ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ. ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΟΥ ΠΕΔΙΟΥ
του Δημήτρη Δημούλη

Οι σκέψεις που ακολουθούν αποβλέπουν στο να δοθεί ένα περίγραμμα στις συζητήσεις για την ιδεολογία. Επιχειρούν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στις θεωρητικές αναλύσεις, που είναι συνήθως εξαιρετικά ειδικές, και στη χρήση του όρου στην κοινή πολιτική γλώσσα, που είναι αόριστη και συχνά αντιφατική.

Η έννοια ιδεολογία δημιουργήθηκε μετά τη γαλλική επανάσταση. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται γενικά, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να "σκεφθεί" την ιδεολογία χωρίς αναφορά στο μαρξισμό. Ως έννοια κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, η ιδεολογία αποτελεί μια κληρονομιά ή ένα ίχνος του μαρξισμού, συναντώμενο ακόμη και στις προσεγγίσεις που τον απορρίπτουν.

Γράφεται συνήθως ότι είναι σχεδόν αδύνατο να δοθεί ένας γενικός ορισμός της ιδεολογίας. Κατά τη γνώμη μας ένας τέτοιος ορισμός είναι εύκολος: η ιδεολογία αποτελεί ένα σύστημα κατανόησης του κόσμου, δηλαδή ένα σύνολο από ιδέες, εικόνες, πεποιθήσεις και αναπαραστάσεις των ατόμων και ομάδων. Διαφοροποιήσεις υπάρχουν στις συγκεκριμένες αναλύσεις της, οι οποίες εξαρτώνται από πολιτικές σκοπιμότητες, από τον επιστημονικό κλάδο και το ρεύμα σκέψης. Αυτό δεν οφείλεται όμως σε δυσκολία ορισμού της ιδεολογίας, αλλά στον γενικό πλουραλισμό της γνώσης, η οποία εξυπηρετεί τους πιο διαφορετικούς σκοπούς.

Η ανάλυση της ιδεολογίας συνδέεται με τις πολλαπλές απαντήσεις σε δύο ερωτήματα. Τι "είναι" οι ιδέες, εικόνες, πεποιθήσεις και αναπαραστάσεις; Ποιες είναι οι σχέσεις τους με την υλική πραγματικότητα και με το άτομο ως φορέα τους; Οι απαντήσεις βασίζονται στα στοιχεία που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια. Ανάλογα με το ποιος συνδυασμός στοιχείων επιλέγεται κάθε φορά, προκύπτει ένας διαφορετικός (ειδικός και αναλυτικός) ορισμός της ιδεολογίας.

1. Ιδεολογία και αλήθεια

Δεν μπορούμε να σκεφτούμε την ιδεολογία παρά μόνο σε αντίθεση με τους όρους αλήθεια, ορθότητα, επιστήμη, ορθός Λόγος, πραγματικότητα. Όποιος μιλά για ιδεολογία προϋποθέτει ότι κατέχει μια αλήθεια ή γνώση. Αυτό σημαίνει ότι η αφετηρία προσέγγισης της ιδεολογίας είναι "θετικιστική". Από κει και πέρα υπάρχουν πολλές διαφορετικές προσεγγίσεις.

Στο ένα άκρο βρίσκεται η "διαφωτιστική" κριτική που θέλει να απαλλάξει τους ανθρώπους από την ιδεολογική πλάνη, από ψευδαισθήσεις και άτοπες αντιλήψεις. Στο αντίθετο άκρο τοποθετείται η άποψη ότι η κοινωνική δράση είναι ανορθολογική και η ιδεολογία επιτρέπει στους ανθρώπους να βάλουν τάξη στον εαυτό τους και στον κόσμο, καθορίζοντας ιδανικά και παγιώνοντας ορισμένες ερμηνείες. Ως συνεκτικό σύστημα ιδεών και τρόπων συμπεριφοράς, η ιδεολογία ελέγχει τις ανορθολογικές ροπές και αποτελεί το πιο εξορθολογικευμένο σύστημα κοσμοαντίληψης. Όχι μόνον αποτελεί λοιπόν πλάνη, αλλά είναι ένα θετικό κίνητρο δράσης και μια έκφραση πολιτισμού.

Παράδειγμα αποτελεί η δράση των πολιτικών κομμάτων ή των θρησκειών που παγιώνουν/ενοποιούν αντιλήψεις και συμπεριφορές εκατομμυρίων ανθρώπων, προσφέροντάς τους οργάνωση, αποτελεσματικότητα και "κοινωνικοποίηση". Μια ιδιόμορφη εκδοχή αυτής της θέσης συναντούμε στον Λένιν, ο οποίος αναφέρεται θετικά στη "σοσιαλιστική ιδεολογία", θεωρώντας την ως κίνητρο για την επαναστατική δράση των μαζών, δηλαδή αντιμετωπίζει μια συγκεκριμένη εκδοχή ιδεολογίας ως θετική, απελευθερωτική δύναμη.

Ενδιάμεσες είναι οι οργανικές και οι ολικές προσεγγίσεις της ιδεολογίας. Σύμφωνα με τις πρώτες, η ιδεολογία είναι μια πλάνη που αντιστοιχεί σε ορισμένη πραγματικότητα. Αποτελεί την "ατμόσφαιρα" που επιτρέπει στα άτομα να βιώσουν τη σχέση τους με τον κόσμο και δεν μπορεί να εξαλειφθεί με διαφωτισμό ή με πολιτική δράση. Τα συγκεκριμένα ιδεολογικά σύνολα μετασχηματίζονται, η ιδεολογία παραμένει ωστόσο "αιώνια", συνιστά μια δομή "χωρίς ιστορία". Αυτή η προσέγγιση συνδέεται με το έργο του L. Althusser που τοποθετείται στο σημείο τομής μεταξύ μαρξισμού και ψυχανάλυσης. Το δοκίμιο "Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους", στο οποίο κατά βάση διατυπώνεται αυτή η θεωρία, αποτελεί το πιο δημοφιλές τμήμα του έργου του.

Σύμφωνα με τις ολικές προσεγγίσεις, κάθε "κοσμοθεώρηση" (άρα και η δική μας) υπακούει σε "καταστασιακούς" καθορισμούς. Η σκέψη και η γνώση συνδέονται με το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο που σε μεγάλο βαθμό τις καθορίζει. Αυτό δημιουργεί ποικίλες στρεβλώσεις. Έτσι η ιδεολογία δεν αποτελεί λάθος (που θα μπορούσε να διορθωθεί) ούτε μειονέκτημα του αντιπάλου (που δεν γνωρίζει την αλήθεια ή δεν θέλει να την πει). Η ιδεολογία συνιστά ένα καθολικό φαινόμενο. Αυτή η προσέγγιση έχει την πηγή της στο έργο του K. Mannheim, Ideology and Utopia (1935), με το οποίο ιδρύεται η "κοινωνιολογία της γνώσης". Ο Mannheim δεν ενδιαφέρεται για τη λειτουργία της ιδεολογίας (όπως η οργανική προσέγγιση του Althusser), αλλά για το ότι η ύπαρξή της συνδέεται με την αδυναμία να επιτευχθεί μια υπεριστορική αντικειμενικότητα. Η ιδεολογία εκφράζει την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφθούν και να δράσουν έξω από τους καθορισμούς του περιβάλλοντός τους. Η θεώρησή του διορθώνει εύστοχα αντιλήψεις μαρξιστών για την ιδεολογία ως σφάλμα και ως αποκλειστικά αστική διαστρέβλωση.

Η θεώρηση του Althusser είναι περισσότερο πολιτική, του Mannheim περισσότερο επιστημολογική. Από πλευράς συνεπειών μπορεί να οδηγήσουν είτε στο σχετικισμό (όταν δεν αναλύεται για ποιο λόγο επικρατεί ορισμένη αντίληψη) είτε σε μια ουσιαστική-αξιολογική θεώρηση (όταν εξετάζονται τα αίτια ορισμένης ιδεολογίας, δηλαδή οι κοινωνικοί-πολιτικοί καθορισμοί της).

Κοινή αφετηρία όλων των αντιλήψεων που αναφέραμε ως τώρα είναι η θέση ότι η ιδεολογία συνιστά το αντίθετο της αλήθειας. Το ενδιαφέρον είναι ότι η κοινή αυτή παραδοχή δεν εμποδίζει το να χρησιμοποιηθεί ο όρος ιδεολογία με όλα τα πιθανά πρόσημα: θετικά (Λένιν και πολλοί μελετητές των μαζικών φαινομένων), αρνητικά (διαφωτιστές), ουδέτερα (περιγραφική στάση στην προοπτική του Mannheim και του Althusser, παρότι σε αμφότερους υπάρχει μια έντονη "αρνητική" χροιά).

Υπάρχουν όμως και ορισμένοι μελετητές που αντιμετωπίζουν την ιδεολογία ως αλήθεια. Επισημαίνουν ότι η ιδεολογία προβάλλει πάντα την απαίτηση αλήθειας και μόνον ως τέτοια μπορεί να επιβληθεί σε ορισμένα ιστορικοκοινωνικά πλαίσια. Θεωρώντας την ιδεολογία ως αντίθετο της αλήθειας αγνοούμε τον τρόπο λειτουργίας της και απλά προβάλλουμε μια "δική μας" αλήθεια που οι άλλοι επίσης μπορεί να χαρακτηρίσουν ιδεολογία. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να σκεφθούμε την κοινωνική λειτουργία της ιδεολογίας παρά μόνο σε σύνδεση με την έννοια και την απαίτηση αλήθειας. Η ιδεολογία διαφέρει από την απλή άποψη και πίστη διότι συμβάλλει στην κοινωνική αναπαραγωγή. Γι' αυτό βιώνεται ως "αλήθεια"/"νόημα" της ζωής, δηλαδή εκφράζει μια αναγκαία σχέση των υποκειμένων με τις συνθήκες ζωής τους. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται διάχυτη σε μελέτες του E. Balibar.

Ωστόσο αλήθεια δεν είναι μόνο η ιδεολογία. Είναι δυνατό να ασκηθεί μια κριτική που να δείχνει με επιχειρήματα γιατί ορισμένες πεποιθήσεις, δηλαδή ορισμένες κοινωνικές αλήθειες, είναι ιδεολογικά καθορισμένες. Προκύπτει έτσι ότι αυτές οι "αλήθειες" συνδέονται με τον αποκλεισμό άλλων οπτικών και ιδεών από τη σκέψη.

Αυτή είναι η πιο γόνιμη κατεύθυνση στην ανάλυση της ιδεολογίας και δείχνει π.χ. ότι η ύπαρξη δύο φύλων είναι μεν μια κοινωνική κατασκευή (διαδικασία εκπαίδευσης των σωμάτων και εκμάθησης συμπεριφορών), αλλά δεν αποτελεί πλάνη. Συνιστά την "αλήθεια" των σημερινών ατομικών ταυτoτήτων, αλλά και επιδέχεται κριτική. Αναδεικνύεται έτσι για ποιους λόγους και με ποιους μηχανισμούς κατασκευάζονται τα κοινωνικά φύλα, καθώς και ποια είναι τα στοιχεία σκέψης και ταυτότητας που αυτή η κατασκευή αποκλείει, γιατί δηλαδή απαγορεύει στους ανθρώπους να σκεφτούν τους εαυτούς τους (και ολόκληρο τον κόσμο) με όρους ανδρόγυνου. Η θεώρηση της ιδεολογίας ως αλήθειας μας επιτρέπει έτσι να αντιμετωπίσουμε ρεαλιστικά την ιδεολογία, αλλά και να δείξουμε τις στρεβλώσεις που συνδέονται με αυτήν.

Μια τέτοια κριτική ιδεολογίας αποβλέπει προφανώς στο να αλλάξει τις ιδεολογικές προσλήψεις του κόσμου. Αποβλέπει στο να κατασκευάσει κοινωνικά, δια της θεωρητικής και πολιτικής κριτικής, μια "καλύτερη αλήθεια", μια ορθότερη αντίληψη για τον κόσμο. Γι' αυτό το λόγο η προσέγγιση της ιδεολογίας ως αλήθειας δεν ξεπερνά πλήρως την αντίθεση ανάμεσα στην ιδεολογία και στην ορθότητα. Εισάγει ωστόσο μια καίρια διόρθωση στα συνηθισμένα σχήματα ορισμού της ιδεολογίας, οδηγώντας στα άκρα την οργανική προσέγγιση.

2. Περιγραφική και κανονιστική προσέγγιση

Τον όρο ideologie εισηγήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ο γάλλος αριστοκράτης και επαναστάτης Destutt de Tracy. Σκοπός του ήταν να περιγράψει τις ανθρώπινες ιδέες στην ιστορική τους εξέλιξη, θεωρώντας την ιδεο-λογία ως τμήμα της επιστήμης της "ζωολογίας". Παράλληλα επιδίωκε, ως διαφωτιστής, να επιβάλλει πολιτικά τις ορθές ιδέες, δηλαδή να εξαλείψει την πλάνη και ιδίως τη "μεταφυσική".

Έτσι στο έργο του εμπνευστή του όρου συναντώνται τόσο η περιγραφική όσο και η κανονιστική προσέγγιση της ιδεολογίας. Αυτές οι δύο προσεγγίσεις παραμένουν ως σήμερα αξεχώριστες. Κανονιστικά αντιμετωπίζεται η ιδεολογία στην πολιτική, όπου ωστόσο γίνεται "περιγραφική" χρήση του όρου με αναφορά στην ιδεολογία των αντιπάλων. Γόνιμες περιγραφικές αναλύσεις βρίσκουμε στις κοινωνικές επιστήμες που μελετούν τον τρόπο σχηματισμού και τα αποτελέσματα συγκεκριμένων ιδεολογικών συστημάτων. Αυτό συμβαίνει στην ιστορία των νοοτροπιών, στην κοινωνιολογία, στην αισθητική, στη γλωσσολογία. Αυτές οι αναλύσεις προσπαθούν να περιγράψουν την (ιδεολογική) εμπειρία συγκεκριμένων εποχών και ομάδων και όχι να καταγγείλουν προλήψεις και "ιστορικά λάθη". Και είναι γόνιμες διότι μπορούμε π.χ. να κατανοήσουμε το Μεσαίωνα μόνον αν αναλύσουμε τις θρησκευτικές του αντιλήψεις στις συγκεκριμένες επιδράσεις τους και όχι αν τις καταγγείλουμε ως πλάνες. Ωστόσο μια τέτοια περιγραφή προϋποθέτει την κανονιστική αξιολόγηση, δηλαδή επιβεβαιώνει τη σύνδεση κανονιστικού/περιγραφικού, αλλά και την αντίθεση ιδεολογίας/αλήθειας.

3. Καθολικότητα και τέλος της ιδεολογίας

Όσοι συνδέουν την ιδεολογία με την ψευδή συνείδηση πιστεύουν ότι είναι δυνατό το τέλος της ιδεολογίας. Εδώ υπάρχει μια ελιτιστική και μια μαζική προοπτική. Η πρώτη στρέφει τις ελπίδες της σε μια υπερταξική διανόηση που κινούμενη από καθαρό ενδιαφέρον για τη γνώση θα ξεπεράσει τους καταναγκασμούς της μεροληπτικής οπτικής, δηλαδή την ιδεολογία των μαζών και της πολιτικής που επηρεάζει την επιστημονική γνώση. Η μαζική προοπτική συνδέει το τέλος της ιδεολογίας με τη ριζική αλλαγή των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που θα εξαλείψει γενικά την ιδεολογία.

Ορισμένα ρεύματα του μαρξισμού αναμένουν το τέλος της ιδεολογίας στον κομμουνισμό, θεωρώντας ότι εκεί οι σχέσεις των ανθρώπων θα είναι "διαφανείς" και ελεύθερες από καταναγκασμό. Δεν θα υπάρχουν συμφέροντα διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, άρα ούτε και ιδεολογία. Από την άλλη πλευρά, οι αστικές προβληματικές θεωρούν ότι το τέλος της ιδεολογίας προϋποθέτει την οριστική ήττα του μαρξισμού, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως ιδεολογία που θέτει τους ουτοπικούς σκοπούς της ισότητας ανθρώπων και της αφθονίας αγαθών. Και στις δύο περιπτώσεις, το τέλος της ιδεολογίας αναμένεται από την επικράτηση μιας "κοσμοαντίληψης", την οποία οι αντίπαλοί της θεωρούν καθαρά ιδεολογική. Έτσι το τέλος της ιδεολογίας συνδέεται με αυτό που από άλλη σκοπιά αντιμετωπίζεται ως επιβολή μιας ιδεολογικής αντίληψης για τον κόσμο.

Πιο ρεαλιστικές είναι οι θεωρίες για την καθολικότητα της ιδεολογίας. Επισημαίνουν ότι το τέλος της ιδεολογίας συνδέεται με την ουτοπία του τέλους της πολιτικής, δηλαδή με το όνειρο τέλους της ιστορίας και ιδίως με την αντικατάσταση των κοινωνικών αντιπαραθέσεων από τεχνικούς καταναγκασμούς στην παραγωγή και από αυτοματισμούς στη συμπεριφορά των ατόμων. Αυτά τα όνειρα δεν είναι ωστόσο παρά ιδεολογίες, δηλαδή αντιλήψεις που προέρχονται από μια αντιστροφή της σημερινής πραγματικότητας και εκφράζουν τη "νοσταλγία" για μια ιδανική κοινωνία, όπου όλα θα είναι αρμονικά και ειδυλλιακά.

4. Η ιδεολογία ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη

Οι "ιδέες" είναι παράγοντας διαμόρφωσης της κοινωνικής δομής ή αποτέλεσμά της; Αφετηρία αποτελεί εδώ η φιλοσοφική αντιπαράθεση ανάμεσα στην ιδεαλιστική και την υλιστική τάση που στρέφεται γύρω από το ερώτημα εάν υπάρχει ένας εξωτερικός κόσμος ανεξάρτητα από το υποκείμενο που τον "παρατηρεί". Ανάλογα με την οπτική που υιοθετείται, η ιδεολογία μπορεί να θεωρηθεί ως ιδανικό που καθοδηγεί τη δράση ή ως αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η ιδεαλιστική κατεύθυνση έχει τρία χαρακτηριστικά. Βλέπει τις "ιδέες" ως αίτια δράσης, αντιμετωπίζει την ιδεολογία θετικά (ως όπλο κοινωνικής κριτικής) και υποθέτει ότι τα άτομα δρουν ελεύθερα με βάση τα ιδανικά τους. Η υλιστική τάση πραγματοποιεί τις αντίθετες παραδοχές: θεωρεί την ιδεολογία ως αποτέλεσμα της κοινωνικής δομής, της αποδίδει μια συντηρητική λειτουργία (αναπαραγωγή της κυρίαρχης κατάστασης πραγμάτων) και την αντιμετωπίζει ως μέσο καταναγκασμού των ατόμων.

Στα πλαίσια του υλισμού, ορισμένοι αντιμετωπίζουν την ιδεολογία ως κάτι διάχυτο και "αυθόρμητο". Αυτό συμβαίνει με την προβληματική του φετιχισμού του εμπορεύματος ως "φαινομενικής μορφής" που προκύπτει αυτόματα από την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Ένα άλλο υλιστικό ρεύμα αντιμετωπίζει την ιδεολογία ως κοινωνικοπολιτική πρακτική. Σύμφωνα με αυτό, οι αντιλήψεις και οι αναπαραστάσεις δεν συνιστούν "ιδέες", αλλά ειδικές πρακτικές που παράγονται, διδάσκονται και πραγματώνονται σε μηχανισμούς. Έτσι η ιδεολογία δεν γίνεται αντιληπτή ως κάτι αυθόρμητο, αλλά ως προϊόν της δράσης επαγγελματιών ιδεολόγων που διαχειρίζονται ιδεολογικούς μηχανισμούς συνδεόμενους με το κράτος. Έτσι η ιδεολογία παύει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα (ψευδούς) συνείδησης: συνδέεται με τις σχέσεις εξουσίας και διακρίνεται ποσοτικά μόνον από τον καταναγκασμό (Althusser).

5. Αιτιακοί καθορισμοί

Σύμφωνα με τον ιδεαλισμό οι ιδέες, αντιλήψεις, αναπαραστάσεις γεννιούνται στο ανθρώπινο πνεύμα. Και επικρατούν οι πιο πειστικές ή δυνατές. Σύμφωνα με την κατασκευαστική προοπτική δεν είναι δυνατό να εξετασθεί η προέλευση και η λειτουργία της ιδεολογίας: μπορεί απλώς να περιγραφούν οι ιδέες που επικρατούν κοινωνικά σε συγκεκριμένη στιγμή. Τα υπόλοιπα ρεύματα σκέψης δέχονται ότι οι ιδεολογίες είναι "προϊόν", δηλαδή ότι επηρεάζονται άμεσα από το κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο τις καθορίζει. Εδώ εντάσσεται η διάσημη μαρξιστική θέση ότι η ιδεολογία συνιστά υπερδομή, η οποία επηρεάζεται από την υλική βάση, δηλαδή από τις δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής που επικρατούν σε ορισμένη κοινωνία.

Για το είδος αιτιότητας, δηλαδή για τις σχέσεις βάσης/υπερδομής, υπάρχουν μεγάλες διαφωνίες μεταξύ μαρξιστών. Απόλυτος καθορισμός από τη βάση (οικονομισμός), σχετική αυτονομία της ιδεολογίας, ανάδραση στη βάση; Οι περισσότεροι μαρξιστές συμφωνούν στην απόρριψη του οικονομισμού και έτσι συγκλίνουν με τις υπόλοιπες υλιστικές θεωρήσεις που επίσης αρνούνται έναν μονομερή καθορισμό.

Εάν δεχτούμε ότι η ιδεολογία αποτελεί κοινωνική πρακτική, τότε η σχέση της με τις δομές οικονομικής παραγωγής μπορεί να ορισθεί με πιο περιεκτικό τρόπο. Μπορεί έτσι να θεωρηθεί ότι η ιδεολογία παράγεται σε συγχρονία και σε αλληλεπίδραση με τις δομές παραγωγής. Συνιστά ένα σύνολο πρακτικών που συμβάλλει στην ιστορική επικράτηση ενός τρόπου παραγωγής και διαμορφώνει έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό. Είναι δύσκολο να επικρατήσει κοινωνικά μια ιδεολογία αντίθετη στη βάση παραγωγής. Δεν είναι όμως και αδύνατο. Η επικράτηση μιας τέτοιας ιδεολογίας συντελεί αποφασιστικά στην ανατροπή της βάσης, δηλαδή συνδέεται με διαδικασίες επαναστατικής μετάβασης. Αυτό εξηγεί πώς οι ιδέες καθορίζονται από υλικές δομές αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν ως υλική δύναμη.

6. Λειτουργίες της ιδεολογίας

Οι υλιστικές τάσεις θεωρούν γενικά ότι η ιδεολογία αυξάνει την συνοχή κοινωνικών ομάδων (συναίνεση). Πολλοί υποστηρίζουν ότι εξυπηρετεί συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικά ομάδων, αποκρύπτοντας, διαστρεβλώνοντας και νομιμοποιώντας τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις. Σύμφωνα με τους μαρξιστές η (κυρίαρχη) ιδεολογία συντελεί στην αναπαραγωγή μιας κοινωνίας που βασίζεται στην εκμετάλλευση: εξασφαλίζει την ηγεμονία των κυρίαρχων, δηλαδή τη συναίνεση σε μια ταξική εξουσία.

Οι διαφωνίες εντοπίζονται στο πώς επιτυγχάνεται αυτή η ηγεμονία στον καπιταλισμό. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ιδεολογία επιβάλλει ιδέες της κυρίαρχης τάξης (ατομικισμός, εθνικισμός) σε σύνδεση με άλλα συντηρητικά στοιχεία (πατριαρχία, αυταρχισμός). Άλλοι θεωρούν ότι εκφράζει ιδανικά των κυριαρχούμενων (ελευθερία, αλληλεγγύη), τα οποία εντάσσει σε ένα σύστημα νομιμοποίησης του υπάρχοντος έσω της διαστρέβλωσής τους και της αφαίρεσης των κριτικών "αιχμών" τους.

Μόνο η συγκεκριμένη ανάλυση μπορεί να δείξει πώς λειτουργεί ορισμένο ιδεολογικό υποσύνολο (φυσικοποιεί την ιστορία ή εμφανίζει το υπάρχον ως ιστορική πρόοδο; Ορθολογικοποιεί κοινωνικά δεδομένα ή τα εκφράζει με ανορθολογικό τρόπο;). Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως η ιδεολογία απλουστεύει την πραγματικότητα, την οποία εμφανίζει ως αντιπαράθεση του καλού με το κακό. Και παράλληλα τείνει να εξαλείψει την ιστορικότητα των θεσμών, δηλαδή να αποκρύψει τα συμφέροντα που συνδέονται μαζί τους.

Μια ανάλυση των λειτουργιών της ιδεολογίας πρέπει να λάβει υπόψη την ιδεολογική πολλαπλότητα. Υπάρχει η κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία εξασφαλίζει τη συνοχή ενός κοινωνικού σχηματισμού και βρίσκεται σε αντιπαράθεση με "εναλλακτικές" ιδεολογίες. Αυτές οι εναλλακτικές ιδεολογίες αποβλέπουν επίσης στο να εκφράσουν συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αλλά σε ορισμένη στιγμή δεν επικρατούν (γιατί είναι πολύ αργά ή πολύ νωρίς). Υπάρχουν και οι ιδεολογίες των κυριαρχούμενων, που επίσης είναι πολλαπλές και συνδέονται με διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και με διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Υπάρχει ακόμη η διάκριση των "οργανικών" ιδεολογιών (μαζικά και αποτελεσματικά συστήματα ηγεμονίας) από τις ιδεολογίες ατόμων και μικρών ομάδων που μένουν χωρίς κοινωνική σημασία (Gramsci).

Και υπάρχει τέλος ένα σημαντικό όσο και δύσκολο ζήτημα. Με πιο κριτήριο θα ορίσουμε ένα ιδεολογικό σύνολο; Με βάση τις κοινωνικές μονάδες που το εκφράζουν/υιοθετούν (κράτη, τάξεις, ομάδες, άτομα); Με βάση θεματικά χαρακτηριστικά; Και αν συμβεί το δεύτερο, σε ποιο επίπεδο ορίζεται η ιδεολογία (π.χ. ανορθολογική ιδεολογία γενικά, θρησκευτική ιδεολογία ειδικότερα, ιδεολογία συγκεκριμένης θρησκείας ή συγκεκριμένου "πιστού"); Και εδώ η πολιτική χρήση του όρου τείνει σε γενικεύσεις, ενώ οι κοινωνικές επιστήμες αποβλέπουν στην περιγραφική εξειδίκευση (με κίνδυνο να μην κατανοήσουν τελικά τίποτε, δηλ. να κάνουν περιπτωσιολογικές αναλύσεις χωρίς έννοιες). Ο όρος ιδεολογία τα "επιτρέπει" όλα. Η επιλογή εξαρτάται από την οπτική και τους σκοπούς κάθε προσέγγισης, αν και η γενίκευση είναι αναγκαία για να περάσουμε από την προσωπική "άποψη" στο οργανωμένο ιδεολογικό σύνολο.

7. Ιδεολογία και συγκρότηση του ατόμου

Οι ατομικιστικές θεωρίες βλέπουν την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση που ξεπερνιέται με την απελευθέρωση από πλάνες. Οι "αντιανθρωπιστές" βλέπουν το υποκείμενο ως μια ιδεολογική έννοια που παγιώνει ρευστές διαδικασίες σε "ταυτότητες" ανταποκρινόμενες σε δομικά στοιχεία του καπιταλισμού.

Σε κάθε περίπτωση τελικοί φορείς της ιδεολογίας είναι τα εμπειρικά υποκείμενα. Η ιδεολογία αφορά όμως το συνειδητό ή το ασυνείδητο των ατόμων; Απαιτεί κοινωνιολογική ή ψυχολογική θεώρηση; Σίγουρο είναι ότι η ιδεολογία θέτει το ζήτημα της ταυτότητας του υποκειμένου, δηλαδή τα προβλήματα της γλώσσας και της συνείδησης. Η ανάλυση της ιδεολογίας οδηγεί έτσι σε μια θεωρία των καθορισμών του υποκειμένου από τον κόσμο, αλλά και σε μια θεωρία των σχέσεων του συνειδητού με το ασυνείδητο.

8. Ένας περιεκτικός ορισμός

Ο περιεκτικός ορισμός της ιδεολογίας συνίσταται, όπως προαναφέραμε, σε έναν συγκεκριμένο συνδυασμό των παραπάνω στοιχείων. Το πρόβλημα βρίσκεται φυσικά στο ποια μπορεί να είναι τα κριτήρια επιλογής. Εδώ συναντούμε μια γενική δυσχέρεια των αναλύσεων που κυμαίνονται ανάμεσα στην ιστορία και στη φιλοσοφία. Πρόκειται για την αδυναμία "θετικής" απόδειξης και για τον κυκλικό χαρακτήρα των αναλύσεων (π.χ.: το χ συνιστά ιδεολογική αντίληψη, "επειδή" ορίσαμε την ιδεολογία ως φαινόμενο που περιέχει το χ, κάτι που έγινε "επειδή" από την παρατήρηση του χ και άλλων ανάλογων αντιλήψεων προέκυψε ότι αυτός είναι ο πιο πρόσφορος ορισμός της ιδεολογίας).

Πρέπει έτσι να αρκεστούμε στο χαρακτήρα θέσεων, που όπως επανειλημμένα έχει επισημάνει ο Αλτουσέρ, χαρακτηρίζουν τη φιλοσοφική παρέμβαση. Κριτήριο αποδοχής ορισμένων θέσεων είναι μόνον η σχετική υπεροχή τους απέναντι σε άλλες ανταγωνιστικές καθώς και η αποτελεσματικότητά τους στην πολιτική πρακτική, δηλαδή το ότι είναι οι πιο πρόσφορες (και όχι επιστημονικές ή δογματικές "αλήθειες").

Σ' αυτό το πλαίσιο θεωρούμε πιο πρόσφορη τη θέση ότι η ιδεολογία συνιστά "αλήθεια" και ως τέτοια αναπτύσσει αποτελέσματα, παρότι αυτό δεν εμποδίζει μια κανονιστική χρήση του όρου, δηλαδή την αντιπαράθεση της ιδεολογίας με κάτι που επιδιώκει να είναι μη ιδεολογικό. Συνέπεια αυτής της θέσης συνιστά ο υλικός χαρακτήρας της ιδεολογίας και η γενετική συνδεσή της με μηχανισμούς κρατικού τύπου. Πρόσφορη είναι και η θέση ότι η ιδεολογία έχει αιώνιο και καθολικό χαρακτήρα. Δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί ολοκληρωτικά, όπως ισχυρίζονται οι επιστημονικές και τεχνικές ουτοπίες. Επίσης η ιδεολογία πρέπει να γίνει αντιληπτή ως κατά βάση ασυνείδητο φαινόμενο, το οποίο αντλεί τη δύναμή του από τις ανέλεγκτες και ανορθολογικές πλευρές της διάδοσής του, καίτοι συχνά συναντάται η "λογική" (ακόμη και "επιστημονική") άρθρωση ιδεολογικού λόγου. Ακόμη είναι αναγκαίο να αντιληφθούμε την ιδεολογία ως γενικό σύστημα που αλληλεξαρτάται με τις οικονομικές σχέσεις σε δεδομένη κοινωνία. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την ανάγκη ανάλυσης περιφερειακών και ειδικών ιδεολογικών συστημάτων.

Ιδεολογικό πυρήνα του καπιταλισμού αποτελούν, τέλος, οι αντιλήψεις για την αυτονομία, ισότητα και ελευθερία των ατόμων. Αυτές τις αντιλήψεις, που διαποτίζουν όχι μόνον την καθημερινή ζωή αλλά και τις ποικίλες θεωρητικές πρακτικές, πρέπει να επικρίνουν θεωρητικά και να καταπολεμήσουν πολιτικά όσοι υιοθετούν "αντιανθρωπιστικές" θέσεις αποβλέποντας στο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε μια κατεύθυνση όχι "αληθινή" ή "μη πλανημένη", αλλά απαλλαγμένη από τις σημερινές δομές εξουσίασης και εκμετάλλευσης.