Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΥ: ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ
του Χρόνη Πολυχρονίου

Ο εθελοντισμός έχει έρθει και πάλι στην επιφάνεια στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες -ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ εξαπλώνεται επίσης με ταχύτητα στη Δυτική Ευρώπη-- ως μία εναλλακτική λύση απέναντι στις ευρύτερες κοινωνικές πολιτικές του κράτους. Η εντύπωση που συχνά δίνεται είναι ότι η εθελοντική ενασχόληση είναι η απάντηση στα πελώρια κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εκατομμύρια των φτωχών σήμερα καθώς και στις αυξανόμενες ταξικές ανισότητες και στην κοινωνική πόλωση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μήνυμα του εθελοντισμού προβλήθηκε με τον πιο έντονο τρόπο κατά τη διάρκεια μίας διάσκεψης διάρκειας τριών ημερών που διεξήχθη τον Απρίλιο 1997 στην πόλη της Φιλαδέλφειας. Αυτή ήταν στην πραγματικότητα η πρώτη επίσημη εκδήλωση του εγχειρήματος της κυρίαρχης τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες να κερδίσει υποστηρικτές στο όραμα της του εθελοντισμού.
Η διάσκεψη που αποκλήθηκε "Σύνοδος Κορυφής για το Μέλλον της Αμερικής", οργανώθηκε από τον τότε πρόεδρο Κλίντον και τρεις πρώην αμερικανούς προέδρους, το μισό υπουργικό συμβούλιο, περισσότερους από εκατό δημάρχους, πολυάριθμες πλούσιες διασημότητες από το χώρο του θεάματος καθώς και στρατηγούς, ενώ συμμετείχαν εκατοντάδες επιχειρηματίες και θρησκευτικοί ηγέτες. Οι ομιλητές, ο ένας μετά τον άλλον, επαναλάμβαναν την ιδέα πως μόνο οι εθελοντές θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων της Αμερικής -ιδίως της άθλιας κατάστασης των παιδιών που είχαν εγκαταλειφθεί εξαιτίας των περικοπών του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού. Ο ίδιος ο Κλίντον αναφέρθηκε σε αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα δηλώνοντας ότι τα φτωχά παιδιά της Αμερικής (εκατομμύρια, και κυρίως μαύρα) αντιμετωπίζουν "προβλήματα της ανθρώπινης καρδιάς", τα οποία "μπορούν να επιλυθούν μόνο όταν υπάρχει άμεση προσωπική σχέση". Η "λύση των εθελοντών" που πρότεινε η σύνοδος εκφράστηκε καλύτερα από τον στρατηγό Κόλιν Πάουελ (σημερινό υπουργό Εξωτερικών): "Όλοι μας μπορούμε να διαθέσουμε 30 λεπτά την εβδομάδα ή μία ώρα την εβδομάδα. Όλοι μας μπορούμε να δώσουμε ένα επιπλέον δολάριο. Όλοι μας μπορούμε να αγγίξουμε κάποιον που δεν μας μοιάζει. .. αλλά μας έχει τόσο μεγάλη ανάγκη στη ζωή του".
Η "Σύνοδος Κορυφής για το Μέλλον της Αμερικής" ήταν η κορύφωση περίπου 20 χρόνων συντηρητικής επίθεσης εναντίον του αμερικανικού κοινωνικού κράτους. Από τη στιγμή της εκλογής του Ρόναλντ Ρέιγκαν στην προεδρία το 1980, οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις κήρυξαν ανοιχτό πόλεμο στους φτωχούς και στους ίδιους τους θεσμούς που είχαν σχεδιαστεί για να παρέχουν την ελάχιστη αρωγή στους απόρους της Αμερικής. Στη διάρκεια της δεκαετίας του '90, οι φιλελεύθεροι ακολούθησαν επίσης αυτό το ρεύμα και στις αρχές του Αυγούστου 1996 ο πρόεδρος Κλίντον επικύρωσε ένα νομοσχέδιο για την πρόνοια που ουσιαστικά έθετε τέρμα σε 61 χρόνια ομοσπονδιακής εγγύησης για τις χρηματικές παροχές προς τις φτωχότερες οικογένειες της Αμερικής και έδινε στις πολιτείες την εξουσία να διευθύνουν τα δικά τους προγράμματα πρόνοιας και εργασίας2.. Ο Γερουσιαστής της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, Daniel Patrick Moyhihan, αυθεντία στη Γερουσία για θέματα πρόνοιας, περιέγραψε το νομοσχέδιο ως "την πιο βάναυση πράξη κοινωνικής πολιτικής από την εποχή της Ανασυγκρότησης"3.
Η επίθεση κατά του κοινωνικού κράτους στις Ηνωμένες Πολιτείες υποκινήθηκε από αρκετούς παράγοντες: τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, τη ριζική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και τη μετατροπή του κράτους σε ένα εργαλείο επέκτασης στο εξωτερικό προς το συμφέρον του χρηματιστικού κεφαλαίου και των πολυεθνικών. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδεολογία έπαιξε βεβαίως ένα πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της δημόσιας συνείδησης για την αναγκαιότητα της περικοπής προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας. Συντηρητικοί κοινωνικοί επιστήμονες όπως ο Charles Murray, o Laurence Mead και ο Thomas Sowell μεταξύ άλλων, ηγήθηκαν της ιδεολογικής εκστρατείας με στόχο τη "μεταρρύθμιση της πρόνοιας", υιοθετώντας απόψεις που μετατόπιζαν τις εξηγήσεις για τη φτώχεια από τους δομικούς οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες στην "ατομική παρεκκλίνουσα συμπεριφορά" και την "επιλογή"4. Θυμίζοντας εξηγήσεις για τις αιτίες της φτώχειας διάχυτες τον καιρό των φτωχοκομείων και των Ελισαβετιανών νόμων για τους φτωχούς, η ύπαρξη της φτώχειας αποδιδόταν στη νωθρότητα εκ μέρους των φτωχών ως αποτέλεσμα των προγραμμάτων της Μεγάλης Κοινωνίας (Murray), την απουσία προτεσταντικής ηθικής για την εργασία στο χώρο των μαύρων (Sowell), και την έλλειψη κινήτρων (Mead).
Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο του επαναπροσανατολισμού του κράτους και των αυξανόμενων κοινωνικών προβλημάτων, ο εθελοντισμός προωθείται σήμερα ως η απάντηση στα πελώρια κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες προχωρημένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Αποτελεί, όμως, πράγματι ο εθελοντισμός την απάντηση στα κοινωνικά προβλήματα (φτώχεια, έγκλημα, ναρκωτικά, ρατσισμός και αποξένωση) που προκαλεί η νεοφιλελεύθερη γενικευμένη επίθεση κατά του κοινωνικού κράτους; Σε αυτή την εργασία, θα υποστηρίξω ότι ενώ η εθελοντική δράση ως πρακτική συμβάλει στην κοινωνική αλλαγή και την ενίσχυση της κοινότητας (επομένως δεν ευσταθεί το επιχείρημα ότι υπάρχει μία βαθιά διχοτομία μεταξύ κράτους και εθελοντικής δράσης εκ μέρους των πολιτών), ο εθελοντισμός που προτείνεται σαν υποκατάστατο της δραστηριότητας του κράτους στο πεδίο της κοινωνικής πρόνοιας δεν αποτελεί μόνο μία λανθασμένη πολιτική, καθώς δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα να αντιμετωπίσει τα αυξανόμενα και βαθιά ριζωμένα δομικά κοινωνικά προβλήματα της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά και μία επικίνδυνη ιδεολογική προδιάθεση, καθώς αποσκοπεί στην αλλαγή της φύσης της πολιτικής αντιπαράθεσης από τη δημόσια στην ιδιωτική σφαίρα, από την ευθύνη του κράτους για τους πολίτες του προς τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες των φτωχών.

"Ελεύθεροι χώροι" κοινότητας. Η απάτη του Εθελοντισμού.

Προτείνω εδώ, σε πολύ γενικές γραμμές, μία διάκριση ανάμεσα στη συμμετοχή των πολιτών με τη μορφή της συλλογικά οργανωμένης εθελοντικής δράσης (κοινοτική εργασία) και του εθελοντισμού (ιδιωτική δράση που κατευθύνεται από το κράτος και τις μεγάλες επιχειρήσεις). Έπειτα προχωρώ στην παρουσίαση αυτού που αποκαλώ η απάτη του εθελοντισμού.
Η συνολική διαδικασία της συμμετοχής των πολιτών με τη μορφή της συλλογικά οργανωμένης εθελοντικής δράσης είναι το αποτέλεσμα προσπαθειών για την επανάκτηση και την επέκταση της δημόσιας σφαίρας και για την προώθηση της υποστήριξης των δημόσιων αγαθών. Όταν ακτιβιστές σε αστικές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών προσπαθούν να κινητοποιήσουν το κοινό εναντίον των περικοπών σε κοινωνικά προγράμματα, οργανώνουν συναντήσεις και διασκέψεις για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της αστυνομικής βαναυσότητας και συγκεντρώνουν χρήματα για την υποστήριξη των ανύπαντρων μητέρων, όταν ακτήμονες αγρότες στη Βραζιλία, το Περού και άλλες χώρες της Νότιας Αμερικής συμμετέχουν σε διαδηλώσεις και χρησιμοποιούν διάφορα άλλα μέσα κοινωνικής διαμαρτυρίας, επιδιώκοντας να σπάσουν το μονοπώλιο της τεράστιας αγροτο-βιομηχανίας, όταν αγρότες στην Ινδία συγκροτούν τις δικές τους κολεκτίβες, όταν γυναίκες στην Αφρική φτιάχνουν τις δικές τους αγορές -όλες αυτές οι μορφές συμμετοχής των πολιτών βασίζονται στη συλλογικά οργανωμένη εθελοντική δράση που αμφισβητεί άμεσα το status quo και επιζητεί περισσότερο να βαθύνει τον δημοκρατικό έλεγχο της κοινωνίας παρά να επεκτείνει την αγορά5. Στην πραγματικότητα, το διακριτό χαρακτηριστικό αυτής της μορφής συμμετοχής των πολιτών είναι η αντίθεσή της στο πλαίσιο των θεσμοθετημένων κανόνων (καπιταλιστικές αξίες-αρχές) και η θεώρηση των κοινωνικών προβλημάτων που περιβάλλουν μία κοινότητα ως αντανάκλαση της συστημικής λειτουργίας του δεδομένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος.
Αν η συλλογικά οργανωμένη εθελοντική δράση συνδέεται με αυτόνομα οργανωτικά δίκτυα και κοινωνικά κινήματα που επιδιώκουν τη διαμόρφωση μίας προοδευτικής στρατηγικής δια μέσου της άμεσης συμμετοχής6, ο εθελοντισμός είναι μία στρατηγική συσσωμάτωσης και νομιμοποίησης που προωθείται από την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ελίτ υπό το πρίσμα του επαναπροσατολαισμού του κράτους κάτω από την επιρροή των αρπακτικών δυνάμεων της παγκόσμιας αγοράς7 και όχι, όπως συχνά παρουσιάζεται ακόμη και από ορισμένους αποκαλούμενους προοδευτικούς, ως μία βιώσιμη εναλλακτική λύση απέναντι στη συμμετοχή των πολιτών με στόχο τον μετασχηματισμό του πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού τομέα και την επίσπευση της δημοκρατικής διαδικασίας. Όπως έδειξε με την εξαιρετική διορατικότητα του, ο Alexis de Tocqueville στα κείμενα του για την Αμερικανική δημοκρατία πριν από ενάμισι αιώνα, η εξάπλωση του εθελοντισμού στην Αμερική εξυπηρετούσε την αποδυνάμωση της μαζικής, ριζοσπαστικής πολιτικής δράσης παρά την προώθηση της κοινωνικής δημοκρατίας8. Είναι βέβαιο πως ο εθελοντισμός δεν δημιουργεί "ελεύθερους χώρους" κοινότητας. Αντιθέτως, επεκτείνει το πεδίο της δημόσιας σφαίρας που εκχωρείται στον ιδιωτικό έλεγχο καθώς το κοινωνικό επίπεδο της συμμετοχής των πολιτών ενορχηστρώνεται από το ίδιο το κράτος και διαμεσολαβείται από τον ιδιωτικό τομέα.
Ο εθελοντισμός ήταν πάντοτε η ιδεολογία των πλούσιων και των ισχυρών. Στόχος του είναι η δημιουργία δεσμών εξάρτησης, υποταγής και δουλοπρέπειας μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών. Καθώς βασίζεται στη φιλανθρωπία των πλουσίων, συγκαλύπτει την εκμετάλλευση των φτωχών και την ανισότητα των κοινωνικών τάξεων. Καθ΄ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, τα καλάθια με τα τρόφιμα στις γιορτές και λίγες ώρες εθελοντικής εργασίας από τους πλούσιους χρησίμευαν ως συμβολικές χειρονομίες ενδιαφέροντος για τα δεινά των φτωχών.
Με την άνοδο των εργατικών σωματείων, των πολιτικών κομμάτων που στηρίζονταν στους εργαζόμενους, των ταραχών στις πόλεις και των μαζικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, ο εθελοντισμός απωθήθηκε ουσιαστικά στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας. Οι εργάτες σε όλο τον κόσμο είδαν την κοινωνική ασφάλιση, την απασχόληση και την αξιοπρεπή στέγαση όχι ως ζητήματα εξαρτώμενα από τις ιδιοτροπίες των πλουσίων αλλά ως κοινωνικά δικαιώματα. Ανέλυσαν ορθά τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα ως κατ' ουσίαν πολιτικό ζήτημα, στο οποίο το κράτος και οι κυρίαρχες τάξεις διαδραμάτιζαν αποφασιστικό ρόλο.
Απέρριψαν τα κηρύγματα των θρησκευτικών αρχών και των πλούσιων ευεργετών τους που έψελναν το τροπάρι της "προσωπικής ευθύνης" τους: τα εκατομμύρια των φτωχών που ζούσαν σε τρώγλες δεν μπορούσαν να αποδοθούν στην "προσωπική ανευθυνότητα".
Οι περισσότεροι εργάτες συνειδητοποίησαν ότι τα προβλήματα της φτώχειας εντοπίζονταν στο οικονομικό σύστημα και στην κυβερνητική πολιτική -χαμηλοί μισθοί για τους εργαζομένους, διοχέτευση κρατικών εσόδων για την επιδότηση των πλούσιων τάξεων, υψηλά ενοίκια και ανεπαρκής συντήρηση των κατοικιών από τους ιδιοκτήτες. Η εμπειρία τους τούς έμαθε ότι ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα που δημιουργεί πλούτο για τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής δια μέσου της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης των εργατών, ενώ η καπιταλιστική τάξη και οι θεσμοί της υποτάσσονται, χειραγωγούνται και ελέγχονται από τους πλούσιους και ισχυρούς. Αφού, επομένως, υπήρχαν κοινά κοινωνικοοικονομικά αίτια που προκαλούσαν γενικευμένα κοινωνικά αποτελέσματα, οι μόνες βιώσιμες λύσεις θα ήταν μία συλλογική αντίδραση σε έναν κοινό αντίπαλο.
Ο πατερναλισμός και η ταπείνωση ήταν βαθιά ριζωμένες σε μία σχέση όπου οι πλούσιοι πατρονάριζαν τους δουλοπρεπείς φτωχούς, οι οποίοι σε αντάλλαγμα για την ελεημοσύνη έπρεπε να δείξουν την αρμόζουσα ευγνωμοσύνη σε εκείνους που τους πλήρωναν χαμηλά ημερομίσθια, χρέωναν υπέρογκα ενοίκια και ζούσαν σε πολυτελείς κατοικίες.
Η ιδέα του εθελοντισμού βασίζεται σε μία σειρά υποθέσεων: Πρώτον, ότι τα άτομα είναι πιο κατάλληλα από το κράτος να επιλύουν τα κοινωνικά προβλήματα. Δεύτερον, ότι οι αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων είναι ριζωμένες στη συμπεριφορά και τις ιδιότητες των ατόμων παρά στις σχέσεις ιδιοκτησίας ή στον κοινωνικό προσανατολισμό του κράτους. Τρίτον, ότι τα κρατικά προγράμματα μπορούν να αντικατασταθούν από ατομικές ή ιδιωτικές πρωτοβουλίες "πολιτών". Και, τέλος, στην υπόθεση ότι το κράτος έχει άλλου είδους υποχρεώσεις -να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό, να εξασφαλίσει την επιδότηση των πλουσίων, να μειώσει τους φόρους των επιχειρήσεων- που έχουν προτεραιότητα σε σχέση με την διάθεση χρημάτων για τα κοινωνικά προβλήματα.
Το κλειδί της εξήγησης για την προσφυγή στον "εθελοντισμό" είναι η μαζική απομάκρυνση των κρατικών παροχών και της δημοσιονομικής πολιτικής από τα κοινωνικά προβλήματα στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός οικονομικού περιβάλλοντος μέσω μονεταριστικών παρεμβατικών πολιτικών που ωφελούν τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλούσιους. Επομένως, ενώ οι κυβερνήσεις διογκώνονται και οι δραστηριότητές τους στρέφονται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση του κεφαλαίου (οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν σε όλες τις προχωρημένες καπιταλιστικές κοινωνίες τα τελευταία 20 χρόνια δεν οδήγησαν σε συρρίκνωση των κυβερνήσεων, αντιθέτως οι κυβερνήσεις διογκώθηκαν σε κάθε χώρα του ανεπτυγμένου βιομηχανικού κόσμου), περικόπτεται η χρηματοδότηση άλλων προγραμμάτων. Οι διογκωμένες κυβερνήσεις για τους πλουσίους ευημερούν, ενώ τα κοινωνικά προγράμματα μαραζώνουν ή εξαφανίζονται. Όμως τα κοινωνικά προβλήματα επιμένουν και γίνονται όλο και βαθύτερα. Και η εμπιστοσύνη του κοινού προς τις κυβερνήσεις μειώνεται με γεωμετρική πρόοδο9.
Εδώ εισέρχεται στο προσκήνιο ο εθελοντισμός -πρώτα ως ιδεολογία και έπειτα ως μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Στην ιδεολογική του μορφή, ο εθελοντισμός εκτρέπει την προσοχή από τον ρόλο της διογκωμένης κυβέρνησης προς όφελος των πλουσίων. Επιτίθεται στη "διογκωμένη κυβέρνηση" και ζητεί την κατάργηση των κονδυλίων που προορίζονται για παροχές. Δεύτερον, μετατρέπει τα κοινωνικά προβλήματα σε ατομικά, προκαλώντας έτσι την αποπολιτικοποίηση του κοινού. Τρίτον, υποστηρίζει ότι οι εκκλήσεις στη συνείδηση των πλουσίων για εθελοντικές εισφορές μπορούν να αντισταθμίσουν την απουσία κοινωνικής πολιτικής που χρηματοδοτείται από φόρους και την κρατική ρύθμιση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Το αίτημα του εθελοντισμού εμπεριέχει την έννοια της άμισθης εργασίας για την εκτέλεση κοινωνικών υπηρεσιών. Η έννοια αυτή εφαρμόζεται με ιδιαίτερη επιλεκτικότητα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με ομάδες χαμηλού εισοδήματος. Κανένας πολιτικός ή επιχειρηματίας δεν θα σκεφτόταν να εργαστεί στον τομέα του εθελοντικά, κανένα στέλεχος επιχειρήσεων δεν θα αντιμετώπιζε ευνοϊκά την πρόταση για μία ανώνυμη εταιρία που θα διευθύνεται από άμισθους εθελοντές χωρίς κόστος. Αντιθέτως, οι μισθοί στις μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις αυξάνονται παράλληλα με την έκκληση για περισσότερη άμισθη εθελοντική εργασία για τους φτωχούς. Οι σύμβουλοι επιχειρήσεων και επενδύσεων αρχίζουν να χρεώνουν για τις υπηρεσίες τους από τη στιγμή που ο πελάτης τους εισέρχεται στο γραφείο τους, από τη στιγμή που σηκώνουν το τηλέφωνο τους ή υπαγορεύουν μια επιστολή. Ενώ όμως ο τρόπος της επιχειρηματικής δραστηριότητας κοστολογεί το χρόνο με μεγάλη ακρίβεια, οι συνολικές αμοιβές για την κοινωνική εργασία ολοένα μειώνονται.
Ενώ στον κόσμο των επιχειρήσεων η υπόθεση είναι ότι τα μεγαλύτερα οικονομικά κίνητρα για την επιχειρηματική ελίτ βελτιώνουν την ποιότητα και αυξάνουν την ποσότητα της παραγωγής, η υπόθεση στις κοινωνικές υπηρεσίες είναι ότι οι "ηθικές εκκλήσεις" στις ατομικές συνειδήσεις μπορούν να εξασφαλίσουν ποιοτικά αποτελέσματα μακράς διάρκειας. Σε μία κοινωνία, όμως, όπου οι χρηματικές ανταμοιβές είναι ανταλλάξιμες με ηθική αξία, αυτό αποτελεί μία αμφίβολη υπόθεση. Οι πολιτικοί και οι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου που προωθούν τον εθελοντισμό υπερτονίζουν τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα και υποβαθμίζουν τις κοινωνικές ανάγκες των εργαζομένων. Αναδύεται έτσι ένας μηχανισμός απάτης σε μεγάλη κλίμακα ο οποίος δεν δείχνει τι κάνει το κράτος για τις επιχειρήσεις, ενώ αρνείται τις δυνατότητες που έχει η δραστηριότητα του κράτους να προωθήσει τις πρωτοβουλίες των ανθρώπων.

Οι κίνδυνοι του Εθελοντισμού

Υπάρχουν αρκετά προβλήματα με τη φιλοσοφία-ιδεολογία του εθελοντισμού, μεταξύ των οποίων σημαντικότερα είναι τα εξής:
Πρώτον, η άρνηση ότι τα κοινωνικά προβλήματα είναι δομικά και όχι συγκυριακά (της τρέχουσας στιγμής και εντοπισμένα σε συγκεκριμένες περιστάσεις). Η ύπαρξη της φτώχειας, η κοινωνική πόλωση, το έγκλημα, τα ναρκωτικά και τα άλλα κοινωνικά προβλήματα και παθολογίες που εμφανίζονται στις αστικές περιοχές του ύστερου καπιταλισμού συνδέονται άμεσα με την μείωση της βιομηχανικής απασχόλησης, την μετατόπιση παραγωγικών μονάδων της βιομηχανίας, τη δίψα των επιχειρήσεων για κέρδη και μόνον κέρδη και την αναδιανομή των κρατικών εσόδων προς όφελος του κεφαλαίου των μεγάλων επιχειρήσεων.
Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται από στελέχη επιχειρήσεων και πολιτικούς αξιωματούχους ενσωματωμένους σε σημαντικούς θεσμούς εξουσίας. Οι αποφάσεις αυτές, που πηγάζουν από τις λειτουργίες του συστήματος της ελεύθερης αγοράς και τις σημαντικότερες θεσμικές δομές της εξουσίας στην κοινωνία, είναι η κύρια αιτία πολλών από τα κοινωνικά δεινά μεγάλης διάρκειας και αντοχής. Δεν πρόκειται για προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν με μισή ώρα εθελοντικής εργασίας το Σαββατοκύριακο, όπως πρότεινε ο Κόλιν Πάουελ στη "Σύνοδο Κορυφής για το Μέλλον της Αμερικής". Οι επιχειρηματίες που μεγιστοποιούν το κέρδος τους περικόπτοντας θέσεις εργασίας και απολύοντας χιλιάδες εργαζομένους ενώ ύστερα προσφέρονται να διαθέσουν μισή ώρα ένα Σάββατο απόγευμα για να καθαρίσουν μία αλάνα κάποιας φτωχογειτονιάς ή που οργανώνουν μία εκδρομή το Σαββατοκύριακο για τα παιδιά των ανέργων, υπογραμμίζουν τη ρηχότητα της πρότασης για τον εθελοντισμό και φανερώνουν τον μάλλον δόλιο ιδεολογικό της χαρακτήρα. Ρηχότητα, επειδή φροντίζει για σύντομο διάστημα ένα ελάχιστο τμήμα όσων το έχουν ανάγκη, με όρους που δεν μεταβάλλουν τις βασικές αιτίες του προβλήματος. Ιδεολογικό χαρακτήρα, επειδή ο εθελοντισμός είναι συμβολική προσωπική πράξη, που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τις απρόσωπες δομικές αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.
Δεύτερον, οι υπολογισμοί των ιδιωτικών πόρων και η προθυμία να μοιραστούν κέρδη που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Διάφοροι οργανισμοί σε ολόκληρο τον κόσμο υποστηρίζουν ότι κατακλύζονται από τα αιτήματα φτωχών οικογενειών, πεινασμένων ανέργων και αστέγων. Όσοι ασχολούνται με τον εθελοντισμό επισείουν την προσοχή στην ανεπάρκεια της ιδιωτικής φιλανθρωπίας να αντισταθμίσει τις περικοπές στο κράτος πρόνοιας. Από την άλλη πλευρά, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις απορρίπτουν τις απαιτήσεις των κυβερνήσεων για αύξηση των εισφορών τους, ισχυριζόμενες ότι αυτές αντιτίθενται στην εθελοντική φύση της έκκλησης. Σκοπός των επιχειρήσεων είναι τα κέρδη και όχι η ελεημοσύνη. Ποιος είπε ότι οι περικοπές προσωπικού των επιχειρήσεων αποβλέπουν στην αύξηση των εισφορών για τους φτωχούς και όχι στην αύξηση των κερδών των μετόχων; Με δεδομένη την έκταση και το βάθος των κοινωνικών προβλημάτων στις προχωρημένες καπιταλιστικές κοινωνίες σήμερα, ο όγκος των αναγκαίων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων εισφορών του ιδιωτικού τομέα θα απαιτούσε την επιβολή ενός ιδιωτικού φόρου επί του πλούτου, η είσπραξη του οποίου θα γινόταν εθελοντικά, με εξειδικευμένο προσωπικό και οργάνωση που θα εντόπιζε ομάδες, θα διαμόρφωνε προγράμματα και θα παρείχε τις σχετικές υπηρεσίες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν κατέβαλαν έντονες προσπάθειες για τη μείωση των φόρων για να κάνουν ριζική στροφή και να φορολογήσουν τον εαυτό τους. Οι μεγάλες επιχειρήσεις προσφέρουν χορηγίες για πολιτιστικά γεγονότα και ομάδες με ιδιαίτερο γόητρο και προβολή (όπερα, συμφωνικές ορχήστρες, μουσεία, κ.λπ.) τα οποία παρέχουν ανταλλάγματα στο πεδίο των δημοσίων σχέσεων και τα οποία μπορούν να απολαύσουν τα μέλη των ελίτ. Επιδοτούν επίσης υποτροφίες ή προγράμματα για τους νέους -μία μειονότητα των φτωχών που μπορεί να εκπαιδευθεί σε σχολεία κύρους και να παρουσιαστεί ως παράδειγμα αγαθοεργίας των μεγάλων επιχειρήσεων.
Τρίτον, η υποκατάσταση των ουσιαστικών ανταμοιβών (εξασφάλιση εργασίας, υψηλοί μισθοί, υγειονομική κάλυψη, βρεφονηπιακοί σταθμοί, κ.λπ.) από συμβολικές συγκινησιακές σχέσεις (ρόλος του μέντορα, πρότυπα, κ.λπ.). Ίσως μία από τις πιο δόλιες πλεκτάνες για τη διαιώνιση του μύθου της "προσωπικής ευθύνης" είναι η ιδέα ότι οι προσωπικοί δεσμοί ανάμεσα σε ένα οικονομικά επιτυχημένο άτομο με κύρος και στους φτωχούς των αστικών περιοχών μπορούν να ξεπεράσουν με επιτυχία τα εμπόδια στην κοινωνική κινητικότητα. Η σύλληψη είναι ότι ο "μέντορας" ή το "πρότυπο" μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον φτωχό, να προσφέρει αυτοπεποίθηση και να ενθαρρύνει το δυναμισμό και την επιμονή στην επιδίωξη μόρφωσης, απασχόλησης και σταθερής οικογενειακής ζωής.
Η συλλογιστική αυτή -τόσο κοινή και διαδεδομένη στην αμερικανική κοινωνία-- αποσυνδέει τους επιτυχημένους μέντορες ή τα πρότυπα από τις συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες τους - ένα σκηνικό αφθονίας τελείως απροσπέλαστο για τους φτωχούς εργαζόμενους. Οι μισθοί τους, οι κατοικίες τους, οι θέσεις τους ισχύος και κύρους δεν έχουν τίποτε κοινό με τις ομάδες στις οποίες αυτοί προσβλέπουν. Επιπλέον, θέτοντας τα ζητήματα σε άμεσα προσωπικό επίπεδο, η προσέγγιση αυτή υπονομεύει τη συλλογική κινητικότητα ανάμεσα στους φτωχούς. Ένα περισσότερο οικείο πρότυπο θα ήταν ένας συνδικαλιστής ή ένας ακτιβιστής της τοπικής κοινωνίας που οργανώνει τους φτωχούς, αγωνίζεται εναντίον των κυβερνητικών πολιτικών και της δομής εξουσίας των μεγάλων επιχειρήσεων με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών στέγασης ή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. Οι διασημότητες από το χώρο του πολιτισμού και του θεάματος που κάνουν περιστασιακές εμφανίσεις για τις κάμερες σε υποβαθμισμένες συνοικίες αποτελούν μέρος του προβλήματος, καθώς διαιωνίζουν την ψευδαίσθηση της λάμψης και του ταλέντου σαν λύσεις φυγής. Ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις, όπου οι μέντορες παίρνουν υπό την προστασία τους ένα νέο άνθρωπο, δεν μπορούν να αλλάξουν τη δομή των χαμηλών αμοιβών, τις περικοπές στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδεύση, την αύξηση των δομικών ανισοτήτων. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο μέντορας θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους νέους να γνωρίσουν τη σημασία της κοινωνικής οργάνωσης και του αγώνα, την ανάγκη για τους "φθασμένους" επαγγελματίες να επιστρέψουν και να εργαστούν με τις κοινότητές τους. Όμως δεν είναι αυτός ο ρόλος του μέντορα που έχουν στο μυαλό τους ο Κλίντον, ο Πάουελ, ο Μπους και η χρηματιστική επιχειρηματική ελίτ όταν μιλούν για την ανάγκη του εθελοντισμού προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα κοινωνικά προβλήματα και ο πόνος των φτωχών.
Τέταρτον, η εστίαση της προσοχής στα τοπικά προγράμματα παρά στις ευρύτερες πολιτικές. Από τη φύση του ο εθελοντισμός είναι ένα περιορισμένο εγχείρημα, που διαθέτει λίγους πόρους και επικεντρώνει την προσοχή του σε προγράμματα μικρής εμβέλειας. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να βάψει μερικά κτίρια, να καθαρίσει μία αλάνα, να παράσχει υπηρεσίες μερικής απασχόλησης και ούτω καθεξής. Το προφανές πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι προϋποθέτει πως οι διαθέσιμοι πόροι είναι αυτοί που λείπουν. Δεν κατορθώνει να αναλύσει την εικόνα σε εθνικό επίπεδο και να προσδιορίσει το πελώριο φάσμα πόρων που διοχετεύονται σε άλλες τάξεις της κοινωνίας. Επιπλέον, με δεδομένο τον κοινωνικό χαρακτήρα του εθελοντισμού και τις παραμέτρους της οπτικής του, η προσέγγιση των τοπικών προγραμμάτων δεν συντελεί στην οικοδόμηση ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος. Ούτε προωθεί ένα όραμα μετασχηματισμού. Γίνεται μάλλον αυτοσκοπός: το περισσότερο και καλύτερο που μπορεί να περιμένει κανείς είναι να επιβιώσει στα διάκενα του συστήματος.
Ο εθελοντισμός είναι ουσιαστικά ο φθηνότερος και λιγότερο αποτελεσματικός τρόπος αντιστάθμισης των καταστροφικών κοινωνικών συνεπειών της ελεύθερης αγοράς. Ο εθελοντισμός είναι η επέκταση της επίθεσης της ελεύθερης αγοράς εναντίον των φτωχών και των εργαζομένων. Το συνολικό κόστος για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης μετατοπίστηκε από το κεφάλαιο στον εργάτη. Αυτό το φαινόμενο βεβαίως δεν αποτελεί καινοτομία, καθώς οι πηγές του βρίσκονται στον 18ο αιώνα, στις απαρχές του βιομηχανικού καπιταλισμού πριν από την υιοθέτηση των νόμων για τους φτωχούς και τα εργοστάσια στον 19ο αιώνα.
Πέμπτον, η υπόθεση ότι τα ανειδίκευτα και άμισθα άτομα που απασχολούνται σε σποραδικές δραστηριότητες είναι το ισοδύναμο των καταρτισμένων επαγγελματιών πλήρους απασχόλησης. Η υπόθεση του εθελοντισμού ότι τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα και οι βαθιές κοινωνικές ανάγκες θα μπορούσαν να επιλυθούν με την στρατολόγηση ανειδίκευτων εθελοντών ή την ανακύκλωση άνεργων, είναι ένα χοντροκομμένο αστείο. Τα φτωχά ή κακοποιημένα παιδιά, οι διαρθρωτικά άνεργοι, οι ναρκομανείς και οι άστεγοι αφορούν προβλήματα που απαιτούν την προσοχή επαρκών και καταρτισμένων επαγγελματιών. Οι πολιτικοί ή οι επιχειρηματίες που διαδίδουν τον εθελοντισμό θα πρότειναν, άραγε, την διεύθυνση των μεγάλων επιχειρήσεων και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μετόχων από εθελοντές; Αυτό, θα έλεγαν προφανώς, απαιτεί εξειδίκευση -καταρτισμένα επαγγελματικά στελέχη με τεράστια εμπειρία και γνώση στον τομέα τους. Κανείς δεν θα εργαζόταν με ικανοποιητικά αποτελέσματα χωρίς ουσιαστική υλική ανταμοιβή. Κι όμως, όταν έχουμε να κάνουμε με τον απείρως πιο απαιτητικό στόχο της αντιμετώπισης των προβλημάτων της ανεργίας, της στέγασης, της οικογένειας, της πνευματικής και σωματικής υγείας των ανδρών, γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων, μας λένε πως οι εθελοντές μπορούν να το κάνουν διαθέτοντας "30 λεπτά ή μία ώρα την εβδομάδα" ή "αγγίζοντας κάποιον" (Κόλιν Πάουελ).

Συμπέρασμα

Ο εθελοντισμός, όπως επανήλθε στην επιφάνεια στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες, είναι η ιδεολογία των μεγάλων επιχειρήσεων και των πολιτικών που προωθούν το μινιμαλιστικό κράτος πρόνοιας. Πέρα από τις αρχαϊκές πηγές προέλευσής του στο 18ο αιώνα, αποτελεί την κυνική εκμετάλλευση του νεανικού αλτρουισμού στην υπηρεσία του κέρδους των επιχειρήσεων. Ο εθελοντισμός απευθύνεται στην ατομική ευθύνη σε μία περίοδο ακραίας ανευθυνότητας της ηγεσίας του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου.
Η παρουσίαση των προβλημάτων του εθελοντισμού ως ιδεολογίας δεν απέβλεπε στη δημιουργία μίας αντίθεσης ανάμεσα στην κυβερνητική και την εθελοντική δράση. Η εθελοντική δράση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική και πολιτική ελευθερία. Τα κοινωνικά κινήματα βασίζονται στην εθελοντική δράση και λειτουργούν, πράγματι, ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στη εξουσία της αγοράς και στην εξουσία της κυβέρνησης. Θα ήταν επομένως, λάθος, να σύρουμε μία διχοτομική γραμμή ανάμεσα στην κυβερνητική επέμβαση στο κοινωνικό πεδίο και στις εθελοντικές δραστηριότητες. Ο στόχος αυτού του άρθρου ήταν να αποκαλύψει ότι ο εθελοντισμός αποτελεί την εκδήλωση ενός νέου ιδεολογικού κινήματος στο πλαίσιο του οποίου διαδίδεται από το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο στις προχωρημένες βιομηχανικές χώρες. Και να προκαλέσει έναν διάλογο σχετικά με την πολυπλοκότητα της κοινωνικής δράσης στην εποχή της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας.