ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ:
ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΝΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑ Ή ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;
των Νίκου Μ. Γραμματικού και Δημήτρη Α. Κατσορίδα

1. Εισαγωγή
Στόχος της παρούσας ανάλυσης είναι να παρουσιαστούν οι τάσεις της σύγχρονης ελληνικής διανόησης, όσον αφορά το θέμα της παγκοσμιοποίησης. Δύο είναι τα μεθοδολογικά κριτήρια με τα οποία διαχωρίζονται οι τάσεις αυτές. Το πρώτο είναι η θέση που λαμβάνεται στο ερώτημα της ύπαρξης ή όχι της παγκοσμιοποίησης και το δεύτερο, αν η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μια νομοτελειακή εξέλιξη (δηλαδή μη αναστρέψιμη) του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.
Ο παραπάνω μεθοδολογικός διαχωρισμός καταγράφει κατά βάση τρία ρεύματα. Το πρώτο, που υποστηρίζει ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί μια υπαρκτή νομοτελειακή τάση, το δεύτερο ρεύμα, το οποίο αν και αναγνωρίζει την ύπαρξη της παγκοσμιοποίησης, εντούτοις υποστηρίζει ότι αυτή είναι δυνατό να ελεγχθεί ως προς τις αρνητικές της συνέπειες, και ένα τρίτο που υποστηρίζει ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί λιγότερο ή περισσότερο ένα μύθο.
Ο επόμενος στόχος είναι η παρουσίαση του παραπάνω δεύτερου ρεύματος, όπου θεωρείται το κυρίαρχο πολιτικά και κοινωνικά σήμερα και το οποίο κατέχει ένα επιπλέον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: προβάλλεται από τη μερίδα αυτή της ελληνικής διανόησης, που ταυτόχρονα συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας, ή σχετίζεται άμεσα με την χάραξη των πολιτικοοικονομικών κατευθύνσεων.
Έτσι, πέρα από μια σύντομη διερεύνηση των διαφορετικών προσεγγίσεων της έννοιας της "παγκοσμιοποίησης", ουσιαστικά το εν λόγω κείμενο επιχειρεί να παρουσιάσει τους τρόπους με τους οποίους η "παγκοσμιοποίηση" ως ιδεολογία, μετατρέπεται σε εργαλείο που σχετίζεται με την ιδεολογική κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, προωθεί την ιδεολογική και πολιτική αποδυνάμωση των αντιτιθέμενων ομάδων στην εφαρμοζόμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική, και εγκλωβίζει ή πειθαρχεί τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις που αντιτάσσονται στην επέκταση της πολιτικής δύναμης του κεφαλαίου.

1.1 Έννοια και ορισμός

Διαβάζοντας τη βιβλιογραφία και αρθρογραφία των τελευταίων ετών, η "παγκοσμιοποίηση" ως όρος, εμφανίζεται με ερμηνείες που παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις, ως προς την ουσία και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της. Κύριο στοιχείο του όρου είναι η επιστημονική γενικότητα που φτάνει τα όρια της ασάφειας. Όπως αρκετοί τονίζουν, οι απόψεις και οι απαντήσεις στο ερώτημα "τι είναι παγκοσμιοποίηση;", λαμβάνουν διαφορετικές απαντήσεις ως προς την ένταση, την μορφή και το περιεχόμενο, ενώ οι απόπειρες θεμελίωσης ενός ορισμού της έννοιας ποικίλουν. Σε τελική ανάλυση η έννοια φτάνει στο σημείο να συμπεριλαμβάνει "τα πάντα". Η ασάφειά της γεννά παρερμηνείες, επιτρέπει τη χρήση της από διάφορες αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις και απόψεις, ενώ κοινωνικά και πολιτικά πλάθει φαντάσματα, πεποιθήσεις και στερεότυπα. Με μια φράση, πλάθει ιδεολογήματα.
Η έννοια της "παγκοσμιοποίησης" χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει την τάση μεγάλης αύξησης της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας μετά το τέλος της δεκαετίας του 1970. Το γεγονός αυτό αντιμετωπίζεται ως μια νέα φάση της παγκόσμιας ιστορίας και οικονομίας, όπου η θεωρούμενη επανάσταση της τεχνολογίας (επικοινωνίες, πληροφορική, κ.ά.) και η απελευθέρωση των αγορών, δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα, η διαδικασία συσσώρευσης και παραγωγής να ξεφύγει από τα στενά όρια του εθνικού χώρου. Συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι η τάση διαμόρφωσης μιας "παγκόσμιας οικονομίας" και κατ' επέκταση μιας "παγκόσμιας κοινωνίας", ή όπως λέει ο Stanley Fischer (2000) του Δ.Ν.Τ, "βρισκόμαστε στην διαδικασία δημιουργίας ενός κόσμου".
Σύμφωνα μ' αυτό τον ορισμό, στοιχεία της "παγκοσμιοποίησης" αποτελούν η "επανάσταση" της τεχνολογίας, το άνοιγμα των αγορών, το ξεπέρασμα του έθνους-κράτους (και η ενίσχυση της επιρροής των διεθνών οργανισμών), ο διαρκώς αυξανόμενος ρόλος και η ενοποίηση της παγκόσμιας αγοράς (με κύριους φορείς, το διεθνές κεφάλαιο, τις πολυεθνικές εταιρίες και την Ξένη Άμεση Επένδυση - ΞΑΕ), η οποία με τη σειρά της έχει, υποτίθεται, ομοιογενοποιητικές συνέπειες στο χώρο του πολιτισμού, της πολιτικής και της καθημερινής ζωής.

2. "Παγκοσμιοποίηση" και τάσεις της σύγχρονης διανόησης στην Ελλάδα
2.1 Άποψη πρώτη: η "παγκοσμιοποίηση" ως μια ανεξέλεγκτη πραγματικότητα

Ένα μέρος της ελληνικής διανόησης βλέπει στο "όνομα" της "παγκοσμιοποίησης", την υπαρκτή και αναπόφευκτη πορεία προς την παγκόσμια οικονομική ολοκλήρωση των αγορών. Όπως λέει ο Γ. Ζανιάς (2000), "στη διεθνή οικονομία, έχουν, καιρό τώρα, απελευθερωθεί δυνάμεις οι οποίες οδηγούν στη δημιουργία μιας μεγάλης παγκόσμιας αγοράς".
Η άποψη αυτή κυριαρχείται από τα επιχειρήματα των νεοφιλελεύθερων προσεγγίσεων για την οικονομία και τη κοινωνία. Αναγνωρίζει δε στην "παγκοσμιοποίηση" μια πραγματικότητα που δεν αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή, αλλά κατά κύριο λόγο το φυσιολογικό επακόλουθο των αλματωδών εξελίξεων στις τεχνολογίες της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών, καθώς και της απελευθέρωσης των αγορών κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με τον Α. Ανδριανόπουλο "... η παγκοσμιοποίηση δεν υπήρξε προϊόν μιας συνειδητής πολιτικής πρακτικής. Είναι φυσιολογικό συνακόλουθο των αλματωδών εξελίξεων στις τεχνολογίες της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών" (Ανδριανόπουλος, 2000).
Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, ισχυρίζονται ότι η τεχνολογία δίνει τέτοια ώθηση στην παραγωγή που επιτρέπει τη διασπορά της παραγωγής ανά τον κόσμο, τον εκμηδενισμό των εμποδίων του χώρου και του χρόνου και χαρακτηρίζεται από την αύξηση της παγκόσμιας κίνησης των κεφαλαίων, με κύριους "οδηγούς" τη μεγάλη αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου, την Ξένη Άμεση Επένδυση και την πρωτοφανή μεγέθυνση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού τομέα.
Η οποιαδήποτε εφαρμογή προστατευτικών πολιτικών από την πλευρά των εθνικών κρατών αντιτίθεται στην παραπάνω πραγματικότητα και γι' αυτό το λόγο θεωρείται αδιανόητη και επιζήμια. Υπό το πρίσμα των αλλαγών αυτών, το κράτος χάνει την ικανότητα επιρροής που κατείχε στην οικονομία, ενώ η εναρμόνιση με τους θεσμούς και τις πρακτικές που η ελεύθερη αγορά επιβάλλει για τον κρατικό τομέα, τις χρηματαγορές, την οικονομική και νομισματική πολιτική, κ.ά. εμφανίζεται ως μονόδρομος.
Όσον αφορά τις αρνητικές συνέπειες της "παγκοσμιοποίησης", όπως στο παράδειγμα των χωρών της Αφρικής, της Νότιο-ανατολικής Ασίας και της αυξανόμενης ανεργίας στην Ε.Ε. ή στην Ελλάδα, υποστηρίζεται πως αυτά τα γεγονότα αποτελούν το κόστος προσαρμογής της μετάβασης στις νέες συνθήκες των ανοικτών αγορών και είναι δυνατό να ξεπεραστούν. Επίσης, ισχυρίζονται ότι πολλά από αυτά τα προβλήματα αποτελούν αρνητικές συνέπειες των παλαιότερα εφαρμοζόμενων πολιτικών και οικονομικών επιλογών.
2.2 Άποψη δεύτερη: η "παγκοσμιοποίηση" ως μια ελέγξιμη πραγματικότητα
Μια δεύτερη θέση για την "παγκοσμιοποίηση", περιλαμβάνει μια μεγάλη --πιθανότατα τη μεγαλύτερη-- μερίδα της διανόησης, που αποτελείται από ετερόκλητους ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους (νεοφιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες, συνδικαλιστές, εκπροσώπους της εκκλησίας, εθνικιστές, κ.ά.). Tο βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ομάδα αυτή, είναι ότι περιλαμβάνει το μέρος εκείνο της διανόησης που αποτελεί ταυτόχρονα την κυρίαρχη πολιτική και κυβερνητική ελίτ.
Αυτή η προσέγγιση αποδέχεται την ύπαρξη της παγκοσμιοποίησης ως πραγματικότητας του σύγχρονου διεθνούς οικονομικού συστήματος, καθώς επίσης τα επιχειρήματα για το ρόλο της τεχνολογίας και τις συνέπειές της, της "ανεπιστρεπτί" απελευθέρωσης των αγορών και της χρηματιστηριακής παγκοσμιοποίησης. Όπως ο Δ. Δημητράκος (1998) αναφέρει: "Οι αντίπαλοι της παγκοσμιότητας δεν θέλουν να εννοήσουν ούτε το ανεπίστρεπτο ούτε τον αναγκαίο χαρακτήρα της. Κυρίως δεν αντιλαμβάνονται ότι στην εποχή του κυβερνοχώρου η ίδια η έννοια του "κρατικού ελέγχου" πάνω σε ορισμένες διαδικασίες είναι αναχρονιστική". Ο ίδιος, επίσης, υποστηρίζει ότι, "....η παγκοσμιοποίηση έχει μια αυτόνομη δυναμική που είναι εμφανής στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στις συνειδήσεις των περισσοτέρων ανθρώπων" (Δ. Δημητράκος, 2000). Από άλλη θέση, βέβαια, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, 2000β), αποδεχόμενος κι αυτός την έννοια της παγκοσμιότητας, υποστηρίζει ότι τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα, τη χαρακτηρίζει, "....η Μετά-νεωτερικότητα, η Ολιστικότητα και η Παγκοσμιότητα". Επίσης, ο Α. Αλαβάνος, ευρωβουλευτής του Συνασπισμού, σχετικά με την παγκοσμιοποίηση λέει ότι, "....είναι παράγωγο της ηφαιστειακής τεχνολογικής έκρηξης....", και ότι "....μπλοκάρει το εθνικό κράτος ακόμη και εντός των συνόρων...." (Γαλιάτσος & Βρανάς, 2000).
Η διαφοροποίηση του ρεύματος αυτού σε σχέση με την πρώτη προσέγγιση έγκειται στο ότι, ενώ αναγνωρίζει την παγκοσμιοποίηση ως μια πραγματικότητα, τείνει προς τη πεποίθηση ότι πολλές από τις αρνητικές της συνέπειες είναι δυνατό και πρέπει να ελεγχθούν. Όπως δηλώνει ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης (2000α), "σήμερα η παγκόσμια αγορά συνυπάρχει με μια παγκόσμια κοινωνία που νιώθει την ανάγκη θέσπισης κανόνων. Την ανάγκη δημιουργίας ενός πολιτικού και κοινωνικού αντίβαρου απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική αλληλεξάρτηση". Θεωρητικά αυτή η άποψη αποστασιοποιείται από το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα ότι οι "δυνάμεις της αγοράς" κάνουν πάντα την αποδοτικότερη κατανομή των παραγωγικών πόρων και αναγνωρίζεται ότι πράγματι υπάρχουν αρκετές αρνητικές συνέπειες, σαν αποτέλεσμα της απελευθέρωσης των εθνικών αγορών και της έντασης του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Οι δύο αυτές διαπιστώσεις, διαμορφώνουν την πεποίθηση ότι παρά την απελευθέρωση των αγορών και προϋποθέτοντας, πάντα, την παγκοσμιοποίηση ως απτή πραγματικότητα, υπάρχει μια σχετική δυνατότητα ελέγχου, ρύθμισης και παρέμβασης των παρενεργειών και των πιέσεων που η "παγκοσμιοποίηση" ασκεί (όπως η φτώχεια, η ανεργία, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η ανισότητα πλούτου, κ.ά.), ώστε να μετριαστούν οι αρνητικές της συνέπειες σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, με τη χρήση θεσμών του κράτους, της κοινωνίας των πολιτών, κ.ά. Σύμφωνα με τον Ν. Χριστοδουλάκη (1999β) για την αποφυγή των αρνητικών συνεπειών της αγοράς ".... πρέπει να σχεδιάζεται και να εφαρμόζεται στρατηγική πολιτικής προσαρμογής απέναντι στην παγκοσμιοποίηση".
2.3 Άποψη τρίτη: Η "παγκοσμιοποίηση" ως ιδεολογία
Απέναντι στις δύο κυρίαρχες απόψεις, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο, ένας αυξανόμενος αριθμός αντίθετων φωνών διατυπώνει μια διαφορετική προσέγγιση της έννοιας της "παγκοσμιοποίησης", του ρόλου της και της πραγματικότητας του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Αυτή η άποψη προβάλλει μια ερμηνεία της έννοιας που συγκλίνει προς την αναγνώρισή της ως ιδεολογήματος.
Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, η τάση διεθνοποίησης του κεφαλαίου δεν είναι κάτι που εμφανίστηκε για πρώτη φορά μετά το 1970, ούτε είναι μια τάση μη αναστρέψιμη. Όπως λέει ο Κ. Βεργόπουλος (1999, σ. 24) για την παγκοσμιοποίηση, "...στην εποχή μας δεν αποτελεί κάποια ιστορική καινοτομία ούτε κάτι το μη αναστρέψιμο ιστορικά". Η τάση απελευθέρωσης των αγορών, που κυριάρχησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, αποτελεί μια εγγενή τάση του κεφαλαίου που παρατηρείται και στα τέλη του 19ου αιώνα. Το ίδιο υποστηρίζεται από τον Κ. Μελά (2000, σ. 19), τον Σ. Σακελλαρόπουλο (2000, σσ. 21-22), κ.ά., ενώ ο Γιάννης Μηλιός (1997) επισημαίνει ότι η περί "παγκοσμιοποίησης" συζήτηση της δεκαετίας του 1990 δεν προσθέτει τίποτε καινούργιο στην παλιά θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού, καθώς η αντίληψη πως η διεθνής οικονομία αποτελεί μια ενιαία κοινωνικό-οικονομική δομή με ενδοφυείς νόμους εξέλιξης (της οποίας απλά τμήματα αποτελούν οι εθνικές οικονομίες και τα κράτη), διατυπώθηκε ήδη κατά την 1η δεκαετία του 20ου αιώνα, για να ερμηνεύσει τις αιτίες της αποικιοκρατικής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Η ίδια αντίληψη αποτέλεσε συστατικό στοιχείο των μεταπολεμικών θεωριών "μητρόπολης-περιφέρειας", αλλά και του "σοβιετικού μαρξισμού". Ο συγγραφέας συμπεραίνει, ότι ενώ τις παλαιότερες προσεγγίσεις χαρακτήριζε κυρίως η θεωρητική αντιφατικότητα και μια "οικονομίστικη" διαστρέβλωση της μαρξιστικής θεωρίας, τις σύγχρονες νοηματοδοτεί πρωτίστως η απολογητική τους διάθεση απέναντι στην καπιταλιστική εξουσία.
Κατά συνέπεια, η απελευθέρωση των αγορών και η διεθνοποίηση των οικονομιών αποτελούν μια εγγενή τάση του καπιταλιστικού συστήματος, που όμως έχει όρια τα οποία καθορίζονται από τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ευρύτατων περιοχών της παγκόσμιας οικονομίας και την γεωγραφικά περιορισμένη ισχύ της (Ε.Ε., Η.Π.Α., Ιαπωνία. ..).
Η τεχνολογία και η κατεύθυνση που σήμερα έχει λάβει, αντιμετωπίζεται ως συνειδητή επιλογή που καθορίζεται από τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, απορρίπτοντας την έννοια της "ουδετερότητάς" της, σε σχέση με τις κατευθύνσεις που λαμβάνουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Ο Κ. Μελάς (1999, σ. 97) λέει, "Η τεχνολογία δεν είναι μια διαδικασία πολιτικά ουδέτερη. .. δεν λειτουργεί ανεξάρτητα και αυτόνομα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Δεν έχει "υπόσταση"". Αυτό σημαίνει πως η μορφή και η κατεύθυνση που σήμερα λαμβάνει η τεχνολογία δεν είναι κάτι που επιβάλλεται στην παραγωγή και στην κοινωνία, αλλά μια συνειδητή επιλογή και άρα αναστρέψιμη. Επίσης, η εισαγωγή της τεχνολογίας στην παραγωγή δεν είχε ως αποτέλεσμα μια τέτοια αύξηση της παραγωγικότητας, που θα δικαιολογούσε το επιχείρημα της "γέννησης μιας επανάστασης".
Το κράτος παραμένει το βασικό μέσο ανάπτυξης και σημείο αναφοράς της οικονομίας, που δίχως να χάνει την δύναμή του αναπροσαρμόζει τις λειτουργίες του στις ανάγκες που η σύγχρονη μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής επιβάλλει, αναπροσαρμόζει την φορολογική του βάση (αυξάνοντας την φορολογία στην εργασία), αυξάνει τις επιδοτήσεις προς το κεφάλαιο, αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες (κυρίως μέσω της αύξησης των κοινωνικών μεταβιβάσεων) και θεσπίζει έμμεσα μέτρα προστατευτισμού της εθνικής οικονομίας (Τομπάζος, 1999).
Κατά συνέπεια, τα μεγέθη και οι εξελίξεις στο επίπεδο της οικονομίας, της πολιτικής και του πολιτισμού, δεν επιβεβαιώνουν την υπόθεση περί διαμόρφωσης ενός "παγκόσμιου χωριού" (global village), με παγκόσμιες αξίες (global values).
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον πολιτικό χαρακτήρα των εξελίξεων (μακριά από την ουδετερότητα που η έννοια της "παγκοσμιοποίησης" και το νεοφιλελεύθερο επιχείρημα προτάσσει για την τεχνολογία, το κράτος, την οικονομία, την άνιση ανάπτυξη και τα μονοπώλια), στοιχειοθετώντας με αυτό τον τρόπο την άποψη περί ιδεολογήματος και όχι μιας απτής πραγματικότητας (Κατσορίδας, 1999).
Τελικά, η πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται ως "παγκοσμιοποίηση" δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά ένα μύθο, αφού αυτό που παρατηρείται είναι:
" μια περιορισμένη διεθνοποίηση των αγορών της τριάδας, δηλαδή της Ε.Ε., των Η.Π.Α. και της Ιαπωνίας,
" μια σημαντική αναδιανομή πλούτου ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης της δύναμης του κεφαλαίου και της μείωσης της δύναμης της εργασίας στις ανά τον κόσμο χώρες,
" η χειροτέρευση των ανισοτήτων, τόσο ανάμεσα στα κράτη, όσο και στο εσωτερικό των κρατών και τέλος,
" η επιδείνωση της αστάθειας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος που φέρει σε κίνδυνο τη λειτουργία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, θυμίζοντας τη περίοδο του 1929.

3. Παγκοσμιοποίηση και κυρίαρχος πολιτικός λόγος

Η άποψη που κυριαρχεί στην ευρύτερη ελληνική διανόηση αλλά και στο πολιτικό και οικονομικό κόσμο στην Ελλάδα σήμερα είναι όπως είπαμε η "δεύτερη θέση", δηλαδή η αντίληψη που βλέπει την "παγκοσμιοποίηση" σαν μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που πρέπει να ελεγχθεί.
Η ομάδα της ελληνικής διανόησης που υποστηρίζει και προωθεί την παραπάνω άποψη χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι συμμετέχει άμεσα στην χάραξη της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής ή ασκεί και εφαρμόζει μέρος της πολιτικής αυτής (γεγονός βέβαια που δεν αποτελεί κάποια πρωτοτυπία του ελληνικού χώρου). Ανώτερα και ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης, της εκκλησίας, των πολιτικών κομμάτων, των συνδικάτων κ.λπ. αποτελούν, ταυτόχρονα, μέλη αυτής της ευρύτερης ομάδας διανόησης. Το ενδιαφέρον μας εστιάζεται έτσι περισσότερο σε αυτή την ομάδα, που πέρα από ένα ρόλο ακαδημαϊκής ελίτ κατέχει και τον ευρύτερο ρόλο της κυρίαρχης πολιτικής και κυβερνητικής ομάδας.
3.1 Η χρήση του όρου "παγκοσμιοποίηση" και το σύνθημα της "προσαρμογής"
Μια προσεκτική μελέτη της καθημερινής χρήσης της έννοιας της "παγκοσμιοποίησης" από την κυρίαρχη πολιτική ελίτ φανερώνει πως η λέξη χρησιμοποιείται κατά κόρον για την απόδοση σ' αυτήν της ευθύνης για τα περισσότερα σύγχρονα προβλήματα: από την οικονομία μέχρι τον πολιτισμό και τη θρησκεία, καθώς επίσης και την επιβολή ή μη συγκεκριμένων πολιτικών. Οποιαδήποτε αναφορά και για οποιοδήποτε θέμα, σήμερα, σχετίζεται με την "παγκοσμιοποίηση". Το ασαφές περιεχόμενό της αφήνει ελεύθερο το πεδίο της χρήσης του εν λόγου όρου από "όλους και για όλους". Αυτό σημαίνει ότι αποδίδεται σε μια έννοια δίχως σαφή ορισμό, ένα πολιτικό, εθνικό, κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα και μια αντίστοιχη λύση. Η χρήση της έννοιας της "παγκοσμιοποίησης" ανάγει οποιοδήποτε πρόβλημα σε ένα "σκοτεινό, ασαφή και ακατανίκητο κόσμο": αυτόν όπου οι υποτιθέμενοι "φυσικοί νόμοι" της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας κυριαρχούν.
Από τη γενικόλογη χρήση του όρου "παγκοσμιοποίηση" συνάγονται εντούτοις σχεδόν πάντα δύο συμπεράσματα: Το πρώτο είναι ότι δηλώνεται ξεκάθαρα πως η "παγκοσμιοποίηση" είναι μια αδιαμφισβήτητη και αναπότρεπτη πραγματικότητα. Ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης (2000β) γράφει: "Κάποιοι την αντιμετωπίζουν ως να ήταν εφικτή η αποτροπή της....". Επίσης, ο Ν. Χριστοδουλάκης (1999β) λέει ότι η παγκοσμιοποίηση είναι "...μια ακαταμάχητη και μη αναστρέψιμη διαδικασία", οπότε θα πρέπει "να σχεδιάζεται μια πολιτική προσαρμογής". Το δεύτερο συμπέρασμα που διατυπώνεται είναι ότι η παγκοσμιοποίηση είναι δυνατό να ελεγχθεί και πως η πολιτική εξουσία παραμένει ισχυρή και κυρίαρχη απέναντι στην ένταση της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Πάλι ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης (2000β), εμφανίζεται αντίθετος με την "...άποψη για την μη ελέγξιμη λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς, για τη δήθεν αδυναμία της πολιτικής να αντιδράσει στην παγκοσμιοποίηση", και συνεχίζει λέγοντας ότι, "μπορούμε να κάνουμε προσαρμογές και να ξεπεράσουμε τα προβλήματα".
Η εφαρμογή ή μη συγκεκριμένων μέτρων από την πλευρά της κυβερνητικής εξουσίας χρησιμοποιεί την δικαιολογία ότι η "παγκοσμιοποίηση", πέρα από υπαρκτή, είναι μόνον μερικώς ελέγξιμη διότι ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι "ακατανίκητη", οπότε η ανάγκη δράσης, εφαρμογής περιορισμών, κ.ά. περιορίζεται από τις "αόρατες δυνάμεις της αόριστης παγκοσμιοποίησης". Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της "παγκοσμιοποίησης" επιβάλλει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα στην "προσαρμογή". Το παρακάτω παράδειγμα αποσαφηνίζει αυτή τη πρόταση. Ο Υφυπουργός Οικονομικών Ν. Χριστοδουλάκης (1999α), έγραφε τα εξής: "...πρέπει να αποφύγουμε έτσι το υψηλό κόστος που θα είχε μια πλήρως εθνικοποιημένη πολιτική απασχόλησης και κοινωνικής στήριξης σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης". Η μη επιδότηση του υψηλού κόστους μιας "εθνικοποιημένης πολιτικής απασχόλησης και κοινωνικής στήριξης", δεν συναρτάται με την απροθυμία της κυβέρνησης και του ελληνικού κεφαλαίου να στηρίξει μια τέτοια πολιτική, αλλά από το απαγορευτικό "περιβάλλον παγκοσμιοποίησης". Από την άλλη πλευρά, αυτό το "περιβάλλον παγκοσμιοποίησης" επιτρέπει στο κράτος να επιδοτεί το εγχώριο κεφάλαιο (γεγονός που το ονομάζει προσαρμογή ή εκσυγχρονισμό ή οικονομική σύγκλιση) και να κρατά χαμηλά το μισθολογικό και το μη μισθολογικό κόστος (Η. Ιωακείμογλου, 1999, ΙΝΕ/ΓΣΣΕ, 2000), ξανά λόγω της "παγκοσμιοποίησης" και του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που διαμορφώνει. Τελικά, και οι δύο πολιτικές "προσαρμογής" αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: υπάρχει η δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης στο πλαίσιο ενός "παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος"; Αν ναι, τότε τι είδους παρέμβαση είναι αυτή και υπέρ ποιου; Από το προαναφερθέν παράδειγμα φαίνεται ότι είναι δυνατόν η κυβερνητική εξουσία να παρεμβαίνει υπέρ του κεφαλαίου, δικαιολογώντας την πράξη της ως ανάγκη προσαρμογής στην "παγκοσμιοποίηση", ενώ ταυτόχρονα να αυτοαναιρεί ή να αρνείται την ικανότητα παρέμβασής της για την βελτίωση των μισθών και των όρων διαβίωσης των εργαζομένων και των συνταξιούχων, αποδίδοντας ξανά την επιλογή της αυτή στο "περιβάλλον παγκοσμιοποίησης".
Η χρήση του όρου "προσαρμογή" έρχεται έτσι να αντικαταστήσει τη χρήση παλαιοτέρων συνθημάτων που χρησιμοποιήθηκαν και από το κυβερνών κόμμα στην Ελλάδα, όπως αυτό της "αλλαγής". Βέβαια, η "προσαρμογή" προϋποθέτει την ύπαρξη κάτι καινούργιου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η "παγκοσμιοποιημένη οικονομία" και στην οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε. Δεν είναι τυχαία, τα τελευταία χρόνια, η καλλιέργεια και η κυριαρχία των συνθημάτων περί "νέας οικονομίας", "νέας τεχνολογίας", "νέας τάξης", "νέας εποχής", "νέας Ελλάδας", κτλ. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να "προσαρμοστούμε" σε μια "παλαιά εποχή" και όχι σε μια "νέα".

3.2 Το περιεχόμενο των μύθων της "παγκοσμιοποίησης" και της "προσαρμογής"

Ποιες είναι όμως οι προτάσεις που στοιχειοθετούν τα χαρακτηριστικά του "νέου", όπως παραπάνω περιγράφηκε και επιβάλλουν της έννοια της "προσαρμογής";

3.2.1. Η τεχνολογική εξέλιξη

Στην πρώτη πρόταση αναφερθήκαμε ήδη στα τμήματα 2.1 και 2.2 του άρθρου μας: είναι εκείνη που υποστηρίζει ότι η "παγκοσμιοποίηση", σαν διαδικασία, καθοδηγείται από την τεχνολογική εξέλιξη που λειτουργεί ανεξάρτητα από πολιτικές αποφάσεις.
Μέσα από την καθημερινή αρθρογραφία και τον πολιτικό λόγο επιβάλλεται, ως απόλυτα φυσική, η εξήγηση ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επικοινωνιών είναι αυτή που γεννά το άνοιγμα των αγορών, την "παγκοσμιοποίηση", την ομογενοποίηση και την αδυναμία ελέγχου της εθνικής οικονομίας από την πλευρά του κράτους. "Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο, που δημιουργήθηκε κυρίως από την τεχνολογική ανάπτυξη...", υποστηρίζει ο Ν. Χριστοδουλάκης (1999β).
Έτσι, η άποψη που υποστηρίζει την "παγκοσμιοποίηση σαν πραγματικότητα", εμφανίζει τον "ανεξάρτητο" παράγοντα της τεχνολογίας σαν την κινητήρια δύναμη για την "παγκοσμιοποίηση των οικονομιών", σαν μια δύναμη που δρα και αναπτύσσεται "έξω" από την παραγωγή και την κοινωνία και που επιβάλλεται στην συνέχεια σε αυτές. Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται η αίσθηση μιας μυθικής παντοδύναμης συνιστώσας (της "παγκοσμιοποίησης" και της καπιταλιστικής παραγωγής) που κατακλύζει και ακινητοποιεί την κοινωνία, την πολιτική, τη συνδικαλιστική δράση, την διατύπωση κοινωνικών και οικολογικών αιτημάτων και επιβάλει ένα μόνο δρόμο: αυτό της "προσαρμογής".
Βέβαια, το παραπάνω επιχείρημα είναι χωρίς βάση, διότι όπως υποστηρίζει και ο Α. Λύτρας (2000, σ. 45), "...οι μεγάλες τεχνολογικές μεταβάσεις που χαρακτηρίζουν τους τρεις τελευταίους αιώνες, με τις ωριμάνσεις και τις ανατροπές τους, συνδέονται απολύτως με την εξέλιξη του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας". Η τεχνολογία δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεξάρτητη από τις εξελίξεις στην παραγωγική διαδικασία. Η κατεύθυνση που σήμερα παίρνει αποτελεί μια σχεδιασμένη διαδικασία που εξυπηρετεί τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας. Άρα και η επίκλησή της ως ανεξάρτητου φορέα των αλλαγών δεν ευσταθεί.

3.2.2 Το τέλος του ψυχρού πολέμου

Το δεύτερο στοιχείο που προσδίδει το χαρακτήρα του "νέου" στη σύγχρονη πραγματικότητα, όπως επισημαίνει ο Κ. Μελάς (1999, σ. 26), πηγάζει μέσα από την ερμηνεία των αλλαγών που επήλθαν από την κατάρρευση των καθεστώτων του λεγόμενου υπαρκτού "σοσιαλισμού"". Άλλωστε, είναι γνωστά τα αποφθέγματα περί του "τέλους...".
Η μετάβαση από το ¨ψυχροπολεμικό σύστημα στη λεγόμενη "νέα τάξη πραγμάτων", ακολουθήθηκε από τη διαμόρφωση της άποψης ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η ελεύθερη αγορά αποτελούν, πλέον, μοναδική επιλογή. Η νομιμοποίηση που αναζήτησε το κεφάλαιο, στην προσπάθειά του για απελευθέρωση από τους περιορισμούς της μεταπολεμικής περιόδου, έκανε επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης μιας θεωρητικής κάλυψης, η οποία τελικά βρέθηκε στο ιδεολόγημα της "παγκοσμιοποίησης". Όπως γράφει ο Δ. Δημητράκος (2000), "ούτε κομμουνιστικές ούτε τριτοκοσμικές χώρες έχουν ή είχαν ποτέ την δυνατότητα να νικήσουν τον καπιταλισμό διότι δεν μπορούν να ανασχηματίσουν το παγκόσμιο δίκτυο οικονομικών σχέσεων που καθορίζεται από την σύγχρονη βιομηχανική και επικοινωνιακή τεχνολογία". Η ιδεολογία του "νέου" σε συνδυασμό με την μοιρολατρία της πτώσης, αποτελούν πανίσχυρα όπλα στην παρουσίαση της σύγχρονης πραγματικότητας ως "αναπόφευκτης", "μοναδικής" και "αναντίρρητης".

3.2.3 Η "νέα" διεθνής οικονομία

Παραμερίζοντας τις υπερβολικές θέσεις που υποστηρίζουν την ύπαρξη μιας κοινής ηγεσίας που κυβερνά τον πλανήτη, η παγκόσμια οικονομία δεν είναι ενιαία ούτε βρίσκεται κάτω από μια "παγκόσμια παράταξη" (Ν. Καϊμάκης, 1998). Η κυρίαρχη άποψη, παρότι δεν αποδέχεται την προαναφερθείσα θέση, εκφράζει το επιχείρημα της "πρωτοφανούς" ή "νέας" ανάπτυξης του διεθνούς οικονομικού συστήματος.
Παρά τις διακηρύξεις περί της "πρωτοφανούς" ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς, πολλές αναλύσεις έχουν καταρρίψει την άποψη αυτή (Βεργόπουλος 1999, Κατσορίδας 1998, Μηλιός 2000, Σακελλαρόπουλος 2000, Τομπάζος 1999, Μελάς 1999, κ.ά.). Τα οικονομικά μεγέθη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος δείχνουν ότι οι επενδύσεις κεφαλαίων και η κίνηση εμπορευμάτων λαμβάνουν χώρα κατά κύριο λόγο ανάμεσα στις πιο αναπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού και ιδιαίτερα στο εσωτερικό των περιφερειακών ενώσεων, πράγμα το οποίο καταρρίπτει την ιδέα περί "παγκοσμιοποίησης" των οικονομιών. Ουσιαστικά, αυτό το οποίο υπάρχει είναι μία πόλωση μεταξύ των τριών βασικών οικονομικών ανταγωνιστών (Ε.Ε., NAFTA, ASEAN).
Αυτή η πόλωση ερμηνεύεται ως ένα από τα στοιχεία που αναγκάζουν τις χώρες να συμμετάσχουν στο παγκόσμιο εμπόριο, θέτοντας εκβιαστικά διλήμματα του τύπου: "συμμετοχή ή υπανάπτυξη;", "εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια;", κ.λπ. Όπως δηλώνει ο Κ. Σημίτης (2000γ), "...το μέλλον της Ελλάδας εξαρτάται από τη θέση της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή και στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία". Σε αυτό το επιχείρημα συμβάλλει σημαντικά η κυριαρχία του μύθου της διάχυσης των θετικών αποτελεσμάτων της "παγκοσμιοποίησης" και της απελευθέρωσης των εγχώριων αγορών. Όπως τονίζει ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Γ. Παπαντωνίου (2000α), "η απελευθέρωση των αγορών συμβάλλει ουσιαστικά στην βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας".
Το εν λόγω επιχείρημα στην πράξη δεν επιβεβαιώνεται, διότι αυτό το οποίο φαίνεται είναι η χειροτέρευση της παραγωγικής θέσης αρκετών χωρών, όπως δείχνει στην ανάλυσή του ο Κ. Μελάς (1999, σ. 36), και η ένταση των οικονομικών συγκρούσεων, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Συνοδού του Π.Ο.Ε. στο Σιάτλ.
Το στοιχείο που επιμελώς παραλείπεται είναι ότι η τάση απελευθέρωσης των αγορών και έντασης του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών, είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Η σύγχρονη πραγματικότητα δεν βασίζεται στις αδιευκρίνιστες ροπές της "παγκοσμιοποίησης" αλλά σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Ο σύγχρονος πολιτικός λόγος, αποφεύγοντας ηθελημένα την υπενθύμιση αυτή, αρκείται στο να τονίσει μόνο τη σημερινή οφθαλμοφανή πραγματικότητα, που δημιουργήθηκε από τις ασκούμενες πολιτικές. Όπως λέει ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης (1997), "...στις σημερινές συνθήκες ισχυρή μπορεί να είναι μόνον μια ανοιχτή οικονομία, πλήρως ενταγμένη στο περιφερειακό υποσύνολο της παγκόσμιας αγοράς, όπου γεωγραφικά συμβαίνει να ανήκει...".
Πώς όμως ο εξωτερικός ανταγωνισμός εισέρχεται στην ελληνική πραγματικότητα, πώς ερμηνεύεται και πώς χρησιμοποιείται; Στην απάντηση των ερωτημάτων αυτών κυρίαρχο ρόλο παίζει η έννοια της ανταγωνιστικότητας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, μπροστά σε μια "αδιαφιλονίκητη πραγματικότητα" (αυτή της "παγκοσμιοποίησης"), που έχει "θετικά αποτελέσματα" για τους μετέχοντες, η Ελλάδα πρέπει να "προσαρμοσθεί" στο διεθνή ανταγωνισμό, ώστε να αντλήσει τα προβλεπόμενα "θετικά αποτελέσματα".
Έτσι, οι "ανάγκες του εξωτερικού ανταγωνισμού" και της συμμετοχής της Ελλάδας σε αυτόν διαμορφώνουν ένα σύνολο επιχειρημάτων και επιβάλλουν μια σειρά πολιτικών. Γεννιούνται μύθοι που έρχονται σε αντινομία με σύγχρονες και έγκυρες οικονομικές αναλύσεις. Έναν από αυτούς τους μύθους διατυπώνει και ο Κ. Σκανδαλίδης, ισχυριζόμενος ότι, "είμαστε πια στην περίοδο του διακρατικού ανταγωνισμού των μισθών, που σημαίνει ότι η εργατική δύναμη των χωρών του τρίτου κόσμου συναγωνίζεται τους μισθούς και υποβαθμίζει το βιοτικό επίπεδο στις ανεπτυγμένες". Το συμπέρασμα που συνάγεται από αυτή την άποψη είναι ότι οι μισθοί πρέπει να παραμείνουν χαμηλοί, ώστε να μπορέσουμε "να αντεπεξέλθουμε στο διεθνή ανταγωνισμό". Όμως, η επικράτηση μιας τέτοιας άποψης μπορεί να καταδικάσει για πολύ καιρό την εργασία σε φτώχεια, να προικίσει το κεφάλαιο με υπερκέρδη και να επιτρέψει την αναδιάρθρωση των σχέσεων παραγωγής σε βάρος της εργασίας, με την αύξηση της μερικής απασχόλησης, της ευέλικτης εργασίας κ.λπ.
Η κυριαρχία της πολιτικής επιλογής για "δημοσιονομική και νομισματική σταθερότητα" --μια επιλογή που αποτελεί, όπως ισχυρίζεται η κυρίαρχη άποψη, δείγμα "ορθοφροσύνης" και "αίτημα των διεθνών αγορών"-- νομιμοποιεί την υψηλή ανεργία, συντηρεί ένα εργατικό δυναμικό εν δυνάμει "απασχολήσιμο", που όπως γράφει ο Α. Λύτρας (2000, σ. 121), διαδραματίζει "το ρόλο του μηχανισμού τιθάσευσης των κοινωνικών ομάδων που προσδιορίζονται από την εργασία".
Οι μόνιμες αναφορές στην παγκόσμια αγορά και στο ρόλο των διεθνών οργανισμών έρχονται να δικαιολογήσουν την κατάργηση των όποιων ρυθμίσεων προστασίας της εργασίας, τις εφαρμοζόμενες αντιπληθωριστικές πολιτικές λιτότητας, τις μελλοντικές ή υλοποιούμενες ιδιωτικοποιήσεις, την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την εγκατάλειψη του περιβάλλοντος στο βωμό του κέρδους κ.ά.
3.2.4 ο ρόλος του κράτους: η υλοποίηση της "προσαρμογής"
Ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης (1997) σε ομιλία του λέει τα εξής: "...η ανάπτυξη όσο και η κοινωνική συνοχή. .. κάνουν επιτακτική την ανάγκη ενός κράτους το οποίο είναι σε θέση να προωθήσει πολιτικές". Είναι αλήθεια ότι ο όρος "παγκοσμιοποίηση" για μια μερίδα Ελλήνων διανοουμένων σημαίνει περιορισμό των ορίων των εθνικών κρατών με φορέα τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και δημιουργία μιας ενιαίας παγκόσμιας οικονομίας (βλ. πιο πάνω). Στο λόγο της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ, η άποψη αυτή συνυπάρχει με μια συστηματική προσπάθεια να τεκμηριωθεί η ικανότητα της πολιτικής να επηρεάζει και να προσαρμόζει τις κρατικές λειτουργίες στις αλλαγές που επιβάλλει η "παγκοσμιοποίηση". Άρα η πολιτική, η κυβερνητική δράση, η κρατική παρέμβαση, προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες και δεν τις παράγουν.
Η κυρίαρχη άποψη στον ελληνικό χώρο, σήμερα, δεν προβάλλει έτσι το τέλος του κράτους, αλλά την υποχρέωσή του να "προσαρμοστεί" στις συνθήκες της "νέας εποχής", της "νέας οικονομίας", να "εκσυγχρονίσει την Δημόσια Διοίκηση" κ.ά.
Οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι μέσω της "παγκοσμιοποίησης" ξεπερνιέται ο ρόλος του έθνους-κράτους προς όφελος ενός κόσμου χωρίς σύνορα, οργανωμένου από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς, παραβλέπουν ότι στο σύγχρονο καπιταλισμό η επέκταση του κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα και η ένταση του ανταγωνισμού δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η σύγκρουση ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την κατάκτηση και το συνεχές μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς. Γι' αυτό όσο περισσότερο το κεφάλαιο εξαπλώνεται, τόσο περισσότερο έχει ανάγκη το εθνικό κράτος για την προστασία του. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που κάθε κράτος προσπαθεί να καταστήσει τον εθνικό του χώρο ανταγωνιστικό ως προς τους άλλους εθνικούς σχηματισμούς, ενισχύοντας με κάθε τρόπο τις παραγωγικές του μονάδες, προσελκύοντας ταυτόχρονα ξένους επενδυτές. Μια τέτοια πολιτική προσπαθεί να διεκπεραιώσει και η κυρίαρχη ελληνική πολιτική ελίτ.
Σε όλα τα κείμενα που ασχολούνται με το ρόλο του κράτους παρατηρούνται ορισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Το κράτος αναλαμβάνει την υλοποίηση των θεσμικών αλλαγών που πηγάζουν από τις αλλαγές στο σύγχρονο καταμερισμό εργασίας και που έντεχνα εμφανίζονται ως αποτέλεσμα της "παγκοσμιοποίησης", της τεχνολογίας και της απελευθέρωσης των αγορών, όπως παραπάνω δείξαμε.
Για άλλη μια φορά, η ανάγκη "προσαρμογής" θεωρείται ότι πηγάζει από την πίεση που ασκούν απρόσωπες διεθνείς αγορές, αόριστες παγκοσμιοποιητικές τάσεις και οι αυθύπαρκτες τεχνολογικές εξελίξεις. Όπως λέει, πάλι, ο Κ. Σημίτης (1997), "...έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για τη διατύπωση μιας απάντησης στα προβλήματα της οργάνωσης της εργασίας που προκύπτουν από την αναντιστοιχία της υπάρχουσας οργάνωσης εργασίας με τις νέες εξελίξεις στις τεχνολογίες και νέους τύπους παραγωγής". Οι θεσμικές αλλαγές στις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας δεν θα ήταν δυνατό να υλοποιηθούν δίχως τον "μονόδρομο" της "προσαρμογής".
Η "προσαρμογή" και η δημιουργία αποτελεσματικού και ανταγωνιστικού δημόσιου τομέα σημαίνει, κατά κύριο λόγο, την παραχώρηση στην ιδιωτική καπιταλιστική σφαίρα όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χώρου. Ουσιαστικά, το ίδιο το κράτος παραχωρεί μέρος του χώρου που κατείχε, όπως επίσης και αλλάζει την ισορροπία που είχε διαμορφωθεί ως προς τη διανομή του πλούτου, δηλαδή του κοινωνικού προϊόντος. Δεν είναι διόλου τυχαία η εμμονή των διεθνών οργανισμών σε συστάσεις προς την Ελλάδα για επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, ούτε άλλωστε οι αντίστοιχες συστάσεις του Τύπου προς την κυβέρνηση, συστάσεις που εύγλωττα συνοψίζει ο τίτλος άρθρου που αποφαίνεται, "Γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις για χάρη των ξένων επενδυτών" (Αγγελής, 1999).


4. Επίλογος

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από δύο βασικά και αναντίρρητα γεγονότα. Το πρώτο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε πραγματικές κα βαθιές αλλαγές στον καταμερισμό της εργασίας, που βέβαια σε καμία περίπτωση δεν καταργούν τον καπιταλισμό. Πηγή αυτών των αλλαγών είναι οι συνειδητές επιλογές του κεφαλαίου, όσον αφορά τις κατευθύνσεις που λαμβάνει η τεχνολογία και οι μορφές διοίκησης και διεύθυνσης της παραγωγής τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το δεύτερο χαρακτηριστικό που ταυτόχρονα αποτελεί και συνέπεια του πρώτου, είναι ότι επήλθε μια μεγάλη αλλαγή στις ταξικές ισορροπίες υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας.
Υπό το πρίσμα αυτών των αλλαγών πρέπει να ερμηνευτεί η χρήση της έννοιας "παγκοσμιοποίησης" και των αναγκαιοτήτων που γεννά για "προσαρμογή".
Το ερώτημα, επομένως, που τίθεται είναι το εξής: ποια σχέση έχουν μεταξύ τους η σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα, η πολιτική και η διανόηση, με το ιδεολόγημα της "παγκοσμιοποίησης";
Η νομιμοποίηση που αναζήτησε το κεφάλαιο, στην προσπάθεια του για απελευθέρωση από τους περιορισμούς της μεταπολεμικής περιόδου, έκανε επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης μιας θεωρητικής κάλυψης που τελικά βρέθηκε στο θεώρημα της "παγκοσμιοποίησης". Ο στόχος όλων όσων, θεωρητικά, προβάλλουν την έννοια της "παγκοσμιοποίησης" είναι να την παρουσιάσουν σαν μια μη αναστρέψιμη πορεία, η οποία επιτάσσει μια "μοναδική" --εξωτερικά επιβαλλόμενη-- επιλογή κυβερνητικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, ο "μονόδρομος" της "παγκοσμιοποίησης" σημαίνει "προσαρμογή". Όπως τονίζει ο Γ. Μηλιός (2000), η "παγκοσμιοποίηση" "αποτελεί ένα σύνολο δοξασιών και πεποιθήσεων, με βάση το οποίο δικαιολογεί και νομιμοποιεί η αστική πολιτική εξουσία, σε κάθε αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, αλλά ακόμη και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, την άσκηση μιας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης. Μιας πολιτικής που αναδιανέμει το εισόδημα υπέρ της άρχουσας καπιταλιστικής τάξης, που αποδυναμώνει πολιτικά και διασπά την εργατική τάξη και τις συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις της, που καταργεί τα συλλογικά δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργαζομένων στο όνομα των "διεθνών επιταγών" για "πρόοδο της χώρας" και της ατομικότητας".
Αυτό σημαίνει ότι η ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων απόψεων στην κοινωνία υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο οι κρατούντες, διαμέσου των διανοουμένων, έχουν κάνει αποδεκτή από το σύνολο της κοινωνίας την ιδεολογία της άρχουσας τάξης, η οποία μέσω της κοινωνικής συναίνεσης, κατορθώνει να ηγεμονεύει.
Έτσι, τα οποιαδήποτε μέτρα του κεφαλαίου έναντι των δυνάμεων της εργασίας εμφανίζονται σαν "μονόδρομος", με το επιχείρημα ότι "οι οικονομικές επιδόσεις της κάθε χώρας σταθμίζονται πλέον από ξένους επενδυτές και "κερδοσκόπους", οι οποίοι κυριολεκτικά δεν χαρίζονται πουθενά. Δεν μπορείς πια να τους ξεγελάς με πολιτικά τεχνάσματα. Άρα, η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα θα πρέπει να επιτυγχάνει τους στόχους της εξυγίανσης και της ανάπτυξης, ώστε να καθιστά πιο εύρωστη την οικονομία.. .. Η οικονομική πολιτική, λοιπόν, προέχει να εξυπηρετεί την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, κυρίως με την προσέλκυση και την πραγματοποίηση συνεχών επενδύσεων" (Κοτόφωλος 1997).
Ο φόβος, συνεπώς, του "άγνωστου της παγκοσμιοποίησης" λειτουργεί νομιμοποιητικά και συσπειρωτικά για την εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής. Η πίεση της αόρατης αλλά πειστικής "πρόκλησης", δηλαδή της "παγκοσμιοποίησης", είναι που εξαναγκάζει τις εργαζόμενες τάξεις να ανεχθούν ένα οριακό ποσοστό ανεργίας, την πολιτική μόνιμης λιτότητας, τη χειροτέρευση του επιπέδου διαβίωσης κ.ο.κ., ενώ τριάντα χρόνια πριν αυτό ήταν αδιανόητο.
Ταυτόχρονα, ενδυναμώνονται θεσμοί δίχως νομιμοποίηση, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το έλλειμμα δημοκρατίας και η διαφθορά, αφού οι δημοκρατικοί θεσμοί είναι αδύνατο να συντηρηθούν σε μια άνιση κοινωνία. Κάποιος θα ανέμενε, πολύ λογικά, αναγνωρίζοντας καλοπροαίρετα την τάση για "παγκοσμιοποίηση", όχι μόνο το τέλος του εθνικού κράτους, αλλά και το τέλος ή τουλάχιστον την άμβλυνση των εθνικισμών ανά τον κόσμο, τη μείωση του τοπικιστικού πνεύματος, της ξενοφοβίας κ.λπ. Όμως, η πραγματικότητα δείχνει ότι στην "εποχή της παγκοσμιοποίησης" ξαναγεννιέται το πνεύμα του εθνικισμού και του τοπικισμού, αναθερμαίνονται φυλετικά και εθνικά πάθη, αυξάνονται τα περιοριστικά μέτρα των Δυτικών ανεπτυγμένων κρατών όσον αφορά τη μετανάστευση και εντείνεται η τάση προς το μυστικισμό και τη θρησκοληψία.
Για παράδειγμα, ένα τέτοιο ρόλο έχει αναλάβει τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων και η ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδος, που διαμέσου του εκπροσώπου της Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου χρησιμοποιεί συστηματικά την κινδυνολογία της "καταστροφικής παγκοσμιοποίησης", γεννώντας συλλογικές φοβίες και αντιδράσεις για μια δήθεν πολιτιστική ομογενοποίηση που στην πραγματικότητα είναι αμφισβητήσιμο αν και κατά πόσο υπάρχει, στην ένταση με την οποία περιγράφεται και προβάλλεται.
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στην ομιλία του στο Σύνταγμα, στις 21 Ιουνίου 2000, μεταξύ άλλων λέει: "Η εκκλησία. .. αποδέχεται τα περισσότερα οικονομικά και αναπτυξιακά μεγέθη της παγκοσμιοποίησης... Αλλά δεν αποδέχεται το πολιτισμικό μέρος της, που αποβλέπει στην ομογενοποίηση των λαών. ..". Η χρήση της κινδυνολογίας ως ρητορικού μέσου γεννά το φόβο απέναντι σε κάτι το ασαφές και τελικά καταλήγει στην υποταγή ή στην λαθεμένη αντίδραση. Οι θεωρίες της συνομωσίας κυριαρχούν, θεωρώντας ως συνωμότες κατά του συνόλου των λαών άλλοτε την "πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ" ή την Ε.Ε., ενώ άλλοτε χαρακτηρίζοντας την παγκοσμιοποίηση ως "όργανο του παγκόσμιου εγκλήματος" (Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος 1999).
Οι υπερβολές περί μιας "παγκόσμιας κοινωνίας και οικονομίας" ή μιας "πολιτιστικής ομοιογενοποίησης" γεννούν εύλογα τις υπερβολές και τις φοβίες περί της "διάλυσης των εθνικών ταυτοτήτων και γλωσσών" (Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, 1999), κ.ο.κ. Έτσι, εκεί που θεωρούσαμε πως ο διαχωρισμός της πολιτείας από την εκκλησία στην Ελλάδα ήταν ένα, έστω και σιωπηρά, ξεκαθαρισμένο ζήτημα, ξαφνικά η "παγκοσμιοποιητική" ιδεολογία αφυπνίζει εθνικιστικά και τοπικιστικά στοιχεία, τα οποία σπεύδουν να διαχειριστούν πολιτικά οι Ορθόδοξοι φωστήρες (και βέβαια να αυξήσουν την μαζικότητα και τα "κέρδη" τους).
Ο χαρακτηρισμός της "παγκοσμιοποίησης" ως ιδεολογήματος δεν σημαίνει τόσο ότι αποτελεί μια ψευδή πρόταση, όσο μια προσπάθεια εμφάνισης μιας ταξικής επιλογής ως συμφέρον όλης της κοινωνίας. Έτσι, αυτό που θεωρεί ως "απίστευτο" για την παγκοσμιοποίηση ο Κ. Βεργόπουλος (1999γ, σ. 326), δηλαδή "ότι γίνεται αποδεκτή ως αναγκαία και απαράκαμπτη εξυγιαντική προτεραιότητα ακόμη και από μέρος των εκατομμυρίων θυμάτων της", για εμάς αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα της ηγεμονικής και νομιμοποιητικής δύναμης του όρου και των ιδεολογικών μηνυμάτων που αυτός φέρει.
H "παγκοσμιοποίηση" παρουσιάζεται ως μια μη αναστρέψιμη πορεία και ωθούνται να πεισθούν οι εργαζόμενοι περί του "αναπόφευκτου" των εφαρμοζόμενων πολιτικών, ακριβώς διότι έχει διαμορφωθεί γύρω από τον εν λόγω όρο ένα ιδεολογικό σύμπλεγμα και μια κοσμοαντίληψη, που αναπαράγει μια συναινετική ατμόσφαιρα "κοινής μοίρας" και "εθνικής προσπάθειας". Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί και ηγεμονεύει, αξιοποιώντας τα επιχειρήματα περί της "παγκοσμιοποίησης των οικονομιών", τα οποία υποτίθεται ότι επιτάσσουν ως "εθνικό συμφέρον" την προσαρμογή της χώρας στις επιταγές της "νέας εποχής", δηλαδή της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.
Για να αντιστραφεί το κλίμα, πιστεύουμε ότι χρειάζεται να δώσουμε βάρος στην προτροπή που κάνει ο Κ. Βεργόπουλος (1999γ) ότι, "... πρέπει και η αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα να εγκαταλείψουν την ιδέα του μονόδρομου που έχει επιβληθεί την τελευταία δεκαετία σε συνθήκες ιδεολογικού κενού και να καταλάβουν ότι οφείλουν και μπορούν να διεκδικήσουν μεταβολή της οικονομικής πολιτικής".

Βιβλιογραφία
Αγγελής Γιάννης, (1999), "Γρήγορες ιδιωτικοποιήσεις για χάρη των ξένων επενδυτών", Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 20/ 6/ 99, σ. 116.
Αλτουσέρ Λουί, (1994), Θέσεις (1964-1975), Αθήνα: Θεμέλιο.
Ανδριανόπουλος Ανδρέας, (1999α), "Ο Νόαμ Τσόμσκι, η Παγκοσμιοποίηση και ο Φόβος του Καινούργιου", Τα Νέα, 3/7/1999, σ. Ν17.
________, (1999β), "Το σύνδρομο του κακομοίρη", Τα Νέα, 15/7/99, σ. Ν07.
________, (2000), "Παγκοσμιοποίηση", Τα Νέα, 1/4/00, σ. R14.
Βεργόπουλος Κώστας, (1999α), "Μεταδημοκρατική εποχή", Τα Νέα, 9/9/99, σ. Ν06.
________, (1999β), "Η αδύνατη παγκοσμιοποίηση", Τα Νέα, 2/12/99, σ. Ν06.
________, (1999γ), Παγκοσμιοποίηση η μεγάλη χίμαιρα, Αθήνα: Λιβάνη.
________, (2000α), "Αισιοδοξία", Τα Νέα, 13/1/00, σ. Ν06.
________, (2000β), "Ουασιγκτόνια συναίνεση", Τα Νέα, 10/2/00, σ. Ν06.
Γαλιάτσος Παναγιώτης & Ρούσσος Βρανάς, (2000), "Παγκοσμιοποίηση", Τα Νέα, 1/4/00, σ. R14.
Γραμματικός Νίκος, Δημήτρης Α. Κατσορίδας & Γιώργος, Κολλιάς, (2000), "Οι επιπτώσεις της "παγκοσμιοποίησης" στον κόσμο της εργασίας", Ενημέρωση, 61-62.
Διακογιάννης Γιάννης, (2000), "Βεργόπουλος-Μουζέλης: Ποιος φοβάται την παγκοσμιοποίηση;", Τα Νέα, 15/3/00, σ. Ν14.
Δημητράκος Δημήτρης 1998, "Ποιος φοβάται την παγκοσμιοποίηση", Το Βήμα, 22/2/98.
________, (2000), "Τι απέγινε ο ιμπεριαλισμός;", Το Βήμα, 20/8/00.
________, (2001), "Παγκοσμιοποίηση και αγοραφοβία", Το Βήμα, 18-03-01, σ. Α67.
Fischer Stanley, (2000), Globalization: Valid Concerns?, Ομιλία σε συνέδριο της Federal Reserve Bank of Kansas City, Jackson Hole, Wyoming, Σεπτέμβριος.
Ζανιάς Π. Γιώργος. (2000), "Η πορεία προς τη Νέα Οικονομία", Το Βήμα, 25/3/00.
ΙΝ.Ε/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, (2000), Η Ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση.
Ιωακειμίδης Κ. Π. (1999), "Ελλάδα και παγκοσμιοποίηση", Τα Νέα, 24/9/99, σ. Ν06.
Ιωακείμογλου Ηλίας, (1999), Η ΟΝΕ, οι μισθοί και η ανεργία, Αθήνα: ΙΝΕ-ΓΣΣΕ.
Κατσορίδας A. Δημήτρης, (1999), Ο Μύθος της παγκοσμιοποίησης. Οι μεταμορφώσεις του ιμπεριαλισμού, Αθήνα: Καμπύλη.
Καϊμάκης Ν., (1998), "Παγκοσμιοποίηση: ο θρίαμβος του κεφαλαίου", Η Αυγή, 9/8/1998.
Κοτζιάς Ν., (1993), Κράτος και πολιτική. Η διαλεκτική του κράτους, Αθήνα: Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη, σσ. 372-373.
________, (1998), "Κατακερματισμός και παγκοσμιοποίηση", στο Μπάρμπερ Μπέντζαμιν, Ο Κόσμος των Mac Κόντρα στους Τζιχάντ, Άγγελος Φιλιππάτος (μεταφρ.), Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 9-50.
________, (1999), "Θεωρίες για την παγκοσμιοποίηση και οι ασυμμετρίες της πραγματικότητας", στο Μπέκ Ούρλιχ, Τι είναι παγκοσμιοποίηση;, μετάφραση Γιώργος Παυλόπουλος, Αθήνα: Καστανιώτης, σσ. 11-53.
Κοτώφολος Γ., (1997), "Παγκοσμιοποίηση; Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε...", Η Καθημερινή, 30/11/1997
Krugman Paul, (1994), "Competitiveness: a Dangerous Obsession", Foreign Affairs, 77, 2, σ. 28-45.
________, (1995), "Growing World Trade: Causes and Consequences", Brookings Papers on Economic Activity, 1, 1995, σσ. 327-362.
Λίποβατς Θάνος, (2000), "Η σύγχρονη νεωτερικότητα: Παγκοσμιοποίηση και ατομικισμός", Το Βήμα, 18/2/00, σσ. 14-15.
Λουκής Ν. Ευριπίδης, (2001), "Η πρόκληση της σύγχρονης τεχνολογίας", Ημερησία, 20-21/1/2001.
Λυμπεράκη Αντιγόνη, (1999), "Εισαγωγή", στο Γκρέϊ Τζών, Απατηλή αυγή: Οι αυταπάτες του παγκόσμιου καπιταλισμού, Θάνος Χατζόπουλος (μετάφραση), Αθήνα: Πόλις.
Λύτρας Ν. Ανδρέας, (2000), Κοινωνία και εργασία: Ο ρόλος των κοινωνικών τάξεων, Αθήνα: Παπαζήσης.
Μελάς Κώστας, (1999), Παγκοσμιοποίηση. Νέα φάση διεθνοποίησης της οικονομίας: Μύθοι και πραγματικότητα, Αθήνα: Εξάντας.
Μηλιός Γιάννης, (1997), Θεωρίες για τον παγκόσμιο καπιταλισμό, Αθήνα: Κριτική.
________, (2000), "Η "συμβολική" ¨σημασία της Πράγας. Πώς αντιπαλεύεται η "παγκοσμιοποίηση"", Εποχή, 8/10/2000.
Μιχαήλ Σάββας, (1997), "Η παγκοσμιοποίηση πέρα από το μύθο", Άρδην, Μάιος-Ιούνιος, σσ. 48-50.
Μπιτσάκης Ευτύχης, (2000), "Παγκοσμιοποίηση", Τα Νέα, 22/12/00, σ. Ν06.
Μποτόπουλος Κώστας, (1999), "Όχι μόνο καταναλωτές", Τα Νέα, 6/12/99, σ. Ν06.
Ναξάκης Χάρης, (1997), "Η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής", Άρδην, 8, Μάιος-Ιούνιος, σσ. 52-54.
Παπαντωνίου Γιάννος, (2000), Η ελληνική οικονομία απέναντι στις προκλήσεις της νέας εποχής,, Ομιλία του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην εκδήλωση του Ελληνο-αμερικανικού Επιμελητηρίου, Αθήνα, 4/12/2000.
Πελαγίδης Θοδωρής (επιμελ.), (1994), Η νέα παγκόσμια οικονομία, Αθήνα: Εξάντας.
Πουλαντζάς Ν., (1984), Για τον Γκράμσι, Αθήνα: Πολύτυπο.
Σακελλαρόπουλος Σπύρος, (2000), "Η μυθολογία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης", Τετράδια Εργασίας, Αθήνα: Πάντειο Πανεπιστήμιο, 41.
Σημίτης Κώστας, (1997), Ομιλία του Πρωθυπουργού στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για την Οικονομία, Αθήνα, 19/5/97.
________, (2000α), "Για μια Προοδευτική Διακυβέρνηση στον 21ο Αιώνα", Το Βήμα, 28/5/00, σσ. Α1 και Α4.
________, (2000β), Ομιλία στην "Ημερίδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την Προοδευτική Διακυβέρνηση", Αθήνα, 5/7/00.
________, (2000γ), Προγραμματικές δηλώσεις, Αθήνα, 22/4/2000.
Σκανδαλίδης Κώστας, (2000), "Πέντε προτάσεις για μια πολιτική απασχόλησης", Τα Νέα.
Σταμάτης Κώστας, (2000α), "Παγκοσμιοποίηση και εθνικό κράτος", Κυριακάτικη Αυγή, 28/5/00, σ. 31.
Σταμάτης Γιώργος, (2000β), "Περί παγκοσμιοποίησης", Ουτοπία, 38, Ιανουάριος - Φεβρουάριος, σσ. 8-12.
Τάσιος Θ.Π. (1999), "Η παγκοσμιοποίηση και το μέλλον του κράτους", Το Βήμα, 24/10/99.
Τομπάζος Σταύρος, (1999), Παγκοσμιοποίηση & Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Τσεκούρας Ι. (2000), "Έχει Ηθική ο Καπιταλισμός;", Το Βήμα, 19/11/00.
Χαραλάμπης Δημήτρης, (1998), Δημοκρατία και παγκοσμιοποίηση, Αθήνα: Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα.
Χριστοδουλάκης Νίκος, (1999α), "Η πρόοδος και οι ευκαιρίες", Τα Νέα, 20/3/99, σ. Ι 06.
________, (1999β), "Παγκοσμιοποίηση: Ιδεολογική διάσταση και συνέπειες", Οικονομικός Ταχυδρόμος, 24/6/99, σσ. 70-71.
Χριστόδουλος, (1999), Ομιλία στο Συνέδριο "Συνάντηση των Αθηνών '99", Ανεξαρτησία και Ειρήνη, ΚΕΑΔΕΑ, 13, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος, σσ. 18-19.
________, (2000α), Ομιλία στο γεύμα των ξένων ανταποκριτών, Αθήνα, 31/5/00.
________, (2000β), Ομιλία στο Σύνταγμα, Αθήνα, 21/6/00.
Χωρίς Όνομα, (1996), "The C-word Strikes Back", The Economist, 1/1/96.