1. Εισαγωγή
Ο ταξικός χαρακτηρισμός της μικροαστικής τάξης είναι πραγματικά η λυδία λίθος της μαρξιστικής θεωρίας για τις τάξεις
Πουλαντζάς 2006: 259
Στο άρθρο που δημοσιεύεται στις προηγούμενες σελίδες του παρόντος τεύχους των Θέσεων (Μηλιός και Οικονομάκης 2007) επισημάνθηκε η κομβική σημασία της προηγούμενης παρατήρησης του Νίκου Πουλαντζά για τη μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών τάξεων, τόσο από την άποψη του ταξικού (δομικού) προσδιορισμού των βασικών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας (αστικής και εργατικής τάξης) όσο και από την άποψη της αναζήτησης των δυνατών ταξικών στάσεων ή τοποθετήσεων, επομένως και συμμαχιών-πολώσεων-συσχετισμού δύναμης, των κοινωνικών τάξεων στη συγκυρία.
Στο παρόν άρθρο θα στρέψουμε την προσοχή μας στο από ιστορική άποψη «αρχέγονο» κομμάτι της μικροαστικής τάξης (άμεσο απότοκο της αποδιάρθρωσης των φεουδαρχικών σχέσεων επί του εδάφους), την τάξη της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και παραγωγής, που προσδιορίζεται δομικά εντός της αγροτικής απλής εμπορευματικής παραγωγής (ΑΕΠ), για να εξετάσουμε την οπτική του Μαρξ όσον αφορά τον ταξικό (κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό) της ρόλο στις ιστορικές συνθήκες του γαλλικού κοινωνικού σχηματισμού των μέσων του 19ου αιώνα (ειδικότερα της περιόδου 1848-1851). Στο πλαίσιο αυτό θα μας απασχολήσουν επίσης οι συνθήκες ανάδυσης του βοναπαρτικού καθεστώτος και κράτους. Ταυτόχρονα, θα διερευνήσουμε πλευρές της θεωρητικής αξιοποίησης του σχετικού μαρξικού έργου από τον Νίκο Πουλαντζά, με έμφαση στα ζητήματα της ιδεολογίας και της πολιτικής στάσης της αγροτικής μικροαστικής τάξης και του ρόλου της ως στηρίγματος του (βοναπαρτικού τύπου) καθεστώτος και κράτους εκτάκτου ανάγκης.
Η δομή του άρθρου μας θα είναι η ακόλουθη: στην επόμενη ενότητα θα αναφερθούμε εν συντομία στον δομικό-ταξικό προσδιορισμό της (αγροτικής) μικροαστικής τάξης, στην τρίτη ενότητα, που αποτελεί και το κύριο τμήμα της ανάλυσής μας, θα εστιάσουμε στο σχετικό μαρξικό έργο για τον ταξικό χαρακτηρισμό (επακόλουθα και ρόλο) της αγροτικής μικροαστικής τάξης στη συγκυρία επικράτησης του βοναπαρτικού καθεστώτος και ανάδυσης του βοναπαρτικού κράτους εκτάκτου ανάγκης (όπως φωτίζεται και από όψεις της ανάλυσης του Νίκου Πουλαντζά), ενώ στον επίλογο θα συνοψίσουμε τα βασικά μας συμπεράσματα.
2. Ο δομικός-ταξικός προσδιορισμός της (αγροτικής) μικροαστικής τάξης
2.1. Η απλή εμπορευματική παραγωγή
Η μικρή αγροτική παραγωγή εντάσσεται στο ευρύ σύνολο των «μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, όπου ο ίδιος φορέας είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτης-κάτοχος των μέσων παραγωγής και άμεσος εργαζόμενος» (Πουλαντζάς 2006: 260). Πρόκειται, κατά τον Πουλαντζά, για «μορφές παραγωγής» εφόσον εντός τέτοιων εργασιακών διαδικασιών δεν υπάρχει «οικονομική εκμετάλλευση, με την κυριολεξία του όρου, στο βαθμό που […] δεν χρησιμοποιούνται, ή έστω χρησιμοποιούνται μόνον ευκαιριακά, μισθωτοί εργάτες» , και «[η] εργασία παρέχεται κυρίως από τον πραγματικό ιδιοκτήτη ή από τα μέλη της οικογένειάς του που δεν ανταμείβονται με τη μορφή του μισθού» (Πουλαντζάς 2006: 260).
