Το βιβλίο του Γιάννη Τόλιου Συγκέντρωση Κεφαλαίου: Οικονομικοί Όμιλοι και Οικονομική Ελίτ αποτελεί μέρος ευρύτερης προσπάθειας του συγγραφέα και έχει ως αντικείμενο την ανίχνευση, καταγραφή και ανάλυση των σύγχρονων τάσεων ανάπτυξης του κεφαλαίου στην Ελλάδα, όπως η ανάπτυξη αυτή καθορίζεται από τις εσωτερικές διεργασίες και προσδιορίζεται από τους μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει πρόλογο και 4 εκτεταμένα κεφάλαια, τα οποία ξεδιπλώνονται σε 600 σελίδες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου περιέχει πρωτογενείς πληροφορίες γεγονός που του προσθέτει ιδιαίτερο βάρος και αξία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ο τεράστιος όγκος των υποσημειώσεων, οι οποίες ουσιαστικά αποτελούν ένα δεύτερο βιβλίο. Μάλιστα σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι επισημάνσεις και τα σχόλια που περιέχονται σε αυτές είναι εξίσου σημαντικές όσο και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στις κύριες γραμμές του βιβλίου.
Μετά τις εισαγωγικές αυτές παρατηρήσεις θα περάσω σε μια σύντομη παρουσίαση του βιβλίου επικεντρώνοντας στα σημεία εκείνα, τα οποία αποτελούν την καρδιά της όλης ερευνητικής προσπάθειας.
Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας επισκοπεί ένα μεγάλο όγκο θεωρητικής και εμπειρικής βιβλιογραφίας (ουσιαστικά εξαντλεί την ελληνική βιβλιογραφία πάνω στο θέμα), η οποία βιβλιογραφία πραγματεύεται τις βασικές εξελίξεις και τις τάσεις ανάπτυξης του κεφαλαίου στη σύγχρονη εποχή της πλανητικής οικονομίας. Ιδιαίτερα εκείνες που συνδέονται με τη μετάβαση από το «φορντικό-κεϋνσιανό» πρότυπο μακροοικονομικής διαχείρισης στο νεοφιλελεύθερο δόγμα της «ελεύθερης αγοράς», του οποίου κύριο γνώρισμα είναι ο κατά προτεραιότητα περιορισμός των κοινωνικών λειτουργιών του κράτους και η άρση των τελευταίων περιορισμών στη διεθνή κίνηση κεφαλαίου και εμπορευμάτων. Από την ανάλυση αυτή ο συγγραφέας αντλεί, πέρα από τα άλλα και διαπιστώσεις για τις επιπτώσεις που έχουν η απορύθμιση της οικονομίας στην τάση και στο ρυθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το οποίο επίσης έχει χαρακτήρα θεωρητικής επισκόπησης, προσεγγίζονται συστηματικά τα ζητήματα συγκέντρωσης και αναδεικνύεται η σύγχρονη μορφή υπερεθνικής συγκεντροποίησης, η οποία διακρίνεται από τις προηγούμενες μορφές από το γεγονός ότι όλες οι επιμέρους κατηγορίες κεφαλαίου (βιομηχανικό, τραπεζικό, εμπορικό) αναμιγνύονται σε μια σύγχρονη εκδοχή χρηματιστικού κεφαλαίου.
Η υλική μορφή με την οποία εμφανίζονται οι νέες εκφάνσεις της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης δεν είναι άλλη από το οργανωτικό σχήμα του ομίλου επιχειρήσεων. Κατά το συγγραφέα, «οι σύγχρονοι επιχειρηματικοί όμιλοι αποτελούν συγκεκριμένες ιστορικές μορφές οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων και ταυτόχρονα ιστορικές μορφές κίνησης των καπιταλιστικών σχέσεων». Η θέση αυτή είναι αρκετή για να αποκαλύψει τη θεωρητική οπτική του βιβλίου. Ο Γιάννης Τόλιος χρησιμοποιεί τη μαρξιστική θεωρία για να πραγματευτεί το θέμα του. Άλλωστε η μαρξιστική θεωρία είναι η μόνη, η οποία διαθέτει στέρεη βάση για την σε βάθος ανάλυση των φαινομένων της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης.
Το τρίτο κεφάλαιο με έκταση πάνω από 400 σελίδες αφιερώνονται στην παρουσίαση και την ανάλυση στοιχείων που αφορούν στους ομίλους επιχειρήσεων στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα και το τέταρτο με 50 περίπου σελίδες στους ομίλους επιχειρήσεων του πρωτογενή τομέα.
Το εμπειρικό υλικό που παρουσιάζεται σε αυτά τα κεφάλαια είναι πραγματικά εντυπωσιακό και δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική βιβλιογραφία. Αυτό το πολύτιμο εμπειρικό υλικό κάνει το βιβλίο άξιο να διαβαστεί και να πλουτίσει τη βιβλιοθήκη όλων όσων ενδιαφέρονται για τα ζητήματα της συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης στη χώρα μας.
Σε ένα πρώτο επίπεδο ο συγγραφέας υπολογίζει το βαθμό κλαδικής συγκέντρωσης, εντοπίζει τους παράγοντες που συντελούν στη διαχρονική αύξησή της και αναλύει τις επιπτώσεις που έχει η εν λόγω αύξηση στην λειτουργία και την απόδοση της οικονομίας της χώρας.
Ένα από τα πολλά ποιοτικά στοιχεία που διαφοροποιεί το βιβλίο του Γ. Τόλιου από τα άλλα, που πραγματεύονται μεν το ίδιο θέμα αλλά από την οπτική της οικονομικής ορθοδοξίας, συνίσταται στο γεγονός ότι το κύριο ερευνητικό ενδιαφέρον του συγγραφέα εστιάζεται στην ανάλυση των επιπτώσεων των δομικών μετασχηματισμών στις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας, όπως είναι οι εργασιακές συνθήκες, οι μισθοί και η ανεργία. Όπως ορθώς επισημαίνει ό συγγραφέας, «η ιστορία των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων είναι ταυτόχρονα και ιστορία των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου».
Στη συνέχεια ο ερευνητής προχωρεί στην αναλυτική παρουσίαση των ομίλων που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία. Πρόκειται για εργασία που όπως επισήμανα ήδη γίνεται για πρώτη φορά και εύχομαι να μην είναι και η τελευταία. Θεωρώ ότι αυτό το τμήμα της έρευνας δικαιώνει τη συγγραφή του βιβλίου και ανταμείβει το συγγραφέα για τη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε για να το πραγματοποιήσει.
Θα επιχειρήσω στο σημείο αυτό να παραθέσω κάποιες προσωπικές κρίσεις: Πρόκειται για μοναδική στο είδος της εργασία, τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια.
Κρύβει μέσα της τεράστιο όγκο δουλειάς, δουλειάς μερμηγκιού. Ο συγγραφέας συγκέντρωσε πληροφορίες από κάθε είδους πηγή. Άλλωστε μόνο με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να συγκροτήσει πλήρη κατάλογο των ελληνικών οικονομικών ομίλων, στον οποίο περιλαμβάνεται το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων που ελέγχονται από τον κάθε επιμέρους όμιλο.
Χαράζει με ικανοποιητικό τρόπο τις ιστορικές διαδρομές των ομίλων και ανοίγει το δρόμο για άλλες πληρέστερες ενδεχομένως προσπάθειες.
Παρακολουθεί τις τεχνολογικές και άλλες αλλαγές, όπως επίσης την εμφάνιση νέων και την παρακμή κατεστημένων ομίλων.
Ιχνηλατεί τις σχέσεις των ομίλων με την πολιτική εξουσία και επιχειρεί να διαγνώσει τους επηρεασμούς της πολιτικής εξουσίας από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα του τόπου.
Θέτει τη βάση και επιχειρεί μια πρώτη μέτρηση της ολικής συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης στην ελληνική οικονομία, και διαγράφει τις επιπτώσεις της αύξησης της συγκέντρωσης στην ανάπτυξη, τη διανομή και την απασχόληση.
Η εμπλοκή του συγγραφέα στη συζήτηση παρόμοιων θεμάτων αποδεικνύει ότι η έρευνά του υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής οικονομικής ανάλυσης και αγγίζει τις ουσιαστικές πτυχές της συγκέντρωσης της οικονομικής δύναμης και κυρίως το τι η συγκέντρωση αυτή συνεπάγεται για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
Θα κλείσω την σύντομη παρουσίαση με ορισμένες παρατηρήσεις που αφορούν το θεωρητικό υπόβαθρο της εργασίας του Γιάννη Τόλιου.
Το βιβλίο γράφτηκε σε μια περίοδο κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων νεοσμιθιανού τύπου, οι οποίες διακηρύσσουν το τέλος της μεγάλης επιχείρησης, το τέλος της συγκέντρωσης και την έλευση του ανταγωνιστικού παράδεισου της «ευέλικτης» μικρομεσαίας επιχείρησης. Ο Γ. Τόλιος δεν πείθεται από τις αναλύσεις αυτές. Μένει πιστός στη μαρξιστική παράδοση.
Επιμένει να πιστεύει ότι η μεγάλη επιχείρηση, ο όμιλος επιχειρήσεων, ήρθε για να μείνει. Όποιος ισχυρίζεται ότι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης αποτελεί παρελθόν ας ρίξει μια ματιά να δει τι γίνεται στο χώρο των ελληνικών τραπεζών, ας κοιτάξει να δει τι συμβαίνει στην Ευρώπη και τον κόσμο όλο.
Το σύγχρονο κύμα των συγχωνεύσεων που σαρώνει την παγκόσμια οικονομία δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο του τέλους του προηγούμενου αιώνα, το οποίο, ως γνωστόν, εγκαθίδρυσε τη φάση του κρατικού (εθνικού) μονοπωλιακού καπιταλισμού. Το σύγχρονο κύμα οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε διεθνικό ή υπερεθνικό μονοπωλιακό καπιταλισμό.
Πολλά συμπεράσματα μπορούν να αντληθούν από το βιβλίο του Γιάννη Τόλιου. Θα περιοριστώ μόνο σε ένα.
Η αρρύθμιστη παγκόσμια αγορά την οποία ευαγγελίζεται ό νεοφιλελευθερισμός και την οποία ασπάζονται οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις, εδώ και έξω, οδηγεί σε σαφώς προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα: στην προοδευτική συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης σε ολοένα και λιγότερα χέρια και στη συνακόλουθη δημιουργία ενός υπερκοινωνικού και υπερπολιτικού πλέγματος ισχύος που προοιωνίζουν μια εποχή απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.
Πρόκειται για διαπίστωση που την έχει κάνει χρόνια πριν ο Μαρξ.
Ωστόσο καλό είναι να γράφονται βιβλία για να μας την υπενθυμίζουν.