Θεόδωρος Κ. Πελαγίδης

Η ελληνικη οικονομια στην εποχη της "νεας πολιτικης", Παπαζήσης, 2001

Βασική θέση του Θοδωρή Πελαγίδη, στο νέο του βιβλίο, είναι πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή: Η ΟΝΕ και η λεγόμενη ονομαστική σύγκλιση ή ονομαστική προσαρμογή, καίτοι σημαντική, εντούτοις αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ανεπαρκής τόσο όσον αφορά την εξυπηρέτηση των αναπτυξιακών αναγκών της ελληνικής οικονομίας μέσα στην ευρωζώνη όσο και την επίλυση των χρόνιων διαρθρωτικών της προβλημάτων. Η είσοδος στην ευρωζώνη θεωρείται, έτσι, ότι παρέχει πλεονεκτήματα μόνον υπό όρους. Η εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά, το σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, η έστω αναγκαστική αποκλιμάκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, το ενιαίο νόμισμα, ακόμη και το Γ' ΚΠΣ, συνιστούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον, του οποίου, όμως, τα πλεονεκτήματα μπορεί να εκμεταλλευτεί η ελληνική οικονομία μόνον εφόσον δραστηριοποιηθεί με ταχύτητα, συνέπεια, σχεδιασμό και, πάνω από όλα, με την ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών.
Ο ισχυρός ανταγωνισμός στην ενιαία αγορά, η εμμονή στον αποπληθωρισμό, οι διαρθρωτικές αδυναμίες, ο σοβαρός περιορισμός των εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής και η ανεπαρκής ανάπτυξη, αποτελούν κατά τον συγγραφέα τους νέους κινδύνους στο περιβάλλον του ευρώ, οι οποίοι, μάλιστα, προστίθενται στα χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: στην αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, στις ανεπαρκείς υποδομές, στην περιορισμένη παραγωγική βάση ορισμένων κλάδων, στις προβληματικές σε πολλές περιπτώσεις δημόσιες υπηρεσίες (υγείας, πρόνοιας και εκπαίδευσης) και, τέλος, στην εκδίπλωση της λεγόμενης "οικονομίας της γνώσης" στην ελληνική οικονομία.
Εν τω μεταξύ, μετά το πέρας της ονομαστικής σύγκλισης, όλο και πιο επιτακτική γίνεται η απαίτηση των πολιτών για μια νέα πολιτική η οποία αυτή τη φορά θα αφορά, ταυτόχρονα με τη μεγέθυνση του προϊόντος, την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής συνοχής. Με το ? περίπου του ελληνικού πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας, και την ανεργία ανερχόμενη στο 12,4% το 1999 --σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ--, η επιστροφή της πολιτικής δράσης και η ανάληψη πολιτικών πρωτοβουλιών επείγει, ειδάλλως ο κίνδυνος απαξίωσης του πολιτικού συστήματος είναι υπαρκτός. Στο περιβάλλον της ευρωζώνης, υποστηρίζει ο Πελαγίδης, οι δυσκολίες μπορεί να είναι πολλές, όμως οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες είναι περισσότερες. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μιας νέας πολιτικής με προτεραιότητα στην ενίσχυση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και στην αύξηση του προϊόντος και της απασχόλησης, είναι σήμερα απαραίτητη περισσότερο παρά ποτέ ώστε να εξασφαλιστεί η πορεία προς την πραγματική σύγκλιση και τη δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις και περιφέρειες. Το γεγονός αυτό θα ενισχύσει την κοινωνική συνοχή και θα επιτρέψει στην ελληνική κοινωνία να εισέλθει ακέραιη, χωρίς αποκλεισμένους και περιθωριοποιημένους πολίτες στην Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος. Η "νέα πολιτική", λοιπόν, σε αντίθεση με την "εικονική πολιτική" του κενού και στερεοτυπικού πολιτικού λόγου, θα επιτρέψει κατά τον συγγραφέα την πραγματική, την άξια του ονόματός της, επιστροφή της Πολιτικής στο προσκήνιο, θέτοντάς την στην υπηρεσία της κοινωνικής αλληλεγγύης.


Πιο αναλυτικά, η διάρθρωση του βιβλίου είναι η ακόλουθη:


Στο πρώτο κεφάλαιο διερευνώνται τόσο η πορεία της ονομαστικής σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας όσο και οι προϋποθέσεις που συνέβαλαν καθοριστικά στην επιτυχία αυτήν. Αναλύονται οι παράγοντες και τα δεδομένα της λεγόμενης ονομαστικής προσαρμογής.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στο κοινωνικό κράτος. Διερευνάται η διεθνής και η ελληνική εμπειρία, και καταδεικνύεται η συμβολή του κοινωνικού κράτους όχι μόνο στην κοινωνική αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη. Το παράδειγμα της Σουηδίας επιστρατεύεται προς επιβεβαίωση της άποψης ότι η κοινωνική ανάπτυξη συμβάλλει στην επιτυχία των στόχων της οικονομικής πολιτικής καταδεικνύοντας, έτσι, ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για την πραγματική σύγκλιση. Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, διαπιστώνεται υστέρηση όλων σχεδόν των πτυχών της κοινωνικής πολιτικής, με βάση τα ισχύοντα στην Ε.Ε. και δικαιολογείται, έτσι, η αυξημένη ζήτηση για κοινωνικές δαπάνες.
Στο τρίτο κεφάλαιο, προτείνονται, σε γενικές γραμμές, πολιτικές αναδιοργάνωσης της δημόσιας διοίκησης, με βάση το πρότυπο του νέου "έξυπνου" και ευέλικτου "κράτους-στρατηγείου".
Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται μια αναλυτική παρουσίαση των εξελίξεων της φορολογικής πολιτικής στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η ταξινόμηση κατά εισοδηματικές κατηγορίες επιτρέπει τη διερεύνηση, για πρώτη φορά, της φορολογικής συνεισφοράς όχι μόνο κατά επαγγελματικές αλλά και κατά κοινωνικο-οικονομικές κατηγορίες.
Στο πέμπτο κεφάλαιο, διερευνάται το πρόβλημα της ανεργίας στην Ελλάδα. Έπειτα από ένα πρώτο μέρος αναλυτικής καταγραφής, και αφού εντοπίζονται οι αιτίες, προτείνονται μέτρα για μια νέα οικονομική πολιτική πλήρους απασχόλησης.
Στο έκτο κεφάλαιο, αφού αποτυπώνονται οι νέες, διεθνώς, εξελίξεις που αφορούν την απασχόληση στη "μεταβιομηχανική κοινωνία", αναλύεται η σχέση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την απασχόληση, στο φόντο της λεγόμενης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.
Στο έβδομο κεφάλαιο, ο προβληματισμός μεταφέρεται στον κρίσιμο τομέα της βιομηχανικής πολιτικής. Αποτιμώντας τις νέες εξελίξεις διεθνώς, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι πρέπει να προκριθεί μια ενεργός πολιτική "βιομηχανικής στόχευσης", στη βάση των νέων, ευέλικτων παραγωγικών προτύπων. Στο πλαίσιο αυτό, υποδεικνύει κατευθύνσεις βιομηχανικών πολιτικών για την επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής βιομηχανίας στο νέο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Τέλος, στο όγδοο κεφάλαιο, παρουσιάζονται στατιστικά στοιχεία της ελληνικής εμπορικής και επενδυτικής διείσδυσης στα Βαλκάνια.