Η σύμπτωση κυριότητας-κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής στον ίδιο ταξικό φορέα, την οικογενειακή «συλλογική οντότητα» των άμεσων παραγωγών, συγκροτεί την ΑΕΠ ως διακριτή ταξική διαδικασία παραγωγής εντός του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο της οποίας ορίζεται μια κοινωνική τάξη, η μικροαστική τάξη (βλ. Οικονομάκης 2000) ή η «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (Πουλαντζάς 2006), ως η κοινωνική τάξη της απλής (μη καπιταλιστικής) αναπαραγωγής της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (βλ. Οικονομάκης 2000).
2.2. Η απλή εμπορευματική παραγωγή ως μορφή μετάβασης και ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό
Ιστορικά η ΑΕΠ στην ύπαιθρο προκύπτει ως αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης και εν τέλει ανατροπής των φεουδαρχικών σχέσεων επί του εδάφους στη διαδικασία μετατροπής της γαιοπροσόδου-σε-είδος σε γαιοπρόσοδο-σε-χρήμα και της περαιτέρω εξέλιξης της προσόδου σε χρήμα.
Γράφει ο Μαρξ: «Με την πρόσοδο σε χρήμα, η παραδοσιακή με βάση το εθιμικό δίκαιο σχέση ανάμεσα στους υποτελείς άμεσους παραγωγούς, που κατέχουν και καλλιεργούν ένα μέρος της γης, και στον γαιοκτήμονα, μετατρέπεται κατ’ ανάγκην σε μια κατοχυρωμένη με συμβόλαιο και καθορισμένη πάνω στη βάση συγκεκριμένων διατάξεων του θετικού νόμου καθαρή χρηματική σχέση. Έτσι ο καλλιεργών κάτοχος μετατρέπεται στην ουσία σε απλό ενοικιαστή» (Μαρξ 1978β: 981).
Από τη μετατροπή αυτή προκύπτουν στην περαιτέρω εξέλιξη οι διάφορες εναλλακτικές μορφές ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό: «Η μετατροπή αυτή, από τη μια μεριά χρησιμοποιείται, μέσα σε κατάλληλες γενικές σχέσεις παραγωγής, για να απαλλοτριώσουν σιγά σιγά τους παλιούς αγρότες-κατόχους και για να βάλουν στη θέση τους έναν κεφαλαιοκράτη ενοικιαστή. Και από την άλλη μεριά, οδηγεί στην απολύτρωση του ως τώρα κατόχου από την υποχρέωση να πληρώνει πρόσοδο και στη μετατροπή του σε ανεξάρτητο αγρότη με πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας στη γη που καλλιεργεί» (Μαρξ 1978β: 981).
Η πρώτη εκδοχή είναι εκείνη της άμεσης εμπέδωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ) επί του γεωργικού εδάφους.1 Αυτή η διαδικασία απαλλοτρίωσης, ως διαδικασία βίαιης απόσπασης της κατοχής των μέσων παραγωγής από τους δουλοπάροικους άμεσους παραγωγούς, και έτσι μετατροπής τους σε ακτήμονες προλετάριους (κατόχους μόνο της εργασιακής τους δύναμης), έχει ως χαρακτηριστικό της παράδειγμα την αγγλική περίπτωση της λεγόμενης «πρωταρχικής συσσώρευσης», που εκτυλίχτηκε από τον 15ο μέχρι και τον 18ο αιώνα (Μαρξ 1978α: 741-757), και η οποία «δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής» (όπ.π.: 739).
Στη δεύτερη εκδοχή οι δουλοπάροικοι διατηρούν την κατοχή του εδάφους και αποσπούν την τυπική του κυριότητα από τον φεουδάρχη. Η ομολογία (σύμπτωση) αφ’ ενός κατοχής και κυριότητας (πραγματική οικονομική κυριότητα) και αφ’ ετέρου χρήσης, που μετατρέπει τον δουλοπάροικο σε ανεξάρτητο αγρότη με πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας στη γη που καλλιεργεί, συγκροτεί την ΑΕΠ επί του γεωργικού εδάφους και αποτελεί τον γενικό κανόνα στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης (Οικονομάκης 1999: 76), με ιστορικό της παράδειγμα ή υπόδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 που «επιβεβαίωσε οριστικά τις βάσεις της μικρής παραγωγής […] στην περιοχή της γεωργίας» (Πουλαντζάς 1982α: 242-244, 245 κ.ε.).
Σ’ αυτή τη γαλλική περίπτωση, όπως εξελίχτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας, ανατρέχοντας στο έργο του Μαρξ.
3. Ο Μαρξ για τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες και την καπιταλιστική εξουσία στη Γαλλία των μέσων του 19ου αιώνα και η συνεισφορά του Ν. Πουλαντζά
3.1. Τα βασικά έργα
Το βασικό θεωρητικό έργο του Μαρξ που επικεντρώνεται στην ταξική πάλη στη Γαλλία την περίοδο που κυρίως μας απασχολεί στο άρθρο αυτό (1848-1851) είναι η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (εδώ Μαρξ 1982), που άρχισε να γράφεται μετά το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη τον Δεκέμβρη του 1851 και ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1852. Στη 18η Μπρυμαίρ ο Μαρξ επεξεργάζεται ξανά αλλά και επεκτείνει (κάτω από το βάρος του πραξικοπήματος του Δεκέμβρη) την ανάλυση του έργου του Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850 (εδώ Μαρξ 2000), που γράφηκε μεταξύ 1849 και 1850. Οι επεξεργασίες αυτές έδωσαν μια στέρεα θεωρητική βάση για το μεταγενέστερο έργο του Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία (εδώ Μαρξ 1976), που κυρίως αναφέρεται στην ταξική συγκυρία του Γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870 και στην επαναστατική συγκυρία της Παρισινής Κομμούνας του 1871 και γράφηκε υπό τη μορφή διακηρύξεων του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Εργατών στο διάστημα από τον Ιούλη του 1870 (έναρξη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου) έως το τέλος του Μάη του 1871 (κατάπνιξη της προλεταριακής επανάστασης στο Παρίσι).
3.2. Από τη Φεβρουριανή Επανάσταση του 1848 στον Λουδοβίκο (Ναπολέοντα) Βοναπάρτη
Ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ χωρίζει την περίοδο 1848 έως 1851 (Επανάσταση του Φλεβάρη-πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη) σε τρεις επιμέρους περιόδους. «Τρεις κύριες περίοδες είναι απαραγνώριστες: η περίοδος του Φλεβάρη. Από τις 4 του Μάη 1848 ως τις 28 του Μάη 1849: η περίοδος της συγκρότησης της δημοκρατίας ή η περίοδος της συνταχτικής συνέλευσης. Από τις 28 του Μάη 1849 ως τις 2 Δεκέμβρη 1851: η περίοδος της συνταγματικής δημοκρατίας ή της νομοθετικής εθνοσυνέλευσης» (Μαρξ 1982: 23).
Στην ανάλυσή μας ωστόσο, για να αποφύγουμε περιττές ιστορικές περιπλοκές, θα μελετήσουμε το ερώτημά μας σχετικά με τον ταξικό ρόλο της αγροτικής μικροαστικής τάξης στη Γαλλία των μέσων του 19ου αιώνα σε αναφορά κυρίως με τα δυο κομβικά ιστορικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την αρχή και το τέλος της περιόδου που μας απασχολεί. Την Φεβρουριανή Επανάσταση του 1848 και το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στις 2 Δεκέμβρη 1851.
3.2.1. Η αστική δημοκρατία της Επανάστασης του Φλεβάρη
«Η πρώτη περίοδος, από τις 24 του Φλεβάρη ή από την ανατροπή του Λουδοβίκου Φιλίππου ως τις 4 του Μάη 1848 που συγκλήθηκε η Συντακτική Συνέλευση [είναι] η καθαυτό περίοδος του Φλεβάρη» (Μαρξ 1982: 23, σχετικά και 144-145).
Σκοπός της Επανάστασης του Φλεβάρη: «Ο άμεσος σκοπός της Φεβρουριανής Επανάστασης ήταν να ανατρέψει τη δυναστεία της Ορλεάνης και το τμήμα της αστικής τάξης που κυβερνούσε στη διάρκεια της βασιλείας της. Ο σκοπός αυτός εκπληρώθηκε μόνο στις 2 Δεκέμβρη 1851» (Μαρξ 1982: 149).
Δύο ζητήματα ή ερωτήματα που απαιτούν διασαφήνιση προκύπτουν εδώ. Πρώτον: Ποιος ήταν ο ταξικός χαρακτήρας της ιουλιανής μοναρχίας που είχε το στέμμα στη Γαλλία από το 1830 έως το 1848 και τι βρίσκεται πίσω από την ανατροπή της; Δεύτερον: Υπό ποια έννοια ο σκοπός της Φεβρουριανής Επανάστασης εκπληρώθηκε μόνο στις 2 Δεκέμβρη 1851, δηλαδή με το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη;
Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο ερώτημα, σημειώνοντας πως στο δεύτερο μπορούμε αρχικώς να δώσουμε μια πρώτη (διαισθητική) απάντηση.
Γράφει ο Μαρξ για την ιουλιανή μοναρχία στη 18η Μπρυμαίρ: «Κάτω […] από τον Λουδοβίκο Φίλιππο κυβερνούσε ένα μόνο μέρος από την εμπορική αστική τάξη» (Μαρξ 1982: 149). Στο προγενέστερο έργο του, τους Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία, είχε ήδη διατυπώσει τη σαφή του εκτίμηση για τον ταξικό χαρακτήρα του καθεστώτος του Λουδοβίκου Φιλίππου. Έγραφε εκεί μεταξύ άλλων: «Στην εποχή του Λουδοβίκου Φιλίππου δεν κυριαρχούσε η γαλλική αστική τάξη, αλλά μόνο μια ομάδα της […] η λεγόμενη αριστοκρατία του χρήματος. Αυτή κάθισε στο θρόνο, αυτή υπαγόρευε τους νόμους στα κοινοβούλια, αυτή μοίραζε τις δημόσιες θέσεις […] Η μοναρχία του Ιούλη δεν ήταν τίποτε άλλο από μια μετοχική εταιρία για την εκμετάλλευση του γαλλικού εθνικού πλούτου […] Ο Λουδοβίκος Φίλιππος ήταν ο διευθυντής αυτής της εταιρείας» (Μαρξ 2000: 36, 39). «Η καθαυτό βιομηχανική αστική τάξη αποτελούσε ένα μέρος της επίσημης αντιπολίτευσης, δηλαδή δεν αντιπροσωπευόταν στα κοινοβούλια παρά σα μειοψηφία […] Η μικροαστική τάξη σ’ όλες τις διαβαθμίσεις της, όπως και η αγροτική τάξη είχαν αποκλειστεί ολότελα από την πολιτική εξουσία. […] Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε τα συμφέροντά της να κινδυνεύουν, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη από ηθική αγανάκτηση» (Μαρξ 2000: 36, 40).
Επομένως, υποστηρίζει ο Μαρξ, στις συνθήκες της ιουλιανής μοναρχίας το κράτος ήταν κράτος μιας ομάδας (ή μερίδας) της αστικής τάξης που κερδοσκοπούσε με την «καταχρέωση του κράτους» (Μαρξ 2000: 37), και ως τέτοιο κράτος αδυνατούσε να εγγυηθεί τη «διατήρηση των συνθηκών παραγωγής» και την αναπαραγωγή «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής» (Πουλαντζάς 1982α: 336), καθώς δεν ήταν σε θέση να επιτελέσει τον ουσιαστικό ταξικό του ρόλο, δηλαδή «τη διατήρηση της συνοχής και της ενότητας ενός διαιρεμένου σε τάξεις κοινωνικού σχηματισμού επισφραγίζοντας την ταξική πολιτική κυριαρχία» της αστικής τάξης ως σύνολο (όπ.π.: 338) «μέσα στο καθεστώς της ταξικής πάλης» (όπ.π.: 336). Επρόκειτο για ένα κράτος που αφ’ ενός δεν μπορούσε να «αντιπροσωπεύει την πολιτική ενότητα », της αστικής «ταξικής εξουσίας», και αφ’ ετέρου απέκλειε την όποια αντιπροσώπευση της μικροαστικής τάξης και των μικροϊδιοκτητών αγροτών, δηλαδή δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως ο δημιουργός της αστικής ενότητας του έθνους (Πουλαντζάς 1982β: 147) καθόσον ήταν εξαρτημένο ή στην υπηρεσία μιας ομάδας της αστικής τάξης. Αν όμως η «σχετική αυτονομία του κράτους και των πολιτικά κυρίαρχων τάξεων» είναι η προϋπόθεση για να υπηρετηθούν «τα κυρίως πολιτικά τους συμφέροντα» , η απουσία ενότητας των κυρίαρχων τάξεων διακυβεύει τα κυρίως πολιτικά τους συμφέροντα εφόσον «αυτή η ενότητα είναι ο αναγκαίος όρος για τη δυνατότητα της σχετικής αυτονομίας του [του κράτους] απέναντι στις κυρίαρχες τάξεις» (όπ.π. 147).
Σημειώνουμε, χωρίς να επεκταθούμε περισσότερο, ότι η ενότητα αυτή των κυρίαρχων τάξεων, η συγκρότηση της κρατικής εξουσίας «γενικά από μια συμμαχία κυρίαρχων τάξεων ή τμημάτων: άρχον συγκρότημα ενός καπιταλιστικού σχηματισμού » συνυφαίνεται με τη διατήρηση της ηγεμονίας μιας τάξης ή ενός τμήματος τάξης εντός του άρχοντος συγκροτήματος. Κατά τον Πουλαντζά, «επειδή ο κρατικός μηχανισμός καταναγκασμού αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του κράτους, η ηγεμονεύουσα τάξη ή το ηγεμονεύον τμήμα κρατά κατά κανόνα την εξουσία στο μηχανισμό αυτό» (Πουλαντζάς 2006: 341-343).2
Η ιουλιανή μοναρχία ιστορικά αντιπροσώπευε λοιπόν την αδυνατότητα εξυπηρέτησης των κυρίως πολιτικών συμφερόντων της αστικής τάξης, όντας εξουσία μιας ομάδας της, και η ανατροπή της πρέπει να γίνει αντιληπτή ακριβώς ως απόπειρα εξυπηρέτησης αυτών των πολιτικών συμφερόντων μέσα από τη συγκρότηση της ενότητας της αστικής τάξης στο κράτος, ενότητα που είναι ο αναγκαίος (αλλά όχι και επαρκής, όπως θα δούμε στα επόμενα) όρος για τη δυνατότητα της σχετικής αυτονομίας του κράτους απέναντι στις κυρίαρχες τάξεις.
Γράφει ο Μαρξ: «Την αστική μοναρχία του Λουδοβίκου Φιλίππου μπορούσε μόνο η αστική δημοκρατία να την διαδεχτεί, δηλαδή αν κάτω από το όνομα του βασιλιά κυβέρνησε μια περιορισμένη μερίδα της αστικής τάξης, τώρα στο όνομα του λαού θα κυβερνάει το σύνολο της αστικής τάξης. […] [Μ] όνο κάτω από τη μορφή αυτή [της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας] μπορούσαν […] να βάλουν [οι μερίδες της γαλλικής αστικής τάξης] […] στην ημερήσια διάταξη την κυριαρχία της τάξης τους αντί για το καθεστώς μιας μόνο προνομιούχας ομάδας της. […] Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν […] ο απαραίτητος όρος για την κοινή τους [των μερίδων της γαλλικής αστικής τάξης] κυριαρχία, η μοναδική κρατική μορφή, όπου το γενικό ταξικό τους συμφέρον κρατούσε σε υποταγή σύγχρονα τις αξιώσεις των ξεχωριστών ομάδων τους όπως και όλες τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. […] Μόνο η κοινοβουλευτική δημοκρατία δέχτηκε όλα τα τμήματα της εμπορικής αστικής τάξης μέσα στην περιοχή του κράτους της […] Κάτω από το Λουδοβίκο Φίλιππο το ευνοούμενο τμήμα της αστικής τάξης σκέπαζε την εξουσία του κάτω από το στέμμα» (Μαρξ 1982: 25-26, 58, 119 149-150). «Αντίθετα, η δημοκρατία του Φλεβάρη έπρεπε πριν απ’ όλα να ολοκληρώσει την κυριαρχία της αστικής τάξης μπάζοντας, πλάι στην αριστοκρατία του χρήματος, όλες τις ιδιοκτήτριες τάξεις στη σφαίρα της πολιτικής εξουσίας » (Μαρξ 2000: 45). Συμπληρώνει ωστόσο: «Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία η εξουσία της αστικής τάξης, τη στιγμή που συνένωνε όλα τα στοιχεία και πλάτυνε το βασίλειό της ώστε να γίνει το βασίλειο μιας τάξης, παρουσίαζε ξεσκέπαστο το πρόσωπό της» (Μαρξ 1982: 150 – η έμφαση δική μας, Γ.Οι.-Φ.Μπ.). «Η δημοκρατία του Φλεβάρη έκανε, τέλος, να προβάλει καθαρά η αστική κυριαρχία, παραμερίζοντας το στέμμα που πίσω του έμενε κρυμμένο το κεφάλαιο […] ενώ η μοναρχία […] επέτρεπε μονάχα σε ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης να εκτεθούν […] άφηνε τα άλλα κρυμμένα στα παρασκήνια, περιβάλλοντάς τα με το φωτοστέφανο μιας κοινής αντιπολίτευσης» (Μαρξ 2000: 45, 61 – η έμφαση δική μας, Γ.Οι.-Φ.Μπ.). Κι ακόμη: «Αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν […] “η κρατική μορφή που διαιρούσε λιγότερο από κάθε άλλη μορφή τις διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης” άνοιγε όμως αντίθετα μιαν άβυσσο ανάμεσα σ’ αυτή την τάξη και ολόκληρο τον κοινωνικό οργανισμό που ζούσε έξω από τις αραιές γραμμές της» (Μαρξ 1976: 76-77).
Συνεπώς η Επανάσταση του Φλεβάρη και η αστική δημοκρατία που αναδύθηκε απ’ αυτήν φαίνεται πως μπόρεσαν κατ’ αρχήν και μόνο μερικώς να εκπληρώσουν το στόχο της σχετικής αυτονομίας του κράτους έναντι των κυρίαρχων τάξεων. Τον εκπλήρωσαν κατ’ αρχήν στον αναγκαίο όρο της, στο μέτρο της διαφαινόμενης ενότητας των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος. Ταυτόχρονα, όμως, φαίνεται πως τον εκπλήρωσαν μόνο μερικώς. Τον εκπλήρωσαν μόνο μερικώς εφόσον η υποταγή των άλλων (μη αστικών) τάξεων της κοινωνίας στο γενικό ταξικό συμφέρον της αστικής τάξης πραγματοποιείται με όρους φανερής ταύτισης του κράτους με την κυρίαρχη τάξη ή εμφανούς για την κοινωνία διάψευσης της ανεξαρτησίας του κράτους έναντι της αστικής τάξης (έκθεση του συνόλου της αστικής τάξης, καθώς το κράτος εμφανίζεται ως βασίλειο μιας τάξης χωρίς εσωτερική αντιπολίτευση, της αστικής τάξης, παρουσιάζεται πλέον ακάλυπτη η κυριαρχία του κεφαλαίου, και η άβυσσος που χωρίζει την κυρίαρχη τάξη από τον κοινωνικό οργανισμό, όπως μας λέει ο Μαρξ). Αρχίζουμε έτσι να ψηλαφούμε το δεύτερο ερώτημα που ήδη θέσαμε. Θυμίζουμε: Υπό ποια έννοια ο σκοπός της Φεβρουριανής Επανάστασης εκπληρώθηκε μόνο στις 2 Δεκέμβρη 1851, δηλαδή με το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη;
Γράφει σχετικά ο Πουλαντζάς (1982β: 151): «Εντούτοις, το κράτος, για να πάρει συγκεκριμένα αυτή τη σχετική αυτονομία, που είναι […] αναγκαία για την ηγεμονική 3 ταξική κυριαρχία, στηρίζεται πάνω σε ορισμένες κυριαρχούμενες τάξεις της κοινωνίας, και καταλήγει να εμφανίζεται, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, σαν ο αντιπρόσωπός τους: αυτό τις κινεί μ’ ένα ορισμένο νόημα, ενάντια στην κυρίαρχη τάξη ή τάξεις, αλλά για πολιτικό κέρδος αυτών των τελευταίων. Έτσι πετυχαίνει να τις κάνει να αποδεχθούν μια ολόκληρη σειρά συμβιβασμών […] σαν να είναι σύμφωνες με το πολιτικό τους συμφέρον» .
Προς το παρόν, από τις θέσεις αυτές του Πουλαντζά αφήνουμε για τη συνέχεια τις σημαντικότατες διαπιστώσεις για τις συνέπειες της εμφάνισης του κράτους ως αντιπροσώπου των κυριαρχούμενων τάξεων (κίνηση των κυριαρχούμενων τάξεων ενάντια στην κυρίαρχη τάξη ή τάξεις προς πολιτικό όφελος των τελευταίων) και εστιάζουμε την προσοχή μας στο εξής: Αν ο αναγκαίος όρος της σχετικής αυτονομίας του κράτους έναντι των κυρίαρχων τάξεων είναι η ενότητα των τελευταίων (όπως σημειώσαμε ήδη), ο επαρκής όρος είναι το κράτος να μπορέσει να εμφανιστεί, μέσω μια σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, σαν ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές. Και σε αυτό το τελευταίο ο Μαρξ τονίζει ότι απέτυχε η αστική δημοκρατία που έφερε η περίοδος του Φλεβάρη, καθώς το αστικό κράτος που γέννησε εμφανίστηκε με ξεσκέπαστο το (αστικό του) πρόσωπο, με φανερή την ταξική-κεφαλαιοκρατική του υπόσταση μπροστά στην κοινωνία, και σε διάσταση με την κοινωνία. Και αν είναι έτσι, φαίνεται πως το (αστικό) ταξικό καθήκον που μένει να εκπληρωθεί μετά τις 2 Δεκέμβρη 1851 αφορά την αδυναμία του κράτους να εμφανιστεί σαν ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές. Αλλά σε αυτό το ζήτημα θα επανέλθουμε πιο συγκεκριμένα στη συνέχεια.
Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια παρατήρηση, η σημασία της οποίας θα φανεί αργότερα στην ανάλυσή μας: Γράψαμε στα προηγούμενα ότι η αστική δημοκρατία που προέκυψε από τη Φεβρουριανή Επανάσταση φαίνεται πως εκπλήρωσε κατ’ αρχήν τον αναγκαίο όρο της σχετικής αυτονομίας του κράτους, στο μέτρο της διαφαινόμενης ενότητας της αστικής τάξης στο κράτος. Υπογραμμίσαμε το «κατ’ αρχήν» και της «διαφαινόμενης» υπονοώντας τη διαλεκτική ενότητα αναγκαίου και επαρκούς όρου: η ενότητα των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την εμφάνιση του κράτους ως του αντιπροσώπου των κυριαρχούμενων τάξεων που στηρίζεται σ’ αυτές, αλλά και η ενότητα των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος αποτελεί προϋπόθεση για την εμφάνιση του κράτους ως του αντιπροσώπου των κυριαρχούμενων τάξεων.
Ποιας κυριαρχούμενης τάξης, ωστόσο, η στήριξη-αντιπροσώπευση ήταν το κυρίως ζητούμενο αλλά και το εφικτό ζητούμενο στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο που οδηγεί στο βοναπαρτικό καθεστώς; Πρόκειται για τη «μικρή αγροτιά και τη μικροαστική τάξη», για τους «αγρότες και μικροαστούς, που είχαν ορμήσει όλοι με μιας στην πολιτική σκηνή, όταν γκρεμίστηκαν οι φραγμοί της ιουλιανής μοναρχίας» (Μαρξ 1982: 25) καθώς «[μ] ε το γενικό εκλογικό δικαίωμα [που έδωσε η Επανάσταση του Φλεβάρη], οι ονομαστικοί ιδιοκτήτες που αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των Γάλλων, οι αγρότες, έγιναν διαιτητές της τύχης της Γαλλίας» (Μαρξ 2000: 45).
Εντούτοις, «[ε] νώ η επανάσταση του 1789 άρχισε με την αποτίναξη των φεουδαρχικών βαρών από τους αγρότες, η επανάσταση του 1848, για να μη βάλει σε κίνδυνο το