Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΒΙΟΥ1
του Breno Battistin Sebastiani

Ο ιστοριογράφος Πολύβιος της Μεγαλουπόλεως (210?-118? π. Χ.) έγραψε τις Ιστορίες 2 του με σκοπό να κατανοήσει κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν: τη ρωμαϊκή κυριαρχία σε ολόκληρη την οικουμένη. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί κατηγορίες που είναι προϊόν βαθιάς έρευνας και οξείας σκέψης. Το παρόν άρθρο επιχειρεί να δείξει ποιες κατηγορίες χρησιμοποιεί, και για ποιο σκοπό, ο Πολύβιος, προκειμένου να ορίσει ό,τι αποκαλείται σήμερα «ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός». Εκτός από την ιστοριογραφική ανάλυση, το άρθρο επιχειρεί να κατανοήσει πώς μία ιστορική έννοια μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση του παρόντος.

Μέχρι τον δεύτερο αιώνα π. Χ. η πορεία του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού ήταν βραδεία: ξεκινά τον τέταρτο αιώνα π. Χ. με την επέκταση στην ιταλική χερσόνησο. Μετά το πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π. Χ.) σταθεροποιεί την κυριαρχία της στην ιταλική χερσόνησο, στη Σικελία και Σαρδηνία (De Martino 1973: 274-5). Ο δεύτερος καρχηδονιακός πόλεμος (219-202 π. Χ.) απέβλεπε στο να αντιμετωπίσει μια ξένη εισβολή, αλλά στο τέλος έγινε σαφές ότι δεν υπήρχε ισορροπία «ιμπεριαλιστικών» δυνάμεων στη Μεσόγειο. Ανοίχτηκε ο δρόμος για την επέκταση της Ρώμης στην ιβηρική χερσόνησο και στη βόρεια Αφρική.

Το κείμενο του Πολυβίου είναι σημαντικό γιατί αυτή η πορεία της Ρώμης μονοπωλεί το ενδιαφέρον του συγγραφέα και ο ιμπεριαλισμός διαμορφώνει τη σκέψη του (Harris 1987:112). Ο ιστοριογράφος έζησε σε κύκλους της ρωμαϊκής αριστοκρατίας του δευτέρου αιώνα π. Χ. και εκεί απέκτησε την ιστοριογραφική συνείδηση που θα χρησιμοποιήσει για να ερμηνεύσει τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό.

Η έννοια του ιμπεριαλισμού που χρησιμοποιούμε εδώ για την κατανόηση των πολυβιανών αναλύσεων είναι παρόμοια με εκείνη του P. Brown (1945: 84): «προσπάθεια ενός έθνους να εκμεταλλευθεί άλλα έθνη που δεν είναι ακόμη υπό την κυριαρχία του» και κυρίως με εκείνη του W. Harris (1987:4): «τρόπος με τον οποίο ένα κράτος κατορθώνει να ασκήσει εξουσία σε άλλα κράτη ή έθνη». Ο πολυβιακός ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός ξεκινά από τον δεύτερο καρχηδονιακό πόλεμο και φθάνει μέχρι την κυριαρχία σε ολόκληρη την οικουμένη, πορεία στην οποία η Ρώμη καταφέρνει να εκμεταλλευθεί πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά όλα τα έθνη της Μεσογείου.

Ο Πολύβιος ορίζει το θέμα του με τον εξής τρόπο: «τις γαρ ούτως υπάρχει φαύλος ή ράθυμος ανθρώπων ος ουκ αν βούλοιτο γνώναι πώς και τίνι γένει πολιτείας επικρατηθέντα σχεδόν άπαντα τα κατά την οικουμένην ουχ όλοις πεντέκοντα και τρίσιν έτεσιν υπό μίαν αρχήν έπεσε την ρωμαίαν, ο πρότερον ουχ ευρίσκεται γεγονός, τις δε πάλιν ούτως εκπαθής προς τι των άλλων θεαμάτων ή μαθημάτων ος προυργιαίτερον αν τι ποιήσατο τήσδε της εμπειρίας;» (Ι, 1, 5-6).

Στο δεύτερο αιώνα π. Χ. δεν υπήρχε ο σημερινός όρος «ιμπεριαλισμός», αλλά ο ιστοριογράφος γνώριζε τις χρήσεις του όρου στα λατινικά3 και το κείμενό του αναφέρεται στα εξής στοιχεία: τρόπο («πώς και τίνι γένει πολιτείας»), χρόνο («ουχ όλοις πεντέκοντα και τρίσιν έτεσιν») και έκταση («σχεδόν άπαντα τα κατά την οικουμένην»). Αυτές οι κατηγορίες που συνοψίζονται στο τρίτο βιβλίο του (ΙΙΙ, 1, 4) δηλώνουν ότι η πολυβιανή σκέψη περιγράφει την πορεία αυτού που σήμερα ονομάζουμε «ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό». Ο «χρόνος» και η «έκταση» είναι προφανείς. Ο τρόπος συνδέεται με εκείνο που οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι αποκαλούν στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία και οικονομική εκμετάλλευση. Με αυτές τις τέσσερες κατηγορίες ο Πολύβιος περιγράφει την «μίαν αρχήν την ρωμαίαν».

Δύο σύγχρονες ιστορικές προσεγγίσεις διερευνούν το αν οι Ρωμαίοι προσανατολίζονταν συνειδητά προς μία επιθετική πολιτική κατά την περίοδο εκείνη. Ο E. Badian (1968) απαντά αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι οι ρωμαϊκοί πόλεμοι οφείλονται στο φόβο ενδεχόμενων απειλών του ρωμαϊκού χώρου ή των συμμάχων της Ρώμης4. Έτσι οι Ρωμαίοι έγιναν ιμπεριαλιστές χωρίς να το επιδιώκουν. Η κύρια υπόθεση αυτής της προσέγγισης βασίζεται στο ότι δεν υπήρχε οικονομική επιδίωξη επέκτασης μέχρι την ύστερη περίοδο της δημοκρατίας και άρα δεν υπήρχε η βούληση επέκτασης του πεδίου κυριαρχίας.

Για τον W. Harris (1987, πρώτη έκδοση: 1979) αντιθέτως οι Ρωμαίοι ήταν επιθετικοί συνειδητώς, και αυτό προκύπτει από τέσσερα χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής κοινωνίας σ’ αυτήν την εποχή: το κοινωνικό ρωμαϊκό ήθος ή status που βασιζόταν στον πόλεμο, το ότι πολλοί Ρωμαίοι, κυρίως οι Συγκλητικοί, αποκόμιζαν κέρδη από τους πολέμους ή την επέκταση, το γεγονός ότι η επέκταση υποστηριζόταν από την κοινωνία και το ότι οι Ρωμαίοι είχαν επιθετικές προθέσεις καίτοι δεν τις έδειχναν.

Αν δώσουμε έμφαση στην ανάλυση των οικονομικών σχέσεων, ισχυρότερη παρουσιάζεται η δεύτερη προσέγγιση, του W. Harris. Υπάρχουν τρεις επιπλέον λόγοι που συνηγορούν προς μια τέτοια ερμηνεία: Πρώτον, το κείμενο του Πολυβίου είναι ασαφές σχετικά με την ευθύνη και τις αιτίες του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου5, πράγμα που μπορεί να ερμηνευθεί πως οι Ρωμαίοι ενδεχομένως είχαν διαμορφώσει μια επιθετική στρατηγική. Δεύτερον, διότι η ρωμαϊκή αριστοκρατία του τρίτου και δευτέρου αιώνα π. Χ. είχε προκύψει από μία κοινωνία στην οποία η πολιτική διοίκηση στηριζόταν στη στρατιωτική δύναμη, και επομένως η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήταν στενά συνδεδεμένες και σε μεγάλο βαθμό αναπαράγονταν μέσα από πολέμους, οι οποίοι απωθούσαν τους οικονομικούς αντιπάλους της Ρώμης στη Μεσόγειο, όπως τη Μακεδονία διά του Τρίτου Μακεδονικού Πολέμου (171-168 π. Χ.), ολόκληρη την Ελλάδα με την εκμηδένιση της Κορίνθου (146 π. Χ.) και την Καρχηδόνα διά του Τρίτου Καρχηδονιακού Πολέμου (149-146 π. Χ.). Τρίτον, διότι ο Δεύτερος Καρχηδονιακός Πόλεμος ανέτρεψε πραγματικά την ισορροπία των πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών συσχετισμών δύναμης στη δυτική Μεσόγειο, και απέφερε στη Ρώμη τεράστια δύναμη, με τη λεηλασία της Ιβηρίας, της Σικελίας και ιδίως της Αφρικής, μετά τη μάχη στη Ζάμα (202 π. Χ.), ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη δημιουργία της ρωμαϊκής οικουμένης. Συμπερασματικά, η δεύτερη προσέγγιση είναι επαρκέστερη και παρέχει πιο ολοκληρωμένα θεωρητικά εργαλεία, καθώς λαμβάνει υπόψη της την οικονομική παράμετρο, η οποία διαφεύγει της προσοχής της πρώτης προσέγγισης. Η δεύτερη προσέγγιση μας επιτρέπει να συσχετίσουμε καλύτερα τα κοινωνικά με τα πολιτικά ζητήματα.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, αξίζει να διερευνήσουμε τις αμφιβολίες του Πολυβίου σχετικά με τις πολιτικές πρωτοβουλίες των Ρωμαίων της εποχής. Όταν αναφέρεται στο ζήτημα των ρωμαϊκών ευθυνών για τους πολέμους ή στη χρονική στιγμή που οι Ρωμαίοι διαμόρφωσαν την ιδέα της κατάκτησης του κόσμου – πράγμα που κατά βάση αποτελεί το ίδιο ζήτημα – ο Πολύβιος πάντοτε διατυπώνει αμφιβολίες: στο αρχικό σχέδιο του κειμένου του (ΙΙΙ, 2, 6-8) γράφει ότι «μέγιστα συνεβάλετ’ αυτοίς [τοις Ρωμαίοις] η του πολιτεύματος ιδιότης προς το μη μόνον ανακτήσασθαι την Ιταλιωτών και Σικελιωτών δυναστείαν, έτι δε την Ιβήρων προσλαβείν και Κελτών αρχήν, αλλά το τελευταίον και προς το κρατήσαντας τω πολέμω Καρχηδονίων έννοιαν σχείν της των όλων επιβολήν», αλλά σημειώνει επίσης ότι (XV, 10, 2) πριν τη μάχη στη Ζάμα ο Ρωμαίος στρατηγός Σκιπίων ο Αφρικανός είχε διατυπώσει την εξής άποψη: «κρατήσαντες μεν των εχθρών ου μόνον των εν Λιβύη πραγμάτων έσονται κύριοι βεβαίως, αλλά και της άλλης οικουμένης την ηγεμονίαν και δυναστείαν αδήριτον αυτοίς τε και τη πατρίδι περιποιήσουσιν».

Ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνει τις αμφιβολίες6 του ο Πολύβιος δηλώνει ότι η ρωμαϊκή αριστοκρατία είχε ιμπεριαλιστικά σχέδια, επιδιώκοντας την παγκόσμια κυριαρχία. Το ιστοριογραφικό κείμενο του Πολυβίου διατυπώνει αμφιβολίες, τις οποίες όμως καταρρίπτουν οι ιστορικές πληροφορίες που το ίδιο κείμενο περιέχει. Ο ίδιος το γνώριζε, όταν έγραφε στο πρώτο σχέδιο του κειμένου του: «ούτε γαρ πολεμεί τοις πέλας ουδείς νουν έχων ένεκεν αυτού του καταγωνίσασθαι τους αντιταττομένους, ούτε πλει τα πελάγη χάριν του περαιωθήναι μόνον, και μην ουδέ τας εμπειρίας και τέχνας αυτής ένεκα της επιστήμης αναλαμβάνει. Πάντες δε πράττουσι πάντα χάριν των επιγινωμένων τοις έργοις ηδέων ή καλών ή συμφερόντων» (ΙΙΙ, 4, 10-11)7. Μετά το τέλος του τρίτου αιώνα π. Χ., η ρωμαϊκή πολιτική-στρατιωτική στρατηγική έτρεφε τις σχέσεις της κοινωνικής και οικονομικής κυριαρχίας της Ρώμης.

Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο, ο Πολύβιος διερευνά πώς η ρωμαϊκή αριστοκρατία έγινε μία πλούσια, κλειστή και ισχυρή ολιγαρχία, η nobilitas 8 . Γράφει ότι «ην μεν δη τρία μέρη τα κρατούντα της πολιτείας – VI, 11, 11»9 της ρωμαϊκής κοινωνίας στα 216 π. Χ., το έτος της μάχης των Καννών, όταν οι Ρωμαίοι υπέστησαν την χειρότερη καταστροφή του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου. Πραγματικά, την περίοδο αυτή οι εξουσίες του ρωμαϊκού κράτους ήταν στα χέρια αφενός του Συγκλήτου που απαρτιζόταν από τους πλουσίους homines noui, και αφετέρου της κληρονομικής αριστοκρατίας που πάντοτε κατείχε τις σημαντικότερες αρχές, όπως την υπατία, την πραιτωρία, την ταμιεία και τη δικτατορία. Αυτή η αριστοκρατία και αυτοί οι homines noui, όλοι πλούσιοι γαιοκτήμονες10 , απάρτιζαν τη ρωμαϊκή ολιγαρχία που κατηύθυνε τόσο την πολιτική της πόλεως όσο την ιμπεριαλιστική της στρατηγική. Ο πόλεμος ήταν το μέσο που απέφερε στη Ρώμη πλούτη και εξουσία. Όπως υποστηρίζει ο W. Harris (1987:10-11), ο πόλεμος ήταν η πιο σημαντική πρακτική για να μπορέσει ένας νέος να εισέλθει στις τάξεις των αριστοκρατών, ως τον δεύτερο αιώνα π. Χ., ενώ η αρχηγία του πολέμου ήταν η σημαντικότερη δραστηριότητα της υπατίας. Μία πολιτική που προωθούσε τον πόλεμο ενίσχυε ακόμα και από οικονομική άποψη την ολιγαρχική εξουσία.

Η ανάλυση του W. Harris ερμηνεύει τους δύο τρόπους («πώς και τίνι γένει πολιτείας») με τους οποίους οι Ρωμαίοι επικράτησαν στην οικουμένη: πρώτον, διότι οι πράξεις των υπάτων πάντοτε υπάγονταν στη Σύγκλητο (κοινωνικά, εφόσον τα μέλη της Συγκλήτου ήταν επίσης αριστοκράτες, και πολιτικά, διότι ήταν υπαγμένοι στην εξουσάι της Συγκλήτου) και τον λαό (οι ύπατοι εκλέγονταν από τον λαό που αντιπροσωπευόταν στα comitia centuriata ), και δεύτερον, διότι μία πολιτική πολέμων έμοιαζε να εξασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντα ολόκληρης της ρωμαϊκής κοινωνίας, καθώς αύξανε τα πλούτη των αρχόντων, το γόητρο της αριστοκρατίας και τους τρόπους μέσω των οποίων ο λαός διασφάλιζε μια σχετική ευμάρεια, «το εμπόριο και τις χρηματικές δραστηριότητες» (Clemente 1984:169).

Αν και ο Πολύβιος φαίνεται να περιγράφει μία ρωμαϊκή πολιτεία η οποία στηρίζεται με ισορροπημένο τρόπο σε τρία μέρη (αριστοκρατία, Σύγκλητος, λαός) αναφορικά με την πολιτική πράξη ή και με τα οικονομικά οφέλη, ο ίδιος γνώριζε (Lintott 1999:65; Corassin 2002:75) ότι από τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό ωφελείτο κυρίως, και ενίσχυε την εξουσία της, η ολιγαρχική αριστοκρατία. Έγραφε στο XXIII, 14, 1 «ότι Πόπλιος φιλοδοξήσας εν αριστοκρατικώ πολιτεύματι» και στο VI, 51, 3 ότι «παρά δε Ρωμαίους ακμήν [της πολιτείας] είχεν η Σύγκλητος». Ακριβώς επειδή η Σύγκλητος κυριαρχούσε στην ρωμαϊκή πολιτεία, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στους Καρχηδονίους, όπου κυρίαρχος ήταν ο λαός, οι Ρωμαίοι νίκησαν στον Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο: «όθεν παρ’οις [τοις Καρχηδονίοις] μεν των πολλών βουλευομένων, παρ’οις [τοις Ρωμαίοις] δε των αρίστων, κατίσχυε τα Ρωμαίων διαβούλια περί τας κοινάς πράξεις. Ή και πταίσαντες τοις όλοις τω βουλεύεσθαι καλώς τέλος επεκράτησαν τω πολέμω των Καρχηδονίων» (VI, 51, 7-8). Το ότι σκοπίμως παραλείπει ο Πολύβιος την όποια αναφορά στα οφέλη που αποκόμιζαν οι nobiles της res publica romana, δεν σημαίνει μόνο ότι διέκειτο φιλικώς προς τη ρωμαϊκή εξουσία. Η στάση του φανερώνει και την ιδεολογική συγγένεια ανάμεσα στον Έλληνα πολιτικό, άρχοντα και συγγραφέα και τους ομολόγους Ρωμαίους κυρίους του (τους Aemilios Scipiones) με τους οποίους έζησε ο Πολύβιος (Walbank 1972:155; North 1990:7-8)11 .

Αναφορικά με τον τρίτο λόγο που οδηγούσε τους Ρωμαίους στους πολέμους και τον ιμπεριαλισμό, αξίζει να τονίσουμε και πάλι ότι η εξουσία της ρωμαϊκής ολιγαρχίας σε μεγάλο βαθμό τρέφεται από τις τεράστιες λεηλασίες μετά τη νικηφόρα μάχη στη Ζάμα. Όταν Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων ο Αφρικανός επέστρεψε θριαμβευτής στη Ρώμη (Πολ., XVI, 23) στα 201 π. Χ. μετά τη νίκη κατά του Αννίβα, δηλαδή με το τέλος του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου, ολόκληρη η δυτική Μεσόγειος ήταν ήδη υπό ρωμαϊκή κυριαρχία: η πόλη που μέχρι τότε δεν διέφερε ουσιαστικά από άλλες πόλεις στην Ιταλία, είναι τώρα ο κυρίαρχος σχεδόν ολόκληρης της οικουμένης. Τα σχεδόν πενήντα τρία χρόνια κατά τα οποία εκδηλώνεται ο ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός αρχίζουν, σύμφωνα με τον Πολύβιο, από τον Δεύτερο Καρχηδονιακό Πόλεμο (219 π. Χ.) και εκτείνονται μέχρι τη νίκη των ρωμαίων στην Πύδνα (168 π. Χ.). Η περίοδος αυτή είναι η πιο γόνιμη της ρωμαϊκής ιστορίας από οικονομική άποψη, αλλά όχι ακόμη η πιο επιθετική.

Εκ των τεσσάρων περιοχών στις οποίες, σύμφωνα με την περιγραφή του Πολυβίου λαμβάνει χώρα ο Δεύτερος Καρχηδονιακός Πόλεμος (Ιβηρία, Ιταλία, Σικελία και Αφρική), η πρώτη ήταν μια νέα χώρα, πλούσια σε στρατιώτες και άργυρο, η δεύτερη υπό παλαιά ρωμαϊκή κυριαρχία που τώρα σταθεροποιείται οριστικά, η τελευταία υπήρξε εκείνη από την οποία έλαβε χώρα η μέγιστη λεηλασία12 που έγινε ποτέ απ’ τους Ρωμαίους. Ωστόσο, η τρίτη περιοχή υπήρξε η πιο σημαντική.

Με τη νίκη κατά των Συρακουσών απ’ τον Μάρκο Μαρκέλλο (212 π. Χ.), οι Ρωμαίοι εξασφάλισαν την οριστική τροπή του πολέμου. Νικώντας στη Σικελία έχουν επιτύχει όλους τους σκοπούς για τους οποίους πολέμησαν και στις άλλες περιοχές: έσβησαν όλες τις καρχηδονικές απειλές κατά της Ιταλίας, αποκατέστησαν την παλαιά συμμαχία με τους Σικελιώτες, κατέκτησαν την από στρατηγική άποψη πιο σημαντική θέση στη Μεσόγειο και παράλληλα απέκτησαν τεράστια πλούτη: «το μεν ουν τον χρυσόν και τον άργυρον αθροίζειν προς αυτούς ίσως έχει τινά λόγον. Ου γαρ οίον τε των καθόλου πραγμάτων αντιποιήσασθαι μη ου τοις μεν άλλοις αδυναμίαν ενεργασαμένους, σφίσι δε την τοιαύτην δύναμιν ετοιμάσαντας» (Πολ., IX, 10, 11)13 .

Με την περιγραφή της λεηλασίας της Σικελίας, ο Πολύβιος γίνεται ο πρώτος αρχαίος Έλληνας ιστορικός που δείχνει να κατανοεί και να χρησιμοποιεί ευρέως οικονομικούς παράγοντες για την εξήγηση των ιστορικών ζητημάτων. Ο Θουκυδίδης είχε ήδη χρησιμοποιησεί την ίδια κατηγορία, αλλά με επιφανειακό τρόπο: η κύρια κατηγορία με την οποία ερμηνεύει τον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό ήταν ο λακεδαιμονικός φόβος14. Μαζί με τον οικονομικό σκοπό των ρωμαϊκών νικών, ο Πολύβιος κατανοεί και άλλο ένα φαινόμενο που συνυφαίνεται με τον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό ιμπεριαλισμό: τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό.

Ο Πολύβιος υποστηρίζει πως όταν οι Ρωμαίοι ανακατέλαβαν τη Σικελία, δεν έφεραν μόνο υλικά αγαθά στη Ρώμη, αλλά και πολλές «γραφές και τύπους» (IX, 10, 12) με τους οποίους έκαναν «ενδοξοτέραν την σφετέραν πατρίδα». Η Σικελία και το σύνολο του ανατολικού κόσμου από το δεύτερο αιώνα π. Χ. ως τον τέταρτο αιώνα μ. Χ. ήταν τόποι του ρωμαϊκού πολιτιστικού διαφωτισμού, μέσω των οποίων οι Ρωμαίοι ‘ελαβαν πολιτιστικές επιρροές (Hadas 1950:134; De Martino 1973:315). Αυτό που περιγράφουμε εδώ είναι οι ρίζες της εισαγωγής του ελληνισμού στη Ρώμη, ένα φαινόμενο που άρχισε από την οικογένεια των Κορνηλίων, της οποίας ο δεύτερος Σκιπίων Αιμιλιανός ο Αφρικανός, κύριος και φίλος του Πολυβίου, υπήρξε ο μεγάλος ευεργέτης. Με τον εποικισμό της περιοχής από τους Ρωμαίους μετά τη μάχη στην Πύδνα, το κείμενο του Πολυβίου ενσαρκώνει την πρώτη ελληνική «εκρωμαϊσμένη» συνηγορία υπέρ του πολιτιστικού ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού: υιοθετεί τη ρωμαϊκή ηθική των Κορνηλίων όπως επίσης και του moris maiorum, 15 συζητεί με την ρωμαϊκή ιστοριογραφία σχετικά με τις αρχές της ιμπεριαλιστικής πορείας16 και προβάλλει το στίχο του Ρωμαίου ποιητή Οράτιου17 , σύμφωνα με τον οποίο η Ελλάδα κατακτά τη Ρώμη από την οποία κατακτήθηκε. Πολιτιστικά ο ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός ήταν τόσο αρπακτικός όσο και οικονομικά, αλλά αναμφισβήτητα ο πρώτος έκανε τον δεύτερο δυνατό, ένδοξο και μισητό. Ο Πολύβιος περιέγραψε ρητώς τον ρωμαϊκό πολιτιστικό ιμπεριαλισμό όπως και τον οικονομικό και, παρά την αμφισημία της κριτικής του, στην ανάλυσή του διακρίνουμε τη δυσφορία αυτών που κατακτήθηκαν.

Μετά τη μάχη στη Ζάμα η πορεία ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού γίνεται πιο επιθετική και ταχεία: Ο Πολύβιος το αντιλήφθηκε και τροποποίησε το αρχικό σχέδιο των Ιστοριών του (για τα προαναφερθέντα σχεδόν πενήντα τρία χρόνια), καθώς γράφει: «διό και της πραγματείας ταύτης τούτ’έσται τελεσιούργημα, το γνώναι την κατάστασιν παρ’εκάστοις, ποία τις ην μετά το καταγωνισθήναι τα όλα και πεσείν εις την των ρωμαίων εξουσίαν έως της μετά ταύτα πάλιν επιγενομένης ταραχής και κινήσεως. Υπέρ ης διά το μέγεθος των εν αυτή πράξεων και το παράδοξον των συμβαινόντων, το δε μέγιστον, διά το των πλείστων μη μόνον αυτόπτης, αλλ’ων μεν συνεργός ων δε και χειριστής γεγονέναι, προήχθην οίον αρχήν ποιησάμενος άλλην γράφειν» (ΙΙΙ, 4, 12-13). Έγινε μάρτυρας σχεδόν ολόκληρης αυτής της δεύτερης πορείας μετά τη μάχη στη Ζάμα, εφόσον έζησε στη Ρώμη απ’ το 167 ως 150 π. Χ., και συνόδευε τον Αιμιλιανό Σκιπίωνα όταν αυτός κατέστρεψε την Καρχηδόνα το 146 π. Χ. Ο προηγούμενος ιστορικός σταθμός περί του οποίου γράφει είναι ακριβώς το έτος 168 π. Χ., όταν έλαβε χώρα η μάχη της Πύδνας. Με την κατάληψη της Μακεδονίας από τον Ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο, διαβάζουμε στον Πολύβιο ότι λεηλατήθηκε η βιβλιοθήκη του Μακεδόνα βασιλιά Περσέα. Αφότου οι Ρωμαίοι εκμηδένισαν Καρχηδόνα και Κόρινθο στο ίδιο έτος, το 146 π. Χ., η Μεσόγειος έγινε πλέον «ρωμαϊκή λίμνη».

Στο έργο του Πολυβίου θεμελιώνεται η οξεία ιστορική αντίληψη ενός ιστορικού ο οποίος γνωρίζει ότι η στρατιωτική νίκη δεν είναι πάντοτε η συμβολική ή η πιο σημαντική. Η μάχη στη Ζάμα άνοιξε το δρόμο προς τη δυτική Μεσόγειο, έφερε πολλά πλούτη, στρατιώτες, συμμάχους, εδάφη και έργα τέχνης, αλλά το 146 π. Χ. συμβολίζει κυρίως το μέγεθος και την ικανότητα της ρωμαϊκής δυνάμεως που θα διατηρηθεί ως τον δεύτερο αιώνα μ. Χ.

Η ιστορική ανάλυση του Πολυβίου συμπίπτει με το ιστοριογραφικό σχέδιό του: για τον ιστορικό δεν ήταν τόσο σημαντικό να αποτιμήσει αν οι Ρωμαίοι είναι επιθετικοί ή όχι, όσο το να περιγράψει την πορεία μέσα από την οποία η φιλοδοξία ένας λαού θέτει στο περιθώριο όλους τους τότε γνωστούς λαούς. Ο φίλος των ρωμαίων δεν μπόρεσε να τους κρίνει, αλλά ο Έλληνας ιστορικός ήξερε να αποκαλύπτει εντέχνως πώς λειτουργεί μία κυριαρχική μηχανή. Όλες οι αμφιβολίες του κειμένου του υποδηλώνουν τη φιλία του προς τους Ρωμαίους, αλλά το βασικό μάθημα των Ιστοριών συνίσταται στο ότι με πλάγιες αναφορές αποκαλύπτει την τραγικότητα των ιστορικών συμβάντων, την οποία μπορούσε να κατανοήσει το αρχαιοελληνικό πνεύμα: Ο Πολύβιος βλέπει μαζί με τον Αιμιλιανό Σκιπίωνα την Καρχηδόνα να καίγεται, και ο στρατηγός τού λέει: «και επιτρέψας εξ αυτής και λαβόμενός μου της δεξιάς “ω Πολύβιε” έφη “καλόν μεν, αλλ’ουκ οίδ’οπως εγώ δέδια και προορώμαι μη ποτέ τις άλλος τούτο το παράγγελμα δώσει περί της ημετέρας πατρίδος”. Ταύτης δε δύναμιν πραγματικωτέραν και νουνεχεστατέραν ου ράδιον ειπείν. Το γαρ εν τοις μεγίστοις κατορθώμασι και ταις των εχθρών συμφοραίς έννοιαν λαμβάνειν των οικείων πραγμάτων και της εναντίας περιστάσεως και καθόλου πρόχειρον έχειν εν ταις επιτυχίαις την της τύχης επισφάλειαν ανδρός εστι μεγάλου και τελείου και συλλήβδην αξίου μνήμης» (XXXVIII, 21, 1-3).18

Το κύριο μάθημα που διδάσκουν οι Ιστορίες του Πολυβίου είναι ότι οι πολιτικές μεταβολές, όπως επίσης κι οι μεταβολές από πολέμους, αλλά και τα κράτη, δεν είναι αιώνια19 . Δεν πρόκειται για μάθημα πολιτικό, ούτε στρατιωτικό ή ηθικό, αλλά θεωρητικό, που αντιλαμβάνεται την ιστορία ως την «μόνην διδάσκαλον του δύνασθαι τας της τύψης μεταβολάς γενναίως υποφέρειν» (Ι, 1, 2). Η πετυχημένη αλλά και τραγική μεταβολή του ιστοριογράφου, από ένδοξο στρατηγό σε όμηρο των Ρωμαίων, σφυρηλατεί την ιστοριογραφική συνείδησή του: ο πολυβιανός ορισμός του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού προκύπτει από μια ανάλυση της οποίας το υποδεικνυόμενο τέρμα συνίσταται στην υπόδειξη του εφήμερου χαρακτήρα της τεραστίας πολιτικής, στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτιστικής δύναμης και φιλοδοξίας. Έτσι, το ιστορικό κείμενο σφύζει όχι από κάποιο μάθημα, αλλά από την απειλή που ελλοχεύει για κάθε ιμπεριαλιστικό κράτος.


Βιβλιογραφία

BADIAN, E. 1968, Roman imperialism in the late republic. New York: Cornell University Press, 2 ed.

BRISCOE, J. 1989, «The Second Punic War», 44-80, in: The Cambridge Ancient History. Ed. by A. E. Astin, F. W. Walbank F. B. A., M. W. Frederiksen, R. M. Olgivie. Cambridge: Cambridge University Press, v. VIII: «Rome and the Mediterranean to 133 B. C.», 2 ed..

BROWN, P. M. 1945, «Imperialism», American Journal of International L aw 39.1: 84-86.

CLEMENTE, G. 1984, «Lo sviluppo degli attegiamenti economici della classe dirigente fra il III e il II sec. a. C.», σε: HARRIS, W. V. (ed.). The imperialism of mid-Republican Rome, Rome: American Academy in Rome, Papers and monographs of the American Academy in Rome, v. XXIX.

CORASSIN, M. L. 2002, «A Stasis: o conflito na Republica romana», Hypnos 9: 68-82.

De MARTINO, F. 1973, Storia della costituzione romana, Napoli: Eugenio Jovene, vol. II, 2 ed.

DEROW, P. S. 1979, «Polybius, Rome and the East», Journal of Roman Studies 69: 1-15.

HADAS, M. 1950, «Aspects of nationalist survival under Hellenistic and Roman imperialism», Journal of the History of Ideas 11.2: 131-139.

HARRIS, W.V. 1987, War and imperialism in republican Rome 327-70 B.C. Oxford: Clarendon Press (Oxford University Press).

HOMO, L. 1950, Les institutions politiques romaines. De la cite a l’Etat. Paris: Albin Michel.

LATTE, K. et alii. 1956, Histoire et historiens dans l’antiquite. Entretiens sur l’antiquite classique, (Fondation Hardt, 4).

LINTOTT, A. 1999, The constitution of the Roman Republic. Oxford, Clarendon.

MOMIGLIANO, A. 1972, «Tradition and the classical historian», History and theory 11.3: 279-293.

MOMMSEN, T. 1856, Romische Geschichte, http://gutemberg.spiegel.de/mommsen.

NORTH, J. A. 1990, «Democratic politics in Republican Rome», Past & Present 126: 3-21.

WALBANK, F. W. 1957, A historical commentary on Polybius. Oxford: Clarendon Press, v. I – Commentary on books I-VI.

_______________1963, «Polybius and Rome’s eastern policy», Journal of Roman Studies 53: 1-13.

_______________ 1972, Polybius, Los Angeles & Berkeley: University of California Press.


1. Η μελέτη συντάχθηκε στα ελληνικά και παραχωρήθηκε στις Θέσεις από τον συγγραφέα της, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Sao Paulo. Το κείμενο επιμελήθηκαν γλωσσικά οι Δ. Δημούλης και Γ. Μηλιός.

2. Το έργο αυτό του Πολυβίου αποτελείται από 40 βιβλία στα οποία eξιστορεί τα γεγονότα από το έτος 264 π. Χ. σε σχέση με τις εξελίξεις στον τότε γνωστό κόσμο. Με το έργο του αυτό ο Πολύβιος παρουσιάζει την ανάδειξη της Ρώμης σε παγκόσμια δύναμη. Τα 5 πρώτα από τα βιβλία του έχουν διασωθεί στο σύνολό τους, ενώ από τα υπόλοιπα σώζονται αποσπάσματα. [ΣτΕ].


3. Στο ρωμαϊκό κόσμο η λέξη imperium σήμαινε σχεδόν αποκλειστικά την πολιτική-στρατιωτική εξουσία των αρχόντων. Από το δεύτερο αιώνα π. Χ., ο όρος δηλώνει και το πεδίο στο οποίο ο άρχων ασκεί την εξουσία του, κάτι ανάλογο με την «αυτοκρατορία». Ο Ρωμαίος ποιητής Accius, σύγχρονος του Πολυβίου, χρησιμοποιεί τη λέξη με τη δεύτερη σημασία ( Argiuum imperium – Atreus, στ. 231).

4. Η ερμηνεία αυτή θυμίζει τον T. Mommsen (1856: III, 6), ο οποίος έγραψε σχετικά με το τέλος του β΄ καρχηδονιακού πολέμου ότι οι Ρωμαίοι επιδίωκαν μόνον να κυριαρχήσουν στην Ιταλία και ότι η κυριαρχία επί της Μεσογείου επήλθε χωρίς τη θέλησή τους («ohne ihre Absicht durch die Verhaltnisse zugeworfen worden»).

5. Βλ. κυρίως Πολ., ΙΙΙ, 30: «Τούτων δη τοιούτων υπαρχόντων, ομολογούμενον ην κακείνο διότι Ζακανθαίοι πλείοσιν έτεσιν ήδη πρότερον των κατ’ Αννίβαν καιρών εδεδώκεισαν αυτούς εις την των ρωμαίων πίστιν. Σημείον δε τούτο μέγιστον και παρ’ αυτοίς τοις Καρχηδονίοις επέτρεψαν, καίπερ εγγύς όντων αυτών και τα κατά την Ιβηρίαν ήδη πραττόντων, αλλά Ρωμαίους και διά τούτων εποιήσαντο την κατόρθωσιν της πολιτείας. Διόπερ ει μεν τις την Ζακάνθης απώλειαν αιτίαν τίθησι του πολέμου, συγχωρητέον αδίκως εξενηνοχέναι τον πόλεμον Καρχηδονίους κατά τε τας επί του Λυτατίου συνθήκας, καθ’ ας έδει τοις εκατέρων συμμάχοις την υφ’ εκατέρων υπάρχειν ασφάλειαν, κατά τε τας επ’ Ασδρούβου, καθ’ ας ουκ έδει διαβαίνειν τον Ίβηρα ποταμόν επί πολέμω Καρχηδονίους. Ει δε την Σαρδόνος αφαίρεσιν και τα συν ταύτη χρήματα, πάντως ομολογητέον ευλόγως πεπολεμηκέναι τον κατ’ Αννίβαν πόλεμον τους Καρχηδονίους. Καιρώ γαρ πεισθέντες ημύνοντο συν καιρώ τους βλάψαντας».

6. Harris 1987:108-9, Walbank 1963:9, Walbank, 1972:160-1, Derow 1979:2-4.

7. Αν κι αυτή η ιδέα θα μπορούσε να είναι ρητορικός τύπος (βλ. Ισοκράτης, Αντίδοσις, 217: «Εγώ μεν ουν ηδονής ή κέρδους ή τιμής ένεκά φημι πάντας πάντα πράττειν»), καθώς η πραγματική συνείδηση του Πολυβίου – σχεδόν ρωμαϊκή –, η στρατιωτική εμπειρία του και ο αναγκαίος κριτικός νους του θα δήλωναν απλώς την αποδοχή των ρητορικών σχημάτων, ως ηθική-πολιτική ανάλυση.

8. Στον τρίτο αιώνα π. Χ. 6 οικογένειες κατέχουν 83 υπατίες, ενώ μόνοι οι Κορνήλιοι 19. Στον ίδιο αιώνα εξακολούθησε η συγκέντρωση αρχών.

9. Το κείμενο του Πολυβίου περί της ρωμαϊκής πολιτείας τοποθετείται στο χωρίο VI, 11-19, όπου περιγράφει ποιοι είναι οι πόλοι της εξουσίας (οι ύπατοι, η Σύγκλητος και ο λαός) και πώς κάθε ένας από αυτούς συσχετίζεται με τους άλλους.

10. Ο L. Homo (1950:117) περιγράφει πώς σχηματίσθηκαν τα πρώτα ιταλικά latifundia στο δεύτερο αιώνα π. Χ.

11. Στον πρώτο αιώνα π. Χ. ο Ρωμαίος φιλόσοφος Κικέρων, στο De republica του, θα παρουσιάσει τον Πολύβιο μαζί με τον στωικό φιλόσοφο Παναίτιο, με τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό και με τον πρέσβη Γάιο Λούλιο (φίλο και συνάρχοντα του Σκιπίωνα), όταν αναφέρεται στη ρωμαϊκή πολιτεία. Αυτή η ομάδα διανοουμένων έχει γίνει γνωστή ως ο «Κύκλος των Σκιπιώνων» και εισήγαγε στη Ρώμη τον ελληνικό πολιτισμό ύστερα απ’ το τέλος του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου.

12. Ο Πολύβιος την περιγράφει στο XV, 18.

13. Ο Briscoe 1989: 61-2 περιγράφει τα τεράστια πλούτη της Συρακουσών.

14. Καθώς γράφει στο I, 75, 3 (μιλούν οι Αθηναίοι για τους Λακεδαιμονίους): «εξ αυτού δε του έργου κατηναγκάθημεν το πρώτον προαγαγείν αυτήν ες τόδε, μάλιστα μεν υπό δέους, έπειτα και τιμής, ύστερον και ωφελίας».

15. Mos maiorum ονομαζόταν ο κώδικας ηθικής και κανόνων χρηστής συμπεριφοράς στην αρχαία Ρώμη. [ΣτΕ].

16. Συζητεί κυρίως με τους Fabium Pictorem (στο ΙΙΙ, 9 περί των αιτιών του Δευτέρου Καρχηδονιακού Πολέμου), Catonem, Postumium Albinum (αμφότεροι στο XXXIX, 1), επίσης και με Ρωμαίους ποιητές όπως ο Naeuium. Βλ. Hanell, «Zur Problematik der alteren romischen Geschichtsschreibung», σ. 152, σε: Latte et alii, 1956 και Walbank 1957: 27-9.

17. Επιστ., II, 1, 156-7: Graecia capta ferum uictorem cepit et artis / intulit agresti Latio .

18. Από την περιγραφή αυτή του Πολυβίου εμπνεύστηκε ο Χάινερ Μύλλερ το ποίημα «Στρατηγού αισθήματα» (1994): «Ο ΣΚΙΠΙΩΝ ενώ οι στρατιώτες του αλάτι σκόρπιζαν/ στης Καρχηδόνας τα συντρίμμια και τα πτώματα βουνό/ Απήγγελλε Όμηρο ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ’ΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ κι έκλαιγε/ Το είδε ο Πολύβιος ο Ιστορικός/ Εμείς πότε είδαμε νικητή να κλαίει», σε Heiner Muller, 2001, Δύστηνος Άγγελος , μτφ. Ελένη Βαροπούλου, Αθήνα: Άγρα. [ΣτΕ].

19. Ο Momigliano 1972: 284-5 περιγράφει και αναλύει γιατί η έννοια της μεταβολής, η οποία γίνεται κατανοητή σε αναφορά τόσο με τον πόλεμο όσο και με την πολιτική, ήταν το κύριο θέμα της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας.