Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΕΘΝΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Η ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
του Σπύρου Σακελλαρόπουλου [1]

Περίληψη

Η σύγχρονη προβληματική στο χώρο των Κοινωνικών Επιστημών, ιδιαίτερα μετά την πτώση των ανατολικών καθεστώτων, επικεντρώνεται, σε μεγάλο βαθμό, στις επιπτώσεις που επιφέρει το φαινόμενο της «παγκοσμιοποίησης» και των συνακόλουθων μεταλλαγών στο ρόλο και τις αρμοδιότητες του κράτους λόγω της δημιουργίας νέων ή της αναβάθμισης παλαιών υπερεθνικών οργανισμών. Το συγκεκριμένο άρθρο, τοποθετούμενο στον αντίποδα των θέσεων αυτών, επιχειρεί να δείξει πως οι λεγόμενοι υπερεθνικοί οργανισμοί έχουν το εύρος εξουσιών που τα κράτη-μέλη τους επιθυμούν Ακόμα και στην ειδική περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν πολλοί τρόποι για ένα κράτος να αποφύγει ρυθμίσεις και νομοθεσίες με τις οποίες δεν είναι σύμφωνο. Στην πραγματικότητα η λεγόμενη ενίσχυση των υπερκρατικών εξουσιών δεν είναι παρά το αποτέλεσμα αφενός μιας μακροχρόνιας διαπραγμάτευσης μεταξύ κυρίαρχων κρατών και αφετέρου η κοινή συνισταμένη συγκεκριμένων πολιτικών με σαφές ταξικό πρόσημο, όπου οι ιδεατοί συλλογικοί κεφαλαιοκράτες (κράτη) προωθούν την αλλαγή των συσχετισμών δύναμης προς όφελος των πιο ισχυρών κεφαλαιουχικών μερίδων.

1. Εισαγωγή

Αναμφίβολα ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα των τελευταίων ετών στο χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι αυτό της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» και των επιπτώσεων που επιφέρει (;) στο ρόλο και τις λειτουργίες του έθνους-κράτους. Ως επιχείρημα ενισχυτικό στις απόψεις που υποστηρίζουν πως μια σταδιακή υποβάθμιση της θέσης του κράτους λαμβάνει χώρα, χρησιμοποιείται το γεγονός της ισχυροποίησης των υφιστάμενων Διεθνών Οργανισμών και της συγκρότησης υπερεθνικών ολοκληρώσεων. Υποστηρίζεται, δηλαδή, πως η ενδυνάμωση των πεδίων δράσης των Διεθνών Οργανισμών αλλά και ο σχηματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Συμφώνου του Ειρηνικού κ.λπ. έχει ως συνέπεια τη σταδιακή αφαίρεση αρμοδιοτήτων από το έθνος-κράτος.

Η βασική θέση της μελέτης αυτής είναι πως ο σχηματισμός των υπερεθνικών ολοκληρώσεων συνδέεται άμεσα με την απόπειρα γεωγραφικής επέκτασης των δραστηριοτήτων των πιο ισχυρών κεφαλαιουχικών μονάδων στα πλαίσια της προσπάθειας ανεύρεσης υψηλότερων ποσοστών κερδοφορίας.. Για την επιπρόσθετη θεσμική αρωγή αυτών των τάσεων χρησιμοποιούνται και οι αναβαθμισμένοι Διεθνείς Οργανισμοί. Ειδικότερα αυτό που φαίνεται σήμερα να κυριαρχεί είναι η δημιουργία ευρύτερων του έθνους-κράτους γεωγραφικών ζωνών ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και εμπορευμάτων με λιγότερο ή περισσότερο αποκρυσταλλωμένους θεσμούς πολιτικού και κανονιστικού συντονισμού. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται συνασπισμοί όχι μόνο κρατών αλλά και αστικών τάξεων οι οποίοι αποσκοπούν στην αποκόμιση των ωφελημάτων που επιφέρουν: α) ο σχηματισμός ευρύτερων γεωγραφικών χώρων που έχει ως άμεσο επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό των επενδυτικών ευκαιριών, β) η αποδυνάμωση των μη ανταγωνιστικών κεφαλαίων που μέχρι τώρα στηρίζονταν στον κρατικά θεσπισμένο προστατευτισμό και στην ενίσχυση μέσω της τροποποιητικής λειτουργίας των συναλλαγματικών διακυμάνσεων, γεγονός που οδηγεί και στην πραγματική ανατίμηση νομισμάτων εθνικών οικονομιών με μικρότερη παραγωγικότητα.

Αναμφίβολα αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία αλλά αντιστοιχεί σε μια ιστορική περίοδο που διακρίνεται από την αύξηση του ρυθμού διεθνοποίησης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, τη δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης σημαντικού όγκου κεφαλαίων, αλλά και την ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας στο εσωτερικό των ισχυρότερων μονοπωλιακών ομίλων -- γεγονός που σχετίζεται με τη γεωγραφική αποκέντρωση ορισμένων δραστηριοτήτων αλλά και την αύξουσα συγκέντρωση και συγκεντροποίηση. Το αποτέλεσμα στο κοινωνικό πεδίο είναι η ενίσχυση της θέση των πιο ισχυρών οικονομιών και η προσπάθεια παρακολούθησης των εξελίξεων από την πλευρά των πιο αδύνατων μέσω της μετακύλισης του συνολικού κοινωνικού κόστους στις εργαζόμενες και μισθωτές τάξεις (Ιωακείμογλου 1994). Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι πως οι ευρύτερες αυτές ολοκληρώσεις δεν παύουν να εμπεριέχουν και τον ανταγωνισμό ως δομικό τους στοιχείο. Χαρακτηρίζονται από την παρουσία του ανταγωνισμού των επιμέρους εθνικών κεφαλαίων όσο και από τους συνολικούς συσχετισμούς και τις αντίστοιχες συμμαχίες που διακρίνουν το διεθνές πολιτικό πεδίο. Για παράδειγμα, η Βρετανία συνεχίζει μέχρι σήμερα να διατηρεί στενές διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ ανεξάρτητα από τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις είναι χώροι ιδιαίτερα ιεραρχημένοι: στο εσωτερικό τους διαπιστώνεται μια εσωτερική ιεράρχηση ανάλογα με την ιδιαίτερη οικονομική, στρατιωτική, γεωγραφική, γεωφυσική και διπλωματική ισχύ της κάθε χώρας.

Ωστόσο, για να αποσαφηνιστεί περισσότερο αυτό το γενικό πλαίσιο το οποίο μόλις υποστηρίξαμε θα πρέπει να υπάρξει μια πιο εξειδικευμένη ανάλυση τόσο των Διεθνών Οργανισμών, όσο και των υπερεθνικών σχηματισμών με ιδιαίτερη έμφαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αποτελεί και το πιο προχωρημένο παράδειγμα αυτού του είδους.

2. Σχετικά με τους Διεθνείς Οργανισμούς

Ο ρόλος και η δράση των Διεθνών Οργανισμών εμφανίζονται ενισχυμένοι ύστερα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου - γεγονός που σχετίζεται με δύο αίτια: α) Αφενός η πρόοδος της τεχνολογίας, τόσο σε επίπεδο μέσων επικοινωνίας όσο και σε επίπεδο μέσων μεταφοράς, επέτρεψε την αύξηση των δυνατοτήτων πραγματοποίησης παντός τύπου συνεργασιών μεταξύ προσώπων και φορέων από διαφορετικές περιοχές του κόσμου. β) Αφετέρου η διεύρυνση της επιρροής της ΕΣΣΔ με το σχηματισμό του ανατολικού συνασπισμού, αλλά και η μείωση της ισχύος των αναπτυγμένων δυτικών χωρών που θα βιώσουν τη δημιουργία στο εσωτερικό τους ισχυρών αριστερών αντιπολιτεύσεων, θα οδηγήσει τις ΗΠΑ στην εκπόνηση ενός σχεδίου ενίσχυσης των δεσμών συνεργασίας με τη Δ. Ευρώπη έτσι ώστε να αποτραπεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο κλονισμού του υπάρχοντος διεθνούς συσχετισμού δύναμης (Busch 1986: 13). Αυτό επιτεύχθηκε, πέρα από τις άμεσες οικονομικές ενισχύσεις, και με τη δημιουργία ενός δικτύου διεθνών θεσμών που με ποικίλους τρόπους επιχειρούσαν να διασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού μοντέλου της οικονομίας (van der Pijl 1984). Ειδικότερα αυτό επιτυγχανόταν μέσω μιας σειράς προτεραιοτήτων όπως η προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας με τη θέσπιση αμοιβαίων διασφαλίσεων για τις επενδύσεις, η --σε διεθνές επίπεδο-- καταπολέμηση της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας, η δημιουργία στρατιωτικών συμμαχιών, η εφαρμογή κοινών ρυθμίσεων για την ποιότητα των εμπορευμάτων, η θέσπιση αμοιβαίων κανόνων και ελέγχων, αλλά και ο σχηματισμός τελωνειακών ενώσεων και ζωνών ελεύθερου εμπορίου. Ταυτόχρονα άλλοι οργανισμοί ασχολούνταν με τη δημιουργία όρων συντονισμού και κανονικοποίησης των οικονομικών λειτουργιών και πολιτικών (με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον ΟΟΣΑ). Ακόμα δημιουργήθηκαν οργανισμοί με σκοπό την τεχνολογική συνεργασία, την από κοινού πραγματοποίηση υπερεθνικών έργων, ακόμα και την αμοιβαία και συμφωνημένη εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών (Murray 1971: 98-99).

Βέβαια όλες αυτές οι λειτουργίες ούτε ουδέτερες ούτε αντικειμενικές ήταν. Αποσκοπούσαν στην καλύτερη δυνατή αξιοποίηση όλων των πιθανών πλεονεκτημάτων έτσι ώστε να δημιουργούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις εξυπηρέτησης των οικονομικών εκείνων δυνάμεων που επιθυμούσαν να διευρύνουν τις δραστηριότητές τους και εκτός των εθνικών τους συνόρων. Ο θεμελιώδης αυτός ρόλος σήμαινε και τον προσανατολισμό του συνόλου των λειτουργιών σε ρυθμίσεις και ιεραρχήσεις που στόχευαν στη μείωση της συμμετοχής του παράγοντα της εργασίας στην οικονομία και την πολιτική και στην αντίστοιχη άνοδο της κεφαλαιακής κερδοφορίας. Τα προγράμματα «οικονομικής σταθεροποίησης» που εκπονούνταν είτε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είτε από την Παγκόσμια Τράπεζα αποτελούν σαφή αποδεικτικά στοιχεία. Αναμφίβολα, η συμμετοχή των διαφόρων κρατών σε αυτούς τους Οργανισμούς ήταν πολύ συχνά αντιφατική και ανισότιμη. Το κάθε κράτος συμμετείχε στις διαδικασίες του κάθε Οργανισμού ανάλογα με τη συνολική ισχύ που διέθετε στους διεθνείς συσχετισμούς δύναμης. Έτσι στο ΔΝΤ σε γενικές γραμμές η εξουσία της κάθε χώρας αναλογούσε στην ειδική της οικονομική δύναμη ενώ τον πραγματικό έλεγχο είχε η Εκτελεστική Επιτροπή, μολονότι σε ένα πρώτο επίπεδο υπήρχαν οι «βασικές ψήφοι» οι οποίες συμβολίζουν την ισότητα μεταξύ των κρατών (Woods 1999: 395- 96). Το αντίστοιχο συνέβαινε και στην ΓΚΑΤ, όπου ο βασικός πυρήνας κρατών αποφάσιζε για το ποιο νέο μέλος πληρούσε τους όρους για να γίνει δεκτό και οι σημαντικότερες αποφάσεις αποτελούσαν το καταστάλαγμα διαβουλεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ της Ιαπωνίας του Καναδά και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Woods 1999: 392). Βέβαια, πρέπει να διευκρινιστεί πως σε αυτούς τους Οργανισμούς κάθε κράτος εντασσόταν με τη θέλησή του και η απόφαση αυτή σηματοδοτούσε μια σειρά από νέες δυνατότητες για τα κοινωνικά συμφέροντα που εκπροσωπούσε, έστω και αν αυτό σήμαινε πολύ συχνά τη σύναψη συμβιβασμών και την πραγματοποίηση υποχωρήσεων σε ορισμένα θέματα, χωρίς, όμως, αυτού του είδους οι πρακτικές να θεωρηθούν πως οδηγούσαν στην «αποδυνάμωση» ή στο «μαρασμό» του κράτους-έθνους.

Ωστόσο το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει είναι αν και σε πιο βαθμό η λειτουργία των Οργανισμών αυτών έχει τροποποιηθεί στις σημερινές συνθήκες. Παρά την υπάρχουσα επιχειρηματολογία περί ενίσχυσης των υπερεθνικών θεσμών, σε ό,τι αφορά τους Διεθνείς Οργανισμούς κανένα επιχείρημα δεν έχει κατατεθεί στη βιβλιογραφία που να εξηγεί γιατί το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα ή ακόμα και ο ΟΗΕ έχουν αποκτήσει στη σημερινή εποχή τέτοιου είδους λειτουργίες που να αφαιρούν στοιχεία εθνικής κυριαρχίας από τα κράτη ή, ορθότερα, γιατί αυτό σήμερα γίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στο παρελθόν. Ακόμα και η δημιουργία της NAFTA ή του Συμφώνου του Ειρηνικού δεν παύει να αφορά τη συγκρότηση ζωνών ελεύθερου εμπορίου -- πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει μείωση εθνικής κυριαρχίας, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τη λειτουργία της ΕΟΚ μέχρι τη συνθήκη του Μάαστριχ. Αν κάτι έχει αλλάξει αυτό σχετίζεται με το μετασχηματισμό της ΓΚΑΤ σε Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Από την ΓΚΑΤ στον ΠΟε

Η αύξηση του αριθμού των χωρών μελών της ΓΚΑΤ από 23 το 1947 σε 123 το 1994, όταν υπογράφηκαν οι συμφωνίες του γύρου της Ουρουγουάης στο Μαρακές, οφείλεται στη ανάγκη, ιδιαίτερα μετά την πτώση των ανατολικών καθεστώτων, σχηματισμού ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου ρύθμισης των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των διαφορετικών εθνικών κρατών. Αντίθετα με ό,τι γενικά πιστεύεται, το καταστατικό πλαίσιο της ΓΚΑΤ δεν επέβαλε την ελευθερία των συναλλαγών αλλά επικεντρωνόταν στην εφαρμογή ορισμένων βασικών κανόνων που αποσκοπούσαν στην εύρυθμη λειτουργία, και στη μη ύπαρξη διακρίσεων μεταξύ των εταίρων, του διεθνούς εμπορίου (Messerlin 1995: 18). Με αυτό τον τρόπο σε καμία περίπτωση δεν μειωνόταν ο ρόλος του κράτους, αφού οι κάθε είδους ρυθμίσεις, αλλαγές, τροποποιήσεις που πραγματοποιούνταν σε όλους τους γύρους από το 1947 μέχρι το 1994 ήταν αποτέλεσμα της παρέμβασης των κυρίαρχων κρατών (Messerlin 1995: 19). Κατά συνέπεια η ΓΚΑΤ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά αυτό που τα κράτη-μέλη επιθυμούσαν να είναι (Messerlin 1995: 30). Έτσι σε πολλές περιπτώσεις υπήρχε η δυνατότητα προσφυγής σε μέτρα προστατευτισμού από τη στιγμή που οι ανάγκες της εγχώριας παραγωγής το απαιτούσαν. Με αυτό τον τρόπο τα γεωργικά προϊόντα και η αλιεία ήταν δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο προστατευτισμού από τη στιγμή που η εκάστοτε κυβέρνηση έκρινε πως τέτοιου είδους πρακτικές ήταν απαραίτητες για να διασφαλιστεί η εφαρμογή μέτρων σταθεροποίησης των αγορών αυτών των προϊόντων. Επίσης το ενδεχόμενο ανατροπής ισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών έδινε το δικαίωμα θέσπισης ποσοτικών περιορισμών (ποσοστώσεων) στις εισαγωγές συγκεκριμένων ειδών (μέτρο που χρησιμοποίησαν επανειλημμένα οι ΗΠΑ), ενώ προστατευτικά μέτρα μπορούσαν να ληφθούν για όσες επιχειρήσεις κρινόταν ότι συνέβαλαν στην άνοδο του επιπέδου ζωής του πληθυσμού (Messerlin 1995: 36). Κατά συνέπεια συμπεραίνουμε πως το όλο πλαίσιο λειτουργίας της ΓΚΑΤ ήταν ιδιαίτερα χαλαρό με αποτέλεσμα το κάθε κράτος να μπορεί να εφαρμόζει την πολιτική του ανάλογα με τους στόχους και τις προτεραιότητες των ιδιαίτερων συμφερόντων του, χωρίς αυτή να επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από τις συμφωνίες της ΓΚΑΤ. Άλλωστε το ίδιο το καθεστώς λειτουργίας της ΓΚΑΤ αναγνώριζε πως το κάθε κράτος έχει ως αποστολή του να δράσει σε τρία επίπεδα: α) στην άμβλυνση των συνεπειών της προσαρμογής σε κλάδους με χαμηλή παραγωγικότητα, β) στην αρωγή των εξαγωγικών δραστηριοτήτων των εγχώριων επιχειρήσεων μέσω της ανεύρεσης νέων αγορών, γ) στη μέριμνα για την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών με στόχο την ομαλή λειτουργία των οικονομικών μηχανισμών (Κατράνης 1995: 20).

Ο μετασχηματισμός της ΓΚΑΤ σε ΠΟΕ μπορεί να ιδωθεί από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, που συνδέονται με τα ακόλουθα ερωτήματα: ποιες είναι οι αλλαγές που σημειώθηκαν, ποιοι είναι οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτές τις αλλαγές και σε ποιο βαθμό οι τροποποιήσεις αυτές επηρεάζουν τη λειτουργία και το επίπεδο εθνικής κυριαρχίας του σύγχρονου κράτους.

Σχετικά με το ποιες αλλαγές σημειώθηκαν μπορεί να υποστηριχθεί αβίαστα πως με τις αποφάσεις του 1994 έχουν σημειωθεί σημαντικές μεταβολές αφού επιτυγχάνεται η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, φιλελευθεροποιείται το εμπόριο υπηρεσιών, αυξάνονται οι δυνατότητες του ΠΟΕ κεντρικά να επιβάλει κυρώσεις στα μέλη που δεν πειθαρχούν, ενώ το ίδιο θα συμβαίνει συντονισμένα και από τα επιμέρους μέλη του ΠΟΕ (Μηλιός 2000: 19-20). Για τα γεωργικά προϊόντα αποφασίστηκε ο δραστικός περιορισμός των παρεμβάσεων στις τιμές, η επιδότηση των γεωργικών εξαγωγών καθώς και η υιοθέτηση δαπανών για εξαγωγικές επιδοτήσεις. Σε πολύ μικρό βαθμό ενισχύθηκαν οι αποτρεπτικές διατάξεις για τα μέτρα anti-dumping (Μουτσάτσος 1995: 535- 36), συμφωνήθηκε η περαιτέρω μείωση των τελωνειακών δασμών, ενώ στον τομέα της υφαντουργίας αποφασίστηκε οι ποσοστώσεις των πολυϊνικών συμφωνιών να καταργηθούν μέσα σε δέκα χρόνια (Τσούκαλης 1998: 349-50).

Οι αλλαγές αυτές εκπορεύονταν από το γεγονός της μετάβασης στην μεταδιπολική εποχή, εξέλιξη η οποία συντελεί στην ενίσχυση της θέσης των πιο ισχυρών κοινωνικών σχηματισμών της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και στη βελτίωση των όρων και των προϋποθέσεων των πιο δυναμικών τμημάτων των εθνικών κεφαλαίων για επέκταση των δραστηριοτήτων τους σε νέες γεωγραφικές περιοχές.

Το πέρασμα στη μεταδιπολική εποχή φαίνεται από το γεγονός της αύξησης των συμμετεχόντων στον ΠΟΕ και την ένταξη της Ρωσίας και της Κίνας σε αυτόν.

Η ενίσχυση των ηγεμονικών δυνάμεων αποδεικνύεται από εξελίξεις όπως:

i) η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου υπηρεσιών, δηλαδή πρώτα και κύρια των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, που αφορά πρωτίστως το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών, ii) η προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που διασφαλίζει τα συμφέροντα των αμερικάνικων κυρίως εταιρειών λογισμικού και ψυχαγωγίας (Μηλιός 2000: 19), iii) η εξαίρεση των κρατών που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το σύμφωνο του Ειρηνικού και τη NAFTA από μέτρα που επιβάλλονται στα υπόλοιπα μέλη του ΠΟΕ -- γεγονός που αποδεικνύει το ετεροβαρές του όλου πλαισίου όπου οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες υποχρεώνονται να το αποδεχτούν ευελπιστώντας στην πραγματοποίηση οικονομικών δραστηριοτήτων από και προς τις αναπτυγμένες αυτές χώρες, iv) η απόφαση των αναπτυσσόμενων χωρών να αποδεχτούν μειώσεις στα ποσοστά των τελωνειακών δασμών (Messerlin 1995: 95-97), προσδοκώντας αυτό να λειτουργήσει ενισχυτικά για τα πιο ισχυρά τμήματα του εγχώριου κεφαλαίου. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μετακύλιση του κοινωνικού κόστους στην πλευρά των εργαζόμενων στρωμάτων στο εσωτερικό κυρίως των υπό ανάπτυξη χωρών, έτσι ώστε να ανταπεξέλθoυν τα εγχώρια κεφάλαια απέναντι στον πραγματικό ή φανταστικό [2] ανταγωνισμό του ξένου κεφαλαίου. Ενισχυτικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση της τροποποίησης των συσχετισμών δύναμης προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου ασκούν οι κατευθύνσεις προσαρμογής που απευθύνονται προς τις «υπό ανάπτυξη» οικονομίες, και εκπορεύονται όχι μόνο από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα αλλά και από τον ΠΟΕ, όπου βασικά άρθρα των συμφωνιών λειτουργίας του συγκεκριμένου Οργανισμού αποτελούν θεμελιακά σημεία και ρήτρες των ποικίλων προγραμμάτων «σύγκλισης» (Chossudovsky 1997: 35).

Σε ό,τι αφορά το ρόλο του κράτους σε όλα αυτά, υποστηρίζουμε πως σε αντίθεση με την ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίληψη πως η λειτουργία του ΠΟΕ υποβαθμίζει το ρόλο του κράτους, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο ΠΟΕ, όπως και η ΓΚΑΤ, αποτελεί ένα διακρατικό οργανισμό στον οποίο μετέχουν κράτη-μέλη και οι τελικές αποφάσεις λαμβάνονται ύστερα από χρονοβόρες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων των κρατών αυτών. Δεδομένου του γεγονότος πως όλες οι χώρες δεν έχουν την ίδια ισχύ, τελικά πάντα κάποιες αποφάσεις έχουν τη σφραγίδα ενός συγκεκριμένου συσχετισμού δύναμης, ο οποίος όμως είναι γνωστός και στο πιο ανίσχυρα κράτη, τα οποία συμμετέχουν γιατί εκτιμούν πως ο ΠΟΕ συνιστά ένα νέο πεδίο αντιθέσεων μέσα στο οποίο είναι δυνατό να επιτύχουν συγκεκριμένους στόχους της στρατηγικής τους.

Ενισχυτικά της θέσης αυτής είναι δύο γεγονότα: Από τη μια η ύπαρξη ενός παράλληλου προς τον ΠΟΕ πλαισίου εμπορικών συναλλαγών το οποίο λειτουργεί ανασταλτικά για την «απρόσκοπτη λειτουργία» των αγορών, ενώ αναβαθμίζει το ρόλο και τη θέση του σύγχρονου κράτους θεσπίζοντας νέες μορφές προστατευτισμού (Φωτόπουλος 1999: 104). Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει τρία στοιχεία:

- Το πρώτο έχει να κάνει με την ύπαρξη των περιορισμών μη δασμολογικής υφής οι οποίοι έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών κατά 20% στις ΗΠΑ, 40% στην Ιαπωνία και 60% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 1990 το 21% των εισαγωγών των χωρών του ΟΟΣΑ και το 27% των χωρών της ΕΕ που προέρχονταν από τον Τρίτο Κόσμο υπέπιπταν σε αυτού του είδους τις ρυθμίσεις (Βεργόπουλος 1999: 100).

- Το δεύτερο σχετίζεται με επιλεκτικές διακρατικές ρυθμίσεις όπου ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συνθήκες του ΠΟΕ είναι δυνατό επιμέρους κράτη να συνάπτουν περιστασιακές διμερείς ρυθμίσεις είτε προνομιακής αύξησης, είτε περιορισμού των συναλλαγών (Βεργόπουλος 1999: 101.)

- Το τρίτο συνδέεται με τις ειδικές ρυθμίσεις που έχουν επιτύχει οι περιφερειακές ενώσεις, από τις οποίες περίπου 80 έχουν κοινοποιηθεί στον ΠΟΕ, οι οποίες προβλέπουν την ύπαρξη ειδικών προτιμησιακών καθεστώτων συναλλαγών μεταξύ των μελών τους, παρακάμπτοντας τις συμφωνίες του ΠΟΕ (Βεργόπουλος 1999: 102).

Από την άλλη, τα ίδια τα εθνικά κράτη λαμβάνουν μια σειρά από μέτρα προστατευτισμού που αποσκοπούν στην ενίσχυση των εθνικών οικονομιών και των αντίστοιχων κεφαλαίων στο επίπεδο της εγχώριας οικονομίας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε πρακτικές όπως η κρατική παρότρυνση δημιουργίας καρτέλ και κονσόρτσιουμ, η θέσπιση επιχορηγήσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων για τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, ο πολλαπλασιασμός των αντι-ντάμπινγκ μέτρων (από 123 περιπτώσεις που αναφέρθηκαν τη χρονιά '87-'88 θα φτάσουμε στις 254 τη χρονιά '92-' 93) κ.λπ. (Ruigrok/Tulder 1995: 227-29).

4. Η ιδιαίτερη περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης [3]

Αναφέραμε στην αρχή της εργασίας πως θεωρούμε ότι το σημερινό μόρφωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης και μελέτης διότι για μια σειρά από λόγους δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των Διεθνών Οργανισμών. Κατά συνέπεια αυτό που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι ο προσδιορισμός του χαρακτήρα και των λειτουργιών της. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την όλη κατάσταση θα πρέπει πρώτα από όλα να εξηγήσουμε τους λόγους που ώθησαν στον μετασχηματισμό της ΕΟΚ σε Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι απαρχές αυτής της τάσης θα πρέπει να αναζητηθούν στη δεκαετία του '80, όπου θα γίνουν αισθητά τα όρια και οι αντιφάσεις του συγκεκριμένου μοντέλου που είχε οικοδομηθεί μέχρι τότε. Ενός μοντέλου που πρόκρινε μια ενιαία γεωγραφικά ζώνη οικονομικών συναλλαγών με την παράλληλη λειτουργία ενός πλαισίου συγκεκριμένων και σαφώς οριοθετημένων «υπερεθνικών» λειτουργιών. Ωστόσο, αυτό το θεσμικό οικοδόμημα δεν επαρκούσε για την επιτυχή στήριξη των ευρωπαϊκών οικονομιών ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Διαφορετικά ειπωμένο, οι επιπτώσεις της κρίσης υπερσυσσώρευσης που ξεκίνησε το 1973 και εντάθηκε από το 1979 είχαν ως αποτέλεσμα την ανάγκη τροποποιήσεων στους σχεδιασμούς και τις στρατηγικές τόσο των επιμέρους κεφαλαίων όσο και των εθνικών κρατών τα οποία, λειτουργώντας ως συλλογικοί κεφαλαιοκράτες, έπρεπε να βρουν διόδους για να αποκατασταθεί το επίπεδο της κερδοφορίας των κεφαλαίων που δραστηριοποιούνταν στο εσωτερικό τους. Βάσει αυτής της παρατήρησης μπορεί να γίνει κατανοητό το γεγονός της υπεροχής, ακόμα και σήμερα, των οικονομικών λειτουργιών μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης (με την ευρεία έννοια του όρου), έναντι όλων των υπολοίπων ολοκληρώσεων σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Στο εμπειρικό επίπεδο τα πρώτα προβλήματα για την ευρωπαϊκή οικονομία έκαναν την εμφάνισή τους όταν η οξύτητα της κρίσης οδήγησε σε μια γενικευμένη από-επένδυση στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '80 και σε μια παράλληλη αύξηση των ευρωπαϊκών ιδιωτικών επενδύσεων που πραγματοποιούνταν στις ΗΠΑ. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως ενώ την περίοδο 1973-'79 ο ρυθμός αύξησης της πραγματικής προστιθέμενης αξίας στη βιομηχανία ήταν σε ετήσια βάση 1,6% στις χώρες της ΕΟΚ, 1,4% στις ΗΠΑ και 3,1% στην Ιαπωνία, την περίοδο 1979-'87 στις ΗΠΑ θα παρατηρηθεί μία αύξηση του 1,8%, στην Ιαπωνία θα εκτοξευτεί στο 4,8% ενώ στην ΕΟΚ θα σημειωθεί υποχώρηση στο 0,7% (OCDE 1989). Κατά αυτό τον τρόπο θα μειωθεί η συμμετοχή της ΕΕ στην παγκόσμια παραγωγή προστιθέμενης αξίας από 35,7% το 1980 σε 32,4% το 1990, ενώ η Ιαπωνία θα περάσει από το 14,2% στο 17,6% και η Β. Αμερική θα γνωρίσει ανεπαίσθητη πτώση από 23,9% σε 23,7% (United Nations 1998). Ταυτόχρονα την ίδια περίοδο θα παρατηρηθούν τάσεις στασιμότητας του ενδοκοινοτικού εμπορίου ως ποσοστού του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου --εξέλιξη που αφορούσε σε σημαντικό βαθμό τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των χωρών της ΕΟΚ σε τομείς αιχμής όπως ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός, η αυτοκινητοβιομηχανία, ο βιομηχανικός εξοπλισμός και η τεχνολογία πληροφορικής. Πέραν όλων αυτών, παρατηρήθηκε μια γοργή διείσδυση των μη κοινοτικών προϊόντων που έφερε σε ακόμα πιο δυσχερή θέση το ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση θεωρήθηκε πως σημαντικές ευθύνες είχαν τα ίδια τα κράτη-μέλη, που παρότι φραστικά διακήρυτταν την ανάγκη απελευθέρωσης των αγορών, στην πραγματικότητα δημιουργούσαν μορφές παραδασμολογικών εμποδίων μέσω των οποίων επιχειρούσαν να προστατεύσουν τα εθνικά κεφάλαια έναντι των υπόλοιπων κοινοτικών (Τσούκαλης 1998: 72). Βάσει αυτών των δεδομένων επιλέχτηκε η πολιτική της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς, ως βασική προτεραιότητα για τη δράση της Commission (Τσούκαλης 1998: 82) --γεγονός που είχε βαρύνουσα σημασία για τον οικονομικοκεντρικό και νομισματικοκεντρικό χαρακτήρα της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το αντιφατικό αυτό πλαίσιο μέσα στο οποίο μετασχηματίστηκε η ΕΟΚ δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους δημιουργούνται τόσο προβλήματα όταν επιχειρείται να οριστεί ο χαρακτήρας της ΕΕ. Διότι σε αντίθεση με τις τρεις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΚ, ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ) που είχαν συγκεκριμένη νομική προσωπικότητα δεν συμβαίνει ίδιο και με την ΕΕ όπου ακόμα και στη Σύνοδο του Άμστερνταμ δεν έγινε εφικτός ο προσδιορισμός του χαρακτήρα της Ένωσης (Ιωακειμίδης 1998: 208- 211). Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις στους κόλπους των επιστημόνων με αποτέλεσμα να διατυπώνονται αρκετά διαφορετικές και συγκρουόμενες απόψεις σχετικά με τη νομική της φύση. Ισχυρά επιχειρήματα επιστρατεύτηκαν για να αποδείξουν είτε πως η ΕΕ αποτελεί ένα δυνάμει ομοσπονδιακό κράτος είτε πως αποτελεί μια χαλαρή συνομοσπονδία με στοιχεία Διεθνούς Οργανισμού. Η δεύτερη άποψη στηρίζεται στο γεγονός πως όλες οι συνθήκες υπογράφονται από κυρίαρχα κράτη, ενώ η πρώτη στην πραγματικότητα πως ειδικά στην περίπτωση της ΕΕ οι αποφάσεις που λαμβάνονται, αρκετές φορές χωρίς ομοφωνία, είναι δεσμευτικές όχι μόνο για όλα τα κράτη αλλά και για τους πολίτες των κρατών-μελών (Κανελλόπουλος 1993: 70-71). Το αποτέλεσμα είναι η ΕΕ να θεωρείται ως ένα μόρφωμα το οποίο δεν μπορεί εύκολα να ταξινομηθεί ούτε στην μία ούτε στην άλλη κατηγορία (Σκανδάμης 1994: 76) και για το λόγο αυτό είναι προτιμότερο να ιδωθεί ως ένα πείραμα εν εξελίξει (Τσινισιζέλης/ Χρυσοχόου 1995: 25), από τη στιγμή που πρόκειται για πρωτόγνωρη ιστορικά μορφή θεσμικής οργάνωσης (Τσάτσος 1997: 48- 49). Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός της ξεχωριστής παρουσίας των εθνικών κρατών, της δημιουργία υπερεθνικών θεσμών και της ταυτόχρονης συνεργασίας κρατών και υπερεθνικών θεσμών για τη χάραξη της ευρωπαϊκής πολιτικής (Rometsch/ Wessels 1996: 329).

Συμπερασματικά μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η ΕΕ αποτελεί ένα πρωτοφανές ιστορικά μόρφωμα. Ωστόσο αρκεί αυτή η παρατήρηση για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος και η λειτουργία της ΕΕ; Η θέση που διατυπώνεται σε αυτό το άρθρο, είναι πως οι ίδιες οι συνθήκες μετασχηματισμού της ΕΟΚ σε ΕΕ καθόρισαν τόσο τη μορφή όσο και περιεχόμενο αυτού του νεοπαγούς θεσμικού μορφώματος. Ο βασικά οικονομικοκεντρικός της χαρακτήρας (Κοτζιάς 1995α: 114), και μάλιστα σε μια περίοδο μείωσης των ποσοστών κέρδους, δίνει τη δυνατότητα σε μια μεγαλύτερη κινητικότητα των ιδιωτικών κεφαλαίων για την ανεύρεση πεδίων με υψηλότερη κερδοφορία, ενώ ταυτόχρονα εντείνεται ο βαθμός συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής -- πράγμα που οφείλεται στο γεγονός πως η συγκρότηση της ενιαίας αγοράς πολλαπλασιάζει τα περιθώρια για πραγματοποίηση εξαγορών και συγχωνεύσεων [4] , βοηθά τη δημιουργία οικονομιών κλίμακος καθώς και την πραγματοποίηση επενδύσεων μεγαλύτερου εύρους. Με αυτή την έννοια, και δεδομένου του καινοφανούς χαρακτήρα της, η ΕΕ αποτελεί μια πολυεπίπεδη σύμπραξη μεταξύ συνολικών-κοινωνικών κεφαλαίων και εθνικών συλλογικών κεφαλαιοκρατών (κράτη). Αυτό σημαίνει πως δημιουργούνται πολλά αλληλοδιαπλεκόμενα δίκτυα κοινωνικών (οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών) διασυνδέσεων με διαφορετικούς κάθε φορά συμμετέχοντες φορείς που μπορεί να είναι υπερεθνικοί μηχανισμοί, εθνικά κράτη, περιφερειακές διοικήσεις, πολυεθνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, ομάδες συμφερόντων με διεθνές βεληνεκές κ.λπ. Ωστόσο, όλο αυτό το σύνθετο παζλ μπορεί να αποσαφηνιστεί αν αναλυθεί στις βασικές συνιστώσες του, που είναι από τη μια τα ιδιωτικά συμφέροντα των επιχειρήσεων και από την άλλη η λειτουργία του εθνικού κράτους για τη διασφάλιση των όρων αναπαραγωγής των κεφαλαίων αυτών σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη ιεραρχικά θέση της κάθε χώρας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως ορθά έχει επισημανθεί, το κάθε κράτος ξεχωριστά επιδρά ανάλογα με την ιδιαίτερη ισχύ του στη διαμόρφωση της ΕΕ (Κοτζιάς 1993: 69), με αποτέλεσμα η κατάσταση αυτή να αναπαράγεται και στις νέες θεσμικές μορφές και λειτουργίες που συγκροτούνται. Με αυτόν τρόπο δημιουργείται στα πλαίσια της ΕΕ μια σχέση ετεροβαρούς αλληλεξάρτησης όπου τον καθοριστικό ρόλο δεν έχει η άμεση ισχύ του κάθε κράτους μέλους αλλά η «δομική ισχύ» που προκύπτει από τη συνολική λειτουργία των θεσμών της ΕΕ (Κοτζιάς 1995β: 47). Τα πιο αδύναμα κράτη-έθνη συμμετέχουν στην όλη διαδικασία έχοντας επίγνωση των δομικών αυτών δυσχερειών, ευελπιστώντας αφενός πως η ένταση των ανταγωνισμών και η μεταφορά πιέσεων από χώρα σε χώρα θα λειτουργήσει ενισχυτικά για τις εθνικές τους οικονομίες και αφετέρου πως ακόμα και αν το προηγούμενο δεν συμβεί θα έχει πραγματοποιηθεί μια αναβάθμιση της θέσης της χώρας σε σχέση με τους εθνικούς σχηματισμούς που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέλος, αυτό που θα πρέπει να υπογραμμισθεί, μια και γίνεται αναφορά στο ζήτημα του χαρακτήρα της ΕΕ, είναι πως η σημερινή πραγματικότητα των θεσμών και των λειτουργιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν παύει να διαπερνάται από δύο βασικούς τύπος αντιφάσεων, που αποτυπώνονται και στο επίπεδο των κρατικών πολιτικών αλλά και σε αυτό της θεσμικής οργάνωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης: αφενός, στο θεσμικό επίπεδο, η ταυτόχρονη συνύπαρξη στοιχείων ομοσπονδιακού κράτους, συνομοσπονδιακού σχηματισμού και διεθνούς οργανισμού, αφετέρου, στο πολιτικό επίπεδο, η παρουσία στο εσωτερικό της ΕΕ μια πληθώρας κρατών με ανισομερή ισχύ, διαφορετικές ιεραρχήσεις και προτεραιότητες καθώς και διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας. Οι αντιφάσεις αυτές αναδεικνύουν και τα όρια μετασχηματισμού της ΕΕ, καθιστώντας πολύ αμφίβολη την όποια μετεξέλιξη σε ενιαίο κρατικό μόρφωμα με σαφή ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά.

5. Η ταξική φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο συγκεκριμένος θεμελιακός σκοπός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι η υποστήριξη των συμφερόντων των πιο ισχυρών κεφαλαιοκρατικών μερίδων μέσω του σχηματισμού μιας ενιαίας αγοράς, η λειτουργία της οποίας βασίζεται στην ύπαρξη και τον συντονισμό μιας σειράς υπερεθνικών θεσμών και στη συνεργασία αυτών με τα κράτη-μέλη, για να επιτευχθεί είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ενός συνόλου μηχανισμών οι οποίοι αναπαράγουν και διαχέουν την ταξική υλικότητα των δομών δημιουργίας τους. Στο επίπεδο της κρατικής διοίκησης σημαντικό ρόλο ασκούν τα τμήματα εκείνα του κρατικού μηχανισμού που έχουν αναλάβει τη διαχείριση των επαφών και των διασυνδέσεων με τους υπερεθνικούς θεσμούς, την ίδια στιγμή που παρατηρείται και μία συνεχής μεταφορά αρμοδιοτήτων σε τμήματα στεγανά και αδιαφανή από το δημόσιο έλεγχο. Με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει δώσει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να απαλλαγούν από το βάρος της επιβολής μιας σειράς αντιδημοφιλών μέτρων που αφορούν την άνοδο της παραγωγικότητας (μείωση των κοινωνικών παροχών, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, βραδεία αύξηση των μισθών ως προς την αύξηση της παραγωγικότητας με αποτέλεσμα την πτώση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, κ.λπ.) δεδομένου πως όλες αυτές οι κρίσιμες αποφάσεις θεωρείται πως λαμβάνονται μακριά από τα εθνικές κυβερνήσεις, στους απλησίαστους χώρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Διευθύνσεών της [5] . Κατά αυτόν τρόπο ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός των νομικών αποφάσεων που παίρνονται στις «Βρυξέλλες» δεν συζητείται, παρά μόνον πολύ σπάνια και για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, στα Εθνικά Κοινοβούλια. Η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων και ρυθμίσεων στα εθνικά δίκαια γίνεται συνήθως μέσω Υπουργικών Αποφάσεων και Προεδρικών Διαταγμάτων, έτσι ώστε να προσπερνώνται τα Εθνικά Κοινοβούλια. Ακόμα και στις περιπτώσεις που μια ευρωπαϊκή απόφαση συζητηθεί από ένα εθνικό κοινοβούλιο αυτό δεν έχει κάποια πρακτική σημασία αφού ήδη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την έχει επικυρώσει (Rometsch/ Wessels 1996: 361).

Έτσι αφενός παραγνωρίζεται το πραγματικό γεγονός πως δεν είναι υποχρεωμένες οι εθνικές κυβερνήσεις να συναινέσουν σε προτάσεις με τις οποίες υποτίθεται πως δεν είναι σύμφωνες (Moravcsik 1993: 515) και αφετέρου οι κρατικοί θεσμοί αποκτούν την ευχέρεια να διαχειριστούν την εφαρμογή αυτών των πολιτικών (Braun 1996: 159-60, Moravcsik 1993: 517). Κάτω από αυτό το πρίσμα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μια μεταφορά πραγματικών εξουσιών στο επίπεδο της ΕΕ, αλλά περισσότερο μια πρόσκαιρη ανάπλασή τους και επαναμεταφορά τους στο εθνικό/κρατικό επίπεδο, το οποίο αναλαμβάνει και την υλοποίηση των όποιων αποφάσεων. Οι όποιοι θεσμικοί μετασχηματισμοί έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια ενισχύουν και δεν αποδυναμώνουν αυτή την κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη είναι το παράδειγμα της Κεντρικής Τράπεζας η οποία θα καθορίζει την νομισματική πολιτική του κοινού νομίσματος, του Ευρώ, από το 2002 και μετά. Σε αντίθεση με όσους ισχυρίζονται πως η εξέλιξη αυτή αποτελεί κομβικό σημείο για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού κράτους, η δική μας θέση είναι πως ο νέος αυτός θεσμός έχει μόνο ένα στόχο, που είναι σε θεσμικό επίπεδο ο έλεγχος των νομισματικών ισοτιμιών και που στην ουσία σημαίνει τη τήρηση της κοινής απόφασης όλων των κρατών πως δεν θα υπάρχει τεχνητή νόθευση του ανταγωνισμού μέσω της υποτιμήσεων ή της επιλογής της υιοθέτησης πληθωριστικής πολιτικής (Carchedi 1999: 158). Με άλλα λόγια, η κατάργηση των εθνικών νομισμάτων υποχρεώνει τις πιο αδύναμες παραγωγικά οικονομίες να καλύπτουν τη διαφορά παραγωγικότητας από τις πιο ισχυρές χώρες όχι πια μέσω της εφαρμογής αντιπληθωριστικών πολιτικών και υποτιμήσεων αλλά μέσω της απόσπασης μεγαλύτερης υπεραξίας στο χώρο της άμεσης παραγωγής (Carchedi 1999: 155- 157), μειώνοντας τη συμμετοχή της εργασίας το παραγόμενο εισόδημα. Επιπρόσθετα, η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος όχι μόνο δεν συντελεί στη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους αλλά περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφού η Βρετανία, η Δανία και η Σουηδία δεν συμμετέχουν, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μια πολυεπίπεδη δομή οικονομικών και νομισματικών δραστηριοτήτων (Κοτζιάς 1995α: 125).

Ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο επιχείρημα περί ενός κυοφορούμενου σταδιακού μετασχηματισμού της ΕΕ σε μια υπερεθνική οντότητα σχετίζεται με την τριγωνική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Επιτροπή, Συμβούλιο Υπουργών). Διατυπώνεται η άποψη ότι οι συνεχείς θεσμικές αλλαγές (π.χ. Συνθήκες του Μάαστριχ και του Άμστερνταμ) έχουν συντελέσει από τη μια στην ανάπτυξη συγκεκριμένων υπερεθνικών θεσμών που μειώνουν την ισχύ των εθνικών κρατών και από την άλλη στην ενδυνάμωση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του μόνου άμεσα εκλεγμένου οργάνου, γεγονός που επιδρά αποφασιστικά στον περιορισμό του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» που χαρακτήριζε μέχρι πρόσφατα τη λειτουργία των οργάνων της ΕΕ.

Η δική μας προβληματική βρίσκεται στον αντίποδα όλων αυτών των θέσεων. Θεωρούμε και τα δύο αυτά επιχειρήματα έωλα. Παρά τις όποιες τροποποιήσεις, τα εθνικά κράτη μόνο αποδυναμωμένα δεν βγαίνουν αν βεβαίως λάβουμε υπόψη μας πως κράτος δεν είναι μόνο, ούτε κύρια, το Κοινοβούλιο, αλλά ένα συνολικό θεσμικό εξουσιαστικό πλέγμα μηχανισμών και θεσμών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Commission αποτελείται από εκπροσώπους κρατών το δε πρόσωπο του Προέδρου της αποφασίζεται με συναινετικές διαδικασίες από το Συμβούλιο Υπουργών στο οποία συμμετέχουν τα κράτη-μέλη (Lambert 1991: 14). Παρότι οι επίτροποι διαθέτουν ένα βαθμό αυτονομίας από τις πολιτικές και τις επιδιώξεις της χώρας προέλευσής τους, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να πολιτευτούν πέρα από ορισμένα όρια που θέτονται από τις βασικές συνιστώσες της κρατικής πολιτική της χώρας τους, για παράδειγμα ποτέ ένας έλληνας επίτροπος δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει στη αναγνώριση του τουρκοκυπριακού μορφώματος όποια κι αν ήταν η κυρίαρχη αντίληψη στους κόλπους της Επιτροπής. Ομοίως το Συμβούλιο των Υπουργών δεν αποτελεί παρά ένα όργανο διακρατικό που αποτελείται από εκπροσώπους εθνικών κυβερνήσεων και οι οποίοι δρουν στο εσωτερικό του ως μεταφορείς των επίσημων κρατικών πολιτικών. Κατ' επέκταση, οι όποιες αποφάσεις αποτελούν το επιστέγασμα διαρκών συνεννοήσεων και διαβουλεύσεων μεταξύ των εταίρων, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται κάθε φορά ένας συμβιβασμός που να αντανακλά το ειδικό βάρος και τα ιδιαίτερα συμφέροντα και ιεραρχήσεις του κάθε κράτους. Γι' αυτό το λόγο άλλωστε συνήθως οι αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα (Wessels 1996: 30), αφού στην πραγματικότητα δεν αποτελούν την αρχή αλλά την κατάληξη μιας ιδιαίτερα πολύπλοκης διαδικασίας. Επιπρόσθετα υπάρχει ένας αρκετά σημαντικός αριθμός ζητημάτων για τα οποία μπορεί μια χώρα να ασκήσει βέτο, ενώ της δίνεται και το δικαίωμα της αποχής με τυπική δήλωση -- πράξη η οποία την αποδεσμεύει από την εφαρμογή της συγκεκριμένης απόφασης (Ιωακειμίδης 1998: 186). Τέλος το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν παύει να αποτελεί ένα άθροισμα βουλευτών που έχουν προκύψει από εκλογές σε αυστηρά εθνικό επίπεδο και καμία συζήτηση δεν γίνεται για κατάργηση αυτού του τρόπου εκλογής. Αντίθετα ακόμα και οι πιο πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με τον αριθμό των ευρωβουλευτών εστιάζονταν στο πόσους ευρωβουλευτές θα διαθέτει κάθε ξεχωριστό κράτος.

Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη αύξηση των δυνατοτήτων του Ευρωκοινοβουλίου να ασκεί βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες της Επιτροπής και του Συμβουλίου και τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις που έχει αυτό στη μείωση του «δημοκρατικού ελλείμματος» αλλά και στην εμβάθυνση του υπερεθνικού χαρακτήρα του Κοινοβουλίου, η κατάσταση δεν εμφανίζεται να έχει αλλάξει σημαντικά. Ούτε ο ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου έχει ουσιαστικά ενισχυθεί ούτε η συνολική του λειτουργία έχει αποκτήσει ξαφνικά μια υπερεθνική χροιά. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν έχει ενισχυθεί σημαντικά διότι σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα νομοθετικό σώμα το οποίο να αντλεί την ισχύ του από την ψήφο εμπιστοσύνης που έχει λάβει από τους ψηφοφόρους, λόγω της πολιτικής που έχει διακηρύξει ότι θα ακολουθήσει η όποια πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Αποτελεί μόνον ένα μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα επιβολής βέτο απέναντι σε νομοθετικές πρωτοβουλίες του Συμβουλίου ή της Επιτροπής (Νugent 1994: 178). Επίσης, πολύ συχνά το Συμβούλιο παρακάμπτει το Κοινοβούλιο επιστρατεύοντας το επιχείρημα της ανάγκης λήψης γρήγορων αποφάσεων, θεωρώντας πως καταρχήν έχει τη συγκατάθεση του Κοινοβουλίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεδομένης της δυναμικής που παίρνουν τα πράγματα, είναι πολύ δύσκολο οι θέσεις του Κοινοβουλίου να επηρεάσουν σημαντικά τις εξελίξεις. Ταυτόχρονα υπάρχει μια πλειάδα ζητημάτων για τα οποία δεν είναι υποχρεωτική η τοποθέτηση του Κοινοβουλίου και τα οποία αφορούν τις σχέσεις της ΕΕ με τις τρίτες χώρες (Νugent 1994: 179). Τέλος, ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι πως δεν θεωρείται νομικά υποχρεωτική η ενημέρωση του Ευρωκοινοβουλίου σχετικά με το νομοθετικό έργο της Επιτροπής, παρά το γεγονός πως το μεγαλύτερο τμήμα της νομοθεσίας της ΕΕ δημιουργείται από την Κομισιόν. Η πρακτική αυτή δικαιολογείται με το γνωστό επιχείρημα της ευελιξίας στη λήψη των αποφάσεων καθώς και της «τεχνικής» μορφής του χαρακτήρα τους (Νugent 1994: 179-80). Συμπερασματικά εκείνο που προκύπτει είναι πως μόνο οριακή μπορεί να χαρακτηριστεί η αναβάθμιση του Ευρωκοινοβουλίου, η οποία αφορά θέματα στα οποία είναι αναγκαία μια ευρύτερη συναίνεση, γιατί σε αντίθετη περίπτωση αναμένεται η εκδήλωση σημαντικών διαφωνιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της πολύπλοκης διαδικασίας της συναπόφασης μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου, Κομισιόν και Συμβουλίου απεμπλέκει τα πράγματα από δυσεπίλυτες εξελίξεις και λειτουργεί νομιμοποιητικά στις ήδη υπάρχουσες εξουσίες της γραφειοκρατίας της ΕΕ.

Ένα πρόσθετο στοιχείο κριτικής στη λειτουργία της ΕΕ σχετίζεται με τον τρόπο που προετοιμάζονται οι αποφάσεις τις οποίες τελικά εγκρίνουν η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Στην πραγματικότητα για να φτάσουν οι προτάσεις στο Συμβούλιο, έχουν περάσει πρώτα από μια εξαντλητική διαδικασία στην οποία συμμετέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι των εθνικών κυβερνήσεων μαζί με τους αντίστοιχους ειδικούς της Επιτροπής, όπου συζητούνται και διαπραγματεύονται τα προσχέδια των τελικών κειμένων κυριολεκτικά λέξη προς λέξη (Wessels 1996: 30). Δύο παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν εδώ. Η πρώτη είναι πως για μία ακόμα φορά διαπιστώνεται η ενεργός συμμετοχή των εθνικών κρατών μέσω των δημοσίων υπαλλήλων τους, και η άλλη είναι ότι όλες αυτές οι διαδικασίες γίνονται από όργανα μη αιρετά, χωρίς καμία διαφάνεια στο τι συζητείται και στο πώς παίρνονται οι αποφάσεις. Στη συνέχεια τα συγκεκριμένα προσχέδια πηγαίνουν για έγκριση από το Συμβούλιο, όπου αν δεν έχουν σημειωθεί στο προηγούμενο στάδιο αντιρρήσεις επικυρώνονται. Πρόκειται, δηλαδή, για μια μεταβίβαση της πραγματικής εξουσίας στη διοίκηση μακριά από οποιαδήποτε μορφή κοινοβουλευτικού έλεγχου. Ωστόσο, παρότι δεν υπάρχει κοινοβουλευτικός έλεγχος, οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη. Οι νομικές πράξεις της ΕΚ πρέπει να μετατρέπονται σε εθνικούς νόμους ή σε εθνικές διοικητικές πράξεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, επιβλέπει επιμελώς τη μετατροπή αυτή μέσω ενός συστήματος επιτροπών στις οποίες συμμετέχουν δημόσιοι υπάλληλοι και ειδικοί της Επιτροπής. Με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνεται αυτό που ήδη υποστηρίξαμε: στην πραγματικότητα η λειτουργία της ΕΕ δεν οδηγεί σε μία αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, αλλά σε μία ενίσχυση της εξουσίας των υψηλότερων στρωμάτων της κρατικής γραφειοκρατίας, τα οποία σε στενή συνεργασία με το Εκτελεστικό αναλαμβάνουν την παρασκευή και τον έλεγχο εφαρμογής μιας νομοθεσίας που στοχεύει στη μετακύλιση του κόστους της ανόδου της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών στην πλευρά της ζωντανής εργασίας.

Το τελευταίο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι πως η όποια πολιτική ακολουθείται από το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν αντανακλά, με κανένα τρόπο, την έκφραση της θέλησης των εθνικών εκλογικών σωμάτων σχετικά με το τι μέλει γενέσθαι στα ευρωπαϊκά πράγματα , αλλά πρώτα και κύρια την εκλογική ισχύ που έχουν τα διάφορα κόμματα (ή έστω οι προτάσεις και η στρατηγική τους) σε εθνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια από τη μια υπάρχει μια παντελής άγνοια των πολιτών για το τι συζητιέται και αποφασίζεται στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ από την άλλη η στάση των ψηφοφόρων απέναντι στα εθνικά κόμματα στις διάφορες ψηφοφορίες αντικατοπτρίζει τον «εσωτερικό» διάλογο, και τους ανάλογους συσχετισμούς δύναμης, που υπάρχει στα πλαίσια κάθε χώρας. Έτσι κι όταν ακόμα τίθεται το ζήτημα επιβολής βέτο στις πρωτοβουλίες της Επιτροπής ή του Συμβουλίου, οι ευρωβουλευτές ψηφίζουν ανάλογα με το αν το θέμα είναι «ζωτικής σημασίας» για τα «εθνικά συμφέροντα» της χώρας προέλευσής τους.

Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κ., 1999, Παγκοσμιοποίηση: Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα, Νέα Σύνορα- Α.Α.Λιβάνης.

Braun M. J., 1996, An Imperfect Union: The Maastricht, Treaty and the New Politics of European Integration, Boulder, Westview Press.

Busch C., 1986, Η Κρίση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Ερατώ, Αθήνα.

Carchedi G., 1999, «Η Ο.Ν.Ε., Οι Νομισματικές Κρίσεις, και το Ενιαίο Ευρωπαϊκό Νόμισμα», Θέσειςτ. 68, σσ. 151- 172.

Chossudovsky M., 1997, The Globalisation of Poverty. Impacts of IMF and World Bank Reforms, London and New Jersey, Zed Books.

Ε.Κ.Ε.Μ., 1995, Οι Θεσμικές διαστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Μετα-Μάαστριχ εποχή,, Αθήνα, Σάκκουλας.

Θεοτοκάς Ν/ Μυλωνάκης Δ./ Σταθάκης Γ. (επιμ.) 1996, Αναδρομή στον Μαρξ, Αθήνα, Δελφίνι.

Held D./ McGrew A. (eds), 1999, The Global Transformations Reader. An Introduction to the Globalization Debate, Cambridge, Polity Press.

Ιωακειμίδης Π.Κ., 1998, Η Συνθήκη του Άμστερνταμ. Νέο πρότυπο ολοκλήρωσης ή σύμπτωμα από- ολοκλήρωσης; Αθήνα, Θεμέλιο.

Ιωακείμογλου Η., 1994, Ηγεμονία και Ολοκλήρωση. Η διεθνής οικονομία στη δεκαετία του '90, Αθήνα. Ιαμός.

Κανελλόπουλος Π.Ι, 1993, Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τόμος 1, Αθήνα- Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα,.

Κατράνης Α., 1995, «Η θεσμική διάσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Η εξέλιξη της ΓΚΑΤ από "προσωρινή" συμφωνία σε διεθνή οργανισμό», στο Α. Φατούρος/ Κ. Στεφάνου (επιμ.), Οι Συμφωνίες... σσ. 15- 78.

Κοτζιάς Ν., 1993, "Οι πολιτικοί θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η καινούρια αρχιτεκτονική της Ευρώπης", Διαλεκτικήτ. 8, σσ.. 63- 79.

Κοτζιάς Ν., 1995α, "Έχει ομοσπονδιακό μέλλον η Ευρωπαϊκή Ένωση; Μια συγκριτική ανάλυση" στο Ε.Κ.Ε.Μ. Οι Θεσμικές..., σσ. 95- 128.

Κοτζιάς Ν., 1995β, Ευρωπαϊκή Ένωση: Ένα σύστημα εν των γίγνεσθαι, Αθήνα Δελφίνι.

Lambert J., 1991, «Europe: The Nation-State dies hard», Capital and Classno 43, σσ. 9- 23.

Μαραβέγιας Ν./ Τσινισιζέλης Μ. (επιμ.), 1995, Η Ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεσμικές, Πολιτικές και ΟΙκονομικές Πτυχές, Αθήνα, Θεμέλιο.

Messerlin P., 1995, La nouvelle organisation mondiale du commerce, Paris, IFRI.

Μηλιός Γ., 2000, «Λόγος περί "Παγκοσμιοποίησης" και Μαρξιστική Αριστερά», Θέσειςτ. 72, σσ. 11- 23.

Moravcsik A., 1993, «Preferences and Power in the European Community: A Liberal Intergovernmental Approach», Journal of Common Market Studiesvol. 31 no 4, σσ. 473- 524.

Μουτσάτσος Δ., 1995, «Η Εμπορική Πολιτική» στο Ν. Μαραβέγιας/Μ. Τσινισιζέλης (επιμ.) Η Ολοκλήρωση... σσ. 526- 566.

Murray R., 1971, «The Internationalization of Capital and the Nation State", New Left ReviewNo 67, σσ. 84- 109.

Nugent N., 1994, The Government and Politics of the European Union, London Macmillan.

OCDE, 1989, Historical Statistics 1960- 1987, Paris, OECD.

Πεσμαζόγλου Β., 1996, «Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία και Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση: Μια Κριτική Επισκόπης» στο Ν. Θεοτοκάς/ Δ. Μυλωνάκης/ Γ. Σταθάκης (επιμ.) Αναδρομή στον Μαρξ, σσ. 343- 355.

Pijl der van K., 1984, The making of an Atlantic ruling class, London, Verso.

Ruigrok W./ Tulder van R., 1995, The Logic of International Restructuring, London & New York, Routledge.

Σακελλαρόπουλος Σ., 2000, «Η Μυθολογία της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης», Τετράδια Εργασίας Παντείου Πανεπιστημίουτ. 41, σσ 1- 67.

Σκανδάμης Ν., 1994, Κράτος, Δίκαιο και Κοινωνία στην Ενοποιημένη Ευρώπη. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις με άξονα το Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Τσάτσος Δ., 1997, Επίμαχες έννοιες της Ευρωπαϊκής Ενωσιακής Ένταξης, Αθήνα, Σάκκουλας.

Τσινισιζέλης Μ.Ι. / Χρυσοχόου Δ.Ν., 1995, Ευρωπαϊκή Ένωση και Δημοκρατία: Δομικές Συνθήκες και Πολιτική Διαδικασία. Συμβολή στη συζήτηση για την Αναθεώρηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα, Ι. Σιδέρης.

Τσούκαλης Λ., 1998, Η Νέα Ευρωπαϊκή Οικονομία. Στο κατώφλι του 21ου

αιώνα, Αθήνα, Παπαζήσης.

Φατούρος Α./ Στεφάνου Κ. (επιμ.), 1995, Οι Συμφωνίες του Γύρου της Ουρουγουάης για το Διεθνές Εμπόριο Αγαθών και Υπηρεσιών, Αθήνα,

Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.

Φωτόπουλος Τ., 1999, Περιεκτική Δημοκρατία, Αθήνα, Καστανιώτης.

United Nations, 1998, International Yearbook of Industrial Statistics, Vienna, United

Nations Industrial Development Organization.

Wessels W., 1996, «Institutions of the EU system: models of explanation» στο W.Wessels / D. Rometsch (eds) The European..., σσ. 20- 36.

Wessels W./ Rometsch D. (eds), 1996, The European Union and member states. Towards institutional fusion?, Manchester and New York, Manchester University Press.

Wessels W./ Rometsch D., 1996, «Conclusion: European Union and national institutions» στο W.Wessels /D..Rometsch (eds) The European..., σσ. 328- 365.

Woods N. 1999, Order, «Globalization and Inequality», στο D. Held/ A. McGrew (eds) The Global... σσ. 387- 399.


[1] Ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος πραγματοποίησε την παρούσα εργασία κατά την περίοδο που τύγχανε της μεταδιδακτορικής υποτροφίας του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών.

[2] Λέμε φανταστικό, γιατί όπως έχουμε δείξει αλλού (Σακελλαρόπουλος 2000), ο συντριπτικός όγκος των πάσης φύσεων δυτικών κεφαλαίων κατευθύνεται προς τις δυτικές οικονομίες και μόνο ένα μικρό τμήμα σε λίγες επιλεγμένες «τριτοκοσμικές» χώρες.

[3] Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου δεν είναι εφικτή μια περιοδολόγηση της πορείας και της εξέλιξης της ΕΟΚ από τα πρώτα στάδια δημιουργίας της μέχρι σήμερα. Πολύ σύντομα μόνο, σε ό,τι αφορά την αποσύνδεση των ευρωπαϊκών χωρών από την έντονη, μεταπολεμικά, αμερικάνικη επιρροή θα υπογραμμίσουμε το γεγονός της πολιτικής σταθεροποίησης των δυτικών καθεστώτων ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '40, αλλά και την πραγματοποίηση ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης οι οποίοι θα συντελέσουν αποφασιστικά στην ανάπτυξη του αυτόνομου ρόλου της Ευρώπης. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως η σχέση της παραγωγικότητας της οικονομίας των 6 χωρών που συγκρότησαν την ΕΟΚ προς την αντίστοιχη παραγωγικότητα των ΗΠΑ ήταν 0,34 το 1956 για να ανεβεί στο 0,52 το 1972. Παράλληλα, το μερίδιο των ΗΠΑ στην παγκόσμια καπιταλιστική παραγωγή θα μειωθεί από 54,6% που ήταν το 1948 σε 48,4% το 1957 και σε 40,8% το 1970 ενώ το αντίστοιχο μερίδιο των 6 χωρών που δημιούργησαν την ΕΟΚ θα ανέβει από 12% σε 19,5% (Busch 1986: 21, 262).

[4] Είναι χαρακτηριστικό πως στην πορεία προς τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς το 1992 οι συνεργασίας / συγχωνεύσεις θα αυξηθούν σημαντικά φτάνοντας το 54% του συνολικού παγκόσμιου όγκου (Πεσμαζόγλου 1996: 352).

[5] Είναι ενδεικτικό πως σχεδόν το σύνολο των ζητημάτων που αποφασίζεται στους χώρους της ΕΕ αφορά είτε θέματα διεθνών σχέσεων, είτε θέματα καθορισμού εμπορικών προδιαγραφών (στην ουσία θέσπισης νέων μορφών οικονομικού προστατευτισμού) είτε, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, σε ζητήματα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τη διανομή του παραγόμενου πλούτου. Η ΕΕ δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα του λεγόμενου σκληρού πυρήνα του αστικού κράτους, όπως είναι η οργάνωση του στρατού και των κατασταλτικών μονάδων, οι υπηρεσίες πληροφοριών αλλά και το οργανόγραμμα, και ο τρόπος λειτουργίας της Διοίκησης.