χαμηλές αμοιβές όπως στις ιδιωτικές βιομηχανίες, ελαστικά ωράρια όπως στις εμπορικές υπηρεσίες, απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων όπως στις εργαζόμενες μερίδες της νεολαίας, ιδιωτικοποίηση όπως στις κοινωφελείς επιχειρήσεις, υπερεκμετάλλευση όπως στο ξένο εργατικό δυναμικό κ.λπ., και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθίσταται είτε από την "επίκληση της επαναστικότητας", είτε από την υπαγωγή σε "αριστερές κομματικές προτεραιότητες", είτε από τον επικαθορισμό από "εθνικές και εκσυγχρονιστικές αναγκαιότητες". Η μαζική του ανάπτυξη και εμπέδωση τού προσδίδουν ευθέως μια αντικαπιταλιστική δυναμική στο παραγωγικό πεδίο και μια βαθιά αντιφιλελεύθερη διάσταση στο επίπεδο της αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική του αστικού δικομματισμού, ορίζοντας ένα συγκρουσιακό ταξικό πλαίσιο κοινωνικού μεταρρυθμισμού, που αποτελεί το αποτελεσματικότερο και προσφορότερο έδαφος για την αντικαπιταλιστική ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού κινήματος. Οι πιθανότητες "ενσωμάτωσης" ενός τέτοιου κοινωνικού διεκδικητισμού είναι στην ουσία εξαιρετικά περιορισμένες, αφ' ενός εξαιτίας των αναγκών ανάπτυξης και διεθνοποίησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και αφ' ετέρου εξ αιτίας του γεγονότος της εγκατάλειψης της πολιτικής του σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού από τα ίδια τα σοσιαλιστικά κόμματα και συνδικάτα και της προσχώρησής τους στο νεοφιλελευθερισμό.

3. Το λαϊκό ρεύμα του κριτικού μαρξιστικού διαφωτισμού και της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης

Ένα δεύτερο επίπεδο στο οποίο χρειάζεται η ανάπτυξη της ενωτικής ριζοσπαστικής παρέμβασης των αριστερών διανοητικών, πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων αναφέρεται στη διαμόρφωση και δράση του Μαρξιστικού Ιδεολογικού Δικτύουσ' ένα πανελλαδικό όσο και τοπικό περιφερειακό πεδίο. Άλλωστε το πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρητικής παραγωγής και κριτικής αντιπροσωπεύει εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες τον κατ' εξοχήν προνομιακό χώρο ανάδειξης και επεξεργασίας των κατευθύνσεων του αριστερού αντικαπιταλιστικού κινήματος. Κι αυτό γιατί οι διαχωρισμοί και τα εγχειρήματα υπέρβασης της ανεπάρκειας του παραδοσιακού αριστερού και εργατικού κινήματος ακριβώς δρομολογήθηκαν (από τη Β' Πανελλαδική μέχρι το ΝΑΡ-ΚΝΕ) ως απόπειρες κριτικής της υπαγωγής των αριστερών πολιτικών σχηματισμών στις κατευθύνσεις, στα ιδεολογήματα και στις πρακτικές της αστικής και μικροαστικής ηγεμονίας, απέναντι στην εν-δυνάμει (αλλά απούσα) εργατική ριζοσπαστική πολιτική. Ωστόσο, τα εγχειρήματα αυτά ενώ οδήγησαν (και συνεχίζεται και σήμερα να γίνεται) σε ισχυρά θεωρητικά κριτικά μαρξιστικά διαβήματα, που αντιπροσωπεύουν άλλωστε και τη μοναδική σοσιαλιστική ιδεολογική παραγωγή στην 25ετία της μεταπολίτευσης στην ελληνική κοινωνία, εντούτοις μετατράπηκαν σε ζωτικές εστίες ιδεολογικής επεξεργασίας και παρέμβασης χωρίς διαύλους επικοινωνίας με τον ευρύτερο αριστερό εργαζόμενο κόσμο. Έτσι, με το ξεδίπλωμα του κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού και τη σχετική ήττα του αριστερού και εργατικού κινήματος που καταγράφηκαν στη δεκαετία του 1990, (κι έτσι την ηγεμονία των ιδεολογημάτων του αστισμού στις λαϊκές συνειδήσεις), η ανεξάρτητη μαρξιστική ιδεολογική παραγωγή τροφοδοτείται μεν από σημαντικά θεωρητικά εγχειρήματα, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στην ελληνική πραγματικότητα, ωστόσο όμως στερείται των αναγκαίων διόδων (πολιτικών και κοινωνικών) επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης τόσο με το ευρύ αριστερό δυναμικό όσο και με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Το μεν πρώτο βρίσκεται γενικά υπό την επιρροή των κατευθύνσεων της "αντιμονοπωλιακότητας", του "εκσυγχρονισμού", της "διαταξικότητας", του "εθνικοπατριωτισμού" που κυριαρχούν στο θεωρητικό λόγο του κοινοβουλευτικού αριστερού κινήματος (ωστόσο με σημαντικές πλέον ρωγμές στο εσωτερικό του), ο δε δεύτερος ηγεμονεύεται αναγκαστικά στα πεδία της κοινωνικής παραγωγής από τις κατευθύνσεις της "παραγωγικότητας", "αποδοτικότητας", "ανάπτυξης", "επιχειρηματικότητας" (καίτοι οι οξυμένες του κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες τον ωθούν πιεστικά προς την αναζήτηση διεξόδων χειραφέτησης από την ολοσχερή καπιταλιστική αλλοτρίωση). Όσο κατά συνέπεια αναγκαία αναδεικνύεται η συνέχιση, εμβάθυνση και διεύρυνση της σύγχρονης μαρξιστικής κριτικής που πραγματοποιείται από τις ανεξάρτητες αλλά αποσπασματικές αντικαπιταλιστικές ιδεολογικές υποκειμενικότητες (από τις Θέσειςμέχρι την Εποχή, από την Ουτοπίαμέχρι το Πριν, από το Άλφαμέχρι τα Αντιτετράδια της Εκπαίδευσηςκ.λπ.), άλλο τόσο αναγκαία προβάλλει (και πολύ περισσότερο) η κοινωνική γείωση αυτής της ριζοσπαστικής μαρξιστικής κριτικής, η διαμόρφωση γόνιμων διαύλων επικοινωνίας με τις σκέψεις και τις πρακτικές του ευρύτερου αριστερού και εργαζόμενου κόσμου. Και σ' αυτή την αναγκαία κατεύθυνση δεν συνεργούν οι αριστεροί πολιτικοί σχηματισμοί ούτε και οι συνδικαλιστικοί φορείς της γραφειοκρατικής παραφθοράς, καθότι ηγεμονεύονται ιδεολογικά από τις κατευθύνσεις του μικροαστισμού, αλλά και του κυβερνητικού φιλελευθερισμού. Άλλωστε, η ανάδειξη των κέντρων αυτών της ανεξάρτητης μαρξιστικής κριτικής έχει προκύψει ιστορικά μέσα από πολιτικές διαδικασίες εκβολής - αποβολής της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής θεώρησης και πρακτικής και από τις δύο πτέρυγες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, όπου η ασφυκτική μικροαστική ιδεολογική ηγεμόνευση δεν άφηνε σ' ολόκληρη την προηγούμενη εικοσαετία περιθώρια ανάδειξης στάσεων και οπτικών που να θέτουν σε αμφισβήτηση τις θεμελιακές παραμέτρους της παραδοσιακής Αριστεράς ("αντιμονοπωλιακή συμμαχία", "εθνική ανάπτυξη", "πατριωτική τοποθέτηση", "εκσυγχρονισμός παραγωγικός" κ.λπ.).

Σε κάθε περίπτωση το κοινωνικό πεδίο στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα προσφέρεται για την πραγματοποίηση ενός πλατιού κριτικού μαρξιστικού διαφωτισμού, τόσο εξ αιτίας των δυσμενέστατων συνεπειών του κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού για τις εργαζόμενες τάξεις, όσο και εξ αιτίας της χρεοκοπίας των κεντροαριστερών - σοδιαλδημοκρατικών εγχειρημάτων. Η μετωπική συνένωση των ανεξάρτητων αντικαπιταλιστικών διανοητικών δυνάμεων, από κοινού με τις δυνάμεις ιδεολογικής ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του συνολικού αριστερού κινήματος σε περιφερειακά Μαρξιστικά Ιδεολογικά Κέντρα (Χώρους Μαρξ)καθώς και σ' ένα Πανελλαδικό Μαρξιστικό Δίκτυο, όπως επίσης και σ' ένα επίπεδο διεθνούς θεωρητικής διασύνδεσης με αντικείμενο τη λαϊκή θεωρητική μαρξιστική παρέμβαση στα μείζονα ζητήματα της συγκυρίας της ταξικής πάλης, με στόχο την ανάδειξη ενός πλατειού ριζοσπαστικού διανοητικού ρεύματος κριτικού διαφωτισμού έναντι της κυρίαρχης αστικής (και μικροαστικής) ιδεολογικής ηγεμονίας, αντιπροσωπεύει μια εξίσου πρωταρχική προτεραιότητα ενωτικής ριζοσπαστικής παρέμβασης, ικανής να διαμορφώσει διαύλους επικοινωνίας μεταξύ του αντικαπιταλιστικού δυναμικού, του ευρύτερου αριστερού κόσμου και των πλατειών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας, κατά έναν τρόπο πολύμορφο, πολυφωνικό και πλουραλιστικό.

Η διαμόρφωση αυτού του κριτικού ριζοσπαστικού διανοητικού ρεύματος στο επίπεδο του λαϊκού εργαζόμενου και νεολαιίστικου κόσμου (στο μέτρο που η παραδοσιακή μικροαστική διανόηση της Αριστεράς έχει προσχωρήσει στον καπιταλιστικό "εκσυγχρονισμό" και έχει ενσωματωθεί στους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους), δια μέσου μαζικών ιδεολογικών εκδηλώσεων, θεωρητικών συλλογικών εκδόσεων και κυρίως αντανακλάσεων στα πεδία της σύγχρονης τέχνης (κριτικός κινηματογράφος, μουσική, λογοτεχνία κ.λπ.) είναι προϋπόθεση απαρέγκλιτη για τη σημερινή ανασύνθεση του αριστερού εργατικού κινήματος σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Σε ποια μουσική παραγωγή εμφανίζεται η τραγωδία της σημερινής εφηβικής νεολαίας απέναντι στην αδυσώπητη εντατικοποίηση της εκπαιδευτικής επιλογής, ανταγωνισμού και αξιοκρατίας; Σε ποιο κινηματογραφικό έργο γίνεται κριτική της κοινωνικής κατάστασης υπεραπασχόλησης και αλλοτρίωσης των σημερινών μισθωτών εργαζομένων; Σε ποια λογοτεχνική παραγωγή εμφανίζονται τα αδιέξοδα και η κριτική του αστικού οικογενειακού θεσμού και η ανάδειξη των οριζόντων της σεξουαλικής και γυναικείας χειραφέτησης; Ο σύγχρονος μαρξιστικός κριτικός διαφωτισμός αποτελεί στη σημερινή κατάσταση κινητήρια δύναμη για την ίδια την προαγωγή, οργάνωση και προώθηση της κοινωνικής αντίστασης των εργαζομένων και της νεολαίας απέναντι στην καταλυτική αστική ιδεολογική ηγεμονία.

Η ιδεολογική υπεροχή των εκφράσεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτέλεσε το σχετικό συγκριτικό της πλεονέκτημα απέναντι στο παραδοσιακό αριστερό κίνημα όσο και στην καπιταλιστική πολιτική και κοινωνική εξουσία. Ωστόσο αυτή δεν μπορεί να εξαντλείται στην κριτική της ανεπάρκειας των αριστερών σχηματισμών, αλλά και με την ενωτική και διαλεκτική συμβολή των όποιων ριζοσπαστικών ιδεολογικών παραμέτρων στο εσωτερικό τους, χρειάζεται να τοποθετεί στο επίκεντρό της τα κυρίαρχα ζητήματα της συγκυρίας της πάλης των τάξεων, από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέχρι τη σύγχρονη ταξική δομή κι από το σύγχρονο ιμπεριαλισμό μέχρι τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς. Απαιτείται να λειτουργεί ευθέως προς το ζωτικό κόσμο του ευρύτερου αριστερού κινήματος, ειδικά μάλιστα μετά τη μαζική φυγή των παραδοσιακών μικροαστικών διανοητικών στρωμάτων προς τους καθεστωτικούς μηχανισμούς, και να απευθύνεται εξίσου, κατά τρόπο λαϊκό, προς τους φυσικούς αποδέκτες της μαρξιστικής θεωρητικής παραγωγής, δηλαδή προς τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και προς την πλειονότητα του νεολαιίστικου πληθυσμού. Κι αυτά με επίγνωση ότι η εκφορά και μόνον ενός αντικαπιταλιστικού κριτικού λόγου δεν αποτελεί ευθέως το εφαλτήριο της οποιασδήποτε άμεσης πολιτικής συγκρότησης και πολύ περισσότερο εκλογικής αριστερής εμβέλειας, αλλά όρο για τη δρομολόγηση ενός πλατειού ριζοσπαστικού ιδεολογικού λαϊκού ρεύματος.

4. Η νεολαιίστικη αριστερή μετωπική δράση στο πεδίο των εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων

Τέλος, ένα τρίτο επίπεδο ενωτικής μετωπικής ριζοσπαστικής παρέμβασης αφορά το επίπεδο της πλειονότητας του νεολαιίστικου πληθυσμού, που πραγματικά βρίσκεται σε ριζική αποστασιοποίηση από το πολιτικό αλλά και το αριστερό ειδικότερα φάσμα, ενώ ταυτόχρονα αντιπαρατίθεται με τις πλέον οξυμένες συνέπειες του κυβερνητικού νεοφιλελευθερισμού. Βέβαια επί δύο ολόκληρες δεκαετίες το κίνημα της νεολαίας για την Αριστερά ταυτίζονταν σχεδόν με τον φοιτητικό συνδικαλισμό, ενώ η μεγάλη πλειονότητα της νεολαίας (του εκπαιδευτικού αποκλεισμού, της ανεργίας, της εργασιακής παραγωγικής ένταξης κ.λπ.) δεν είχε παρά εντελώς αμβλυμμένες σχέσεις με το αριστερό κίνημα. Αυτό ερμηνεύεται από το γεγονός ότι η Αριστερά διέπονταν από τις κατευθύνσεις του τεχνοκρατισμού, της «επιστημονικο-τεχνικής επανάστασης», της αναπτυξιολογίας και ευρύτερα των ιδεολογημάτων της ηγεμονικής στους κόλπους της νέας μικροαστικής τάξης (μηχανικών, γιατρών, δικηγόρων, καθηγητών κ.ά.) που προσιδίαζαν προς τις ανελικτικές κοινωνικές επιδιώξεις του φοιτητικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα το σύνολο των νεολαιίστικων δυνάμεών της (Πανσπουδαστική και Δημοκρατική Ενότητα) να εκφράζει εκλογικά τουλάχιστον το μισό του φοιτητικού κινήματος. Εξαίρεση στον κανόνα αποτέλεσε μόνον το ρεύμα των φοιτητικών αριστερών συσπειρώσεων και των ΕΑΑΚ που σε ένα ορισμένο βαθμό προσέγγιζαν την αντικαπιταλιστική κριτική του εκπαιδευτικού συστήματος και την εργατική ριζοσπαστική πολιτική.

Σε κάθε περίπτωση η συστοίχιση της πλειονότητας της φοιτητικής νεολαίας, κατά τα δύο τρίτα της, με τις επιδιώξεις της νέας μικροαστικής τάξης και η ενσωμάτωση της τελευταίας στην κοινωνική συμμαχία του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας είχε σαν αποτέλεσμα την κάθετη υποχώρηση των αριστερών παρατάξεων και την επικράτηση των κατευθύνσεων του αστικού εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού στις επιδιώξεις της φοιτητικής πλειοψηφίας. Το φαινόμενο αυτό της τελευταίας 15ετίας δεν αντιπροσωπεύει κάποια τάση μαζικής "συντηρητικοποίησης" του φοιτητικού κινήματος, αλλά απεναντίας τον φυσικό ταξικό επαναπροσδιορισμό του φοιτητικού πληθυσμού (της πλειονότητας) προς τις πολιτικές και κοινωνικές κατευθύνσεις ενσωμάτωσης στους ρόλους της νέας μικροαστικής τάξης. Άλλωστε ο φοιτητικός πληθυσμός στο μεγαλύτερο μέρος του αντιπροσωπεύει το προϊόν της εκπαιδευτικής κοινωνικής επιλογής, το οποίο, παρά την επιδείνωση των συνθηκών και των όρων της κοινωνικής του ενσωμάτωσης στις θέσεις της νέας μικροαστικής τάξης, βρίσκεται σε πολύ ευνοϊκότερη επαγγελματική, μορφωτική και κοινωνική θέση από τις υπόλοιπες πλειοψηφικές μερίδες της νεολαίας που βρίσκονται στο πεδίο της άμεσης παραγωγικής ένταξης, της ανεργίας, των τεχνικο-επαγγελματικών σχολών, του εκπαιδευτικού αποκλεισμού, των σχολών του ΟΑΕΔ, των περισσοτέρων τμημάτων των ΤΕΙ κ.λπ..

Η μεταφορά της ταξικής εκπαιδευτικής αντιπαράθεσης μέσα στο ίδιο το εσωτερικό του Λυκείου (επιλογή - ανταγωνισμός - αξιοκρατία) όξυνε στο έπακρο τις διαδικασίες εκπαιδευτικού αποκλεισμού, με αποτέλεσμα τα διαδοχικά ρεύματα των μαθητικών καταλήψεων σ' ολόκληρη τη διάρκεια της τρέχουσας 10ετίας του 1990, με την ένταση της λειτουργίας των ιδιωτικών φροντιστηριακών μηχανισμών, τη δημιουργία μαζών "αποβλήτων" του εκπαιδευτικού συστήματος. Το φοιτητικό κίνημα, ηγεμονευόμενο πλέον ολοσχερώς από τις κατευθύνσεις της μικροαστικής κοινωνικής ανέλιξης και της πολιτικής επικράτησης του φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, παρέμεινε ουσιαστικά "αδρανής θεατής" των αστικών εκπαιδευτικών αναδιαρθρώσεων, πέραν της εξαιρετικά μειοψηφικής παρέμβασης των αριστερών συσπειρώσεων φοιτητών και των ΕΑΑΚ που δεν τροποποίησαν όμως τους συνολικούς συσχετισμούς. Και κυρίως δεν αποκρυσταλλώθηκε σ' ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο ένα διευρυμένο Ριζοσπαστικό Μέτωπο Νεολαίας, μέσα από τις αλλεπάλληλες μαθητικές κινητοποιήσεις, που να προσδώσει διάρκεια και προοπτική στο νεολαιίστικο κίνημα μορφωτικής χειραφέτησης. Άλλωστε σ' αυτή την κατεύθυνση δεν καταγράφηκε καν η συνέργεια και συμβολή τμημάτων του εργατικού κινήματος, αλλά ούτε και του πολιτικού αριστερού κινήματος το οποίο είτε απείχε (λ.χ. απουσία του ΣΥΝ από τη νεολαία) είτε υπονόμευε σε συντηρητική κατεύθυνση τις μαθητικές καταλήψεις (π.χ. εργατικές γραφειοκρατικές οργανώσεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού). Αυτό το νεολαιίστικο αριστερό μέτωπο χρειάζεται να συμπεριλάβει συντονισμένα το ρεύμα των φοιτητικών αριστερών συσπειρώσεων και των ΕΑΑΚ, το ανεξάρτητο μαθητικό δυναμικό που κινήθηκε στη διάρκεια των καταλήψεων των Λυκείων, ριζοσπαστικές νεολαιίστικες σχηματοποιήσεις στο επίπεδο της τεχνικο-επαγγελματικής κατάρτισης, πρωτοβουλίες άνεργων νέων κ.λπ..

Κυρίαρχο πλαίσιο παρέμβασής του αναδεικνύεται η κριτική και εναντίωση στις συντελούμενες φιλελεύθερες εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις με κύριο άξονα την "αξιοκρατία - επιλογή - ανταγωνισμό", που αποτελούν πρωταρχικό πεδίο της πάλης των τάξεων στη σημερινή συγκυρία, όπου δίνεται η μάχη για την αναπαραγωγή ή την τροποποίηση του αστικού - ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας δια μέσου των εκπαιδευτικών μηχανισμών και για τη νομιμοποίησή του στις λαϊκές εργατικές συνειδήσεις. Πρόκειται προφανώς για μια εντελώς νέου τύπου ενωτική αριστερή νεολαιίστικη συγκρότηση πολιτικού, κοινωνικού και μορφωτικού χαρακτήρα, που υπερβαίνει τις παραδοσιακές μορφές των αριστερών πολιτικών νεολαιών που στάθηκαν ιστορικά ανεπαρκείς, καθώς και τις αποσπασματικές ή εγωκεντρικές μορφές συσπείρωσης ζωτικών μερίδων του νεολαιίστικου πληθυσμού. Κι επειδή οι αστικές εκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις είναι συνεχείς, σε συνάφεια με τις ίδιες τις μεταλλαγές του καταμερισμού της εργασίας στην κοινωνική παραγωγή, γι' αυτό και το ριζοσπαστικό νεολαιίστικο ενωτικό κίνημα χρειάζεται να έχει διάρκεια ιστορικής προοπτικής, σύνδεση με το εργατικό κίνημα, μακρά πνοή.

5. Η πολιτική αντικαπιταλιστική ολοκλήρωση των λαϊκών ριζοσπαστικών μετωπικών κινήσεων

Όπως γίνεται φανερό, η καθεαυτό πολιτική συγκρότηση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματοςσε μια αντικαπιταλιστική και ευρύτερα ριζοσπαστική κατεύθυνση, δεν μπορεί να υπάρχει και να αναπαράγεται ως μία πολιτική διαδικασία υποκειμενοποίησης ανεξάρτητα από τις τρεις αυτές θεμελιακές μετωπικές συνιστώσες, αλλά απεναντίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνάρθρωση και ολοκλήρωσή τουςσ' ένα γενικό πολιτικό επίπεδο. Η οποιαδήποτε προοιμιακή πολιτική συσπείρωση στο πεδίο του αντικαπιταλιστικού αριστερού κινήματος δεν μπορεί να έχει υπόσταση παρά μόνον στο βαθμό και στο μέτρο που προάγει την ταυτόχρονη και συντονισμένη ανάπτυξη του Ταξικού Εργατικού Μετώπου(σε περιφερειακό, κλαδικό και εθνικό επίπεδο), του Μαρξιστικού Ιδεολογικού Δικτύου(στα επιμέρους Μαρξιστικά Θεωρητικά Κέντρα και στην πανελλαδική οριζόντια διασύνδεσή τους), του Ριζοσπαστικού Μετώπου Νεολαίας(στις αποσπασματικές μαθητικές, φοιτητικές, εργαζόμενες, άνεργες σχηματοποιήσεις του και στον πανεθνικό τους συντονισμό), υπηρετώντας αποκλειστικά αυτή την πολιτική, ιδεολογική και κοινωνική ανάπτυξη του ευρύτερου ριζοσπαστικού λαϊκού κινήματος. Οποιεσδήποτε άλλες μορφές πολιτικής υποκειμενοποίησης, μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας, που δεν έχουν στο επίκεντρό τους αυτή την αποκλειστική και καθοριστική συμβολή, ενωτικού μετωπικού χαρακτήρα, αλλά απεναντίας επικεντρώνονται στην υποκειμενική οργανωτική τους εξάπλωση, ή σε ενωτικά σχήματα των ανεπαρκών πολιτικών κομμάτων της κοινοβουλευτικής ή μη Αριστεράς και του Εργατικού Κινήματος (είτε του αντιφιλελεύθερου μετώπου των ΚΚΕ, ΣΥΝ, ΔΗΚΚΙ κ.λπ., είτε των μικρότερων σχημάτων του χώρου της Άκρας Αριστεράς όπως της "Μαχόμενης Αριστεράς" ή του "Μετώπου Ριζοσπαστικής Αριστεράς"), και με κυρίαρχο συνήθως πεδίο παρέμβασης τον άγονο εκλογικισμό, όχι μόνον δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη και διεύρυνση του κινήματος της λαϊκής χειραφέτησης, αλλά απεναντίας υποθάλπουν και υπονομεύουν αυτή την προοπτική. Κι αυτό γιατί αφ' ενός αναπαράγουν την επιμέρους ανεπάρκεια των ξεχωριστών αριστερών πολιτικών υποκειμένων σ' ένα διευρυμένο επίπεδο (που έχει μάλιστα χαρακτηριστικά αριστερής ενότητας, μεγαλύτερης ή μικρότερης εμβέλειας), και αφ' ετέρου αντί να επικεντρωθούν στην μαζική ανάπτυξη του ταξικού εργατικού κινήματος, της μαρξιστικής θεωρητικής παραγωγής, του νεολαιίστικου ριζοσπαστικού δυναμισμού, αναλώνονται κατ' εξοχήν στην πολιτική "εθνικού ακροατηρίου" χωρίς κοινωνική γείωση και στον ατελέσφορο κοινοβουλευτικό εκλογικισμό, μακριά από τη λαϊκή εργατική δυναμική. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η ευρύτερη ή στενότερη πολιτική ενότητα (με ανομολόγητη πάντοτε εκλογικίστικη στόχευση) των υπαρκτών ανεπαρκών αριστερών σχηματισμών, κι είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η μετωπική ενωτική ριζοσπαστική ανασύνθεση με πολιτικά - θεωρητικά - συνδικαλιστικά χαρακτηριστικά που επιδιώκεται να προαχθεί.

Μ' αυτή την έννοια είναι περισσότερο από αναγκαία η ταυτόχρονη προώθηση τόσο του εργατικού, του θεωρητικού και του νεολαιίστικου ριζοσπαστικού μετώπου κατά τρόπο αυτοτελή και ανεξάρτητο, όσο και η παράλληλη και αλληλοτροφοδοτούμενη συσπείρωση του αγωνιστικού αριστερού δυναμικού στο πολιτικό αντικαπιταλιστικό επίπεδο, δηλαδή του οριζόντιου συντονισμού, διασύνδεσης και ολοκλήρωσης αυτών των τριών θεμελιακών παραμέτρων της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστερής και κοινωνικής ανασύνθεσης. Είναι άλλωστε αυτή η διαδικασία ο μοναδικός δρόμος ξεπεράσματοςτου πολιτικού υποκειμενισμού, της πάγιας πριμοδότησης του "πολιτικο-κομματικού" έναντι του "κοινωνικού", του βολονταρισμού και του επαναστατικού βερμπαλισμού, της μερικότητας και αποσπασματικότητας, (που εκφράζει την αδυναμία συνολικής παρέμβασης), της συνθηματολογικής "απογείωσης" των "αυτόκλητων" εκπροσώπων και πρωτοποριών της εργατικής τάξης, χαρακτηριστικά που έχουν σημαδέψει καθοριστικά την μέχρι σήμερα ιστορική πορεία του παραδοσιακού όσο και του ριζοσπαστικού αριστερού κινήματος και συμβάλλουν συστηματικά στην αναπαραγωγή των αδιεξόδων και της αναποτελεσματικότητάς του.

Η στάση του αντικαπιταλιστικού αυτού εγχειρήματος έναντι των αριστερών κοινοβουλευτικών σχηματισμών (ΚΚΕ, ΔΗΚΚΙ, ΣΥΝ) είναι ταυτόχρονα στάση μαρξιστικής κοινωνικής τους κριτικής όπως παράλληλα και στάση αγωνιστικής κοινωνικής σύμπραξης στα πεδία της ταξικής πάλης. Λ.χ. κοινή ενωτική αγωνιστική εναντίωση στις εκπαιδευτικές ρυθμίσεις του Ν. 2525/97 της φιλελεύθερης κυβερνητικής εξουσίας του ΠΑΣΟΚ, μαζική στήριξη των μαθητικών καταλήψεων Λυκείων κ.λπ. με τις δυνάμεις του ΚΚΕ, των εκπαιδευτικών του ΣΥΝ, του ΔΗΚΚΙ κ.λπ. και ταυτόχρονα κριτική και ριζοσπαστική υπέρβαση των θέσεών τους για μια "δημοκρατική ανθρωπιστική παιδεία", αναδεικνύοντας την αντικαπιταλιστική προοπτική της γενικευμένης μορφωτικής χειραφέτησης εργατικής τάξης και νεολαίας (καθολική πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, ριζοσπαστική αναδιάρθρωση της ανώτερης παιδείας, οριζόντιος καταμερισμός γνώσης, εργασίας, εξουσίας κ.λπ.). Εξίσου ενωτική μετωπική σύμπραξη στο πεδίο του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος με το σύνολο των αριστερών συνδικαλιστικών δυνάμεων που έχουν μέτωπο απέναντι στον κυβερνητικό νεοφιλελευθερισμό και στις δρακόντειες συνθήκες της ΟΝΕ και αντιπαρατίθενται στην καπιταλιστική εργοδοτική εξουσία στις επιχειρήσεις (ανεργία, ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, απορύθμιση εργασιακών σχέσεων κ.λπ.) και παράλληλα κριτική και ξεπέρασμα των κατευθύνσεων "αναπτυξιακών διεξόδων", "αντιμονοπωλιακών συμμαχιών", υπαγωγής των κινητοποιήσεων στους κεντρικούς πολιτικούς σχεδιασμούς κ.ά.. Δηλαδή η αντικαπιταλιστική αυτή στάση δεν μπορεί να γίνεται ούτε από θέσεις καθολικής κριτικής απόρριψης στη λογική των "καθεστωτικών κομμάτων" (π.χ. ΝΑΡ), ούτε στη βάση της γενικής αριστερής ενωτολογίας (λ.χ. ΑΚΟΑ, Αριστερό Ρεύμα του ΣΥΝ), δύο οπτικές εξίσου ανεπαρκείς εξ αιτίας αφ' ενός του απομονωτισμού και αφ' ετέρου του υποχωρητισμού.

Η αντιμετώπιση με άλλες λέξεις των αριστερών κοινοβουλευτικών κομμάτων ως συνολικών φαινομένων (κομματικοί μηχανισμοί, εργατική υπόβαση, λαϊκή εμβέλεια, ιδεολογική φυσιογνωμία κ.ά.) δεν μπορεί παρά να έχει σύνθετα μαρξιστικά χαρακτηριστικά που να παίρνουν υπ' όψιν τους την υβριδική φύση αυτών των σχηματισμών ως "αμαλγαμάτων" εργατικών λαϊκών επιδιώξεων και ταυτόχρονα ηγεμόνευσης εκ μέρους παραδοσιακών και σύγχρονων μικροαστικών μερίδων και στρωμάτων, που εντυπώνουν τα ιδεολογικά και πολιτικά τους χαρακτηριστικά στις ανάγκες, διεκδικήσεις και αναζητήσεις του λαϊκού αριστερού και νεολαιίστικου κόσμου. Η πρακτική αυτή του σημερινού αντικαπιταλιστικού εγχειρήματος απέναντι στους παραδοσιακούς αριστερούς και εργατικούς σχηματισμούς (μαζικής κοινωνικής ενότητας - ριζοσπαστικής θεωρητικής κριτικής - αντικαπιταλιστικής στρατηγικής τους υπέρβασης) είναι η μόνη ικανή να οξύνει γόνιμα τις αντιφάσεις και κρίσεις που πάγια τους διαπερνούν, να καταλύσει αποτελεσματικά τη μόνιμη σύγκρουση - αντιπαράθεση αναγκών εργατικής και νεολαιίστικης χειραφέτησης απ' τη μια και συμφερόντων της μικροαστικής κυριαρχίας - ηγεμονίας στο εσωτερικό τους απ' την άλλη, επιφέροντας τη συνολική ριζοσπαστική ανασύνθεση της Αριστεράς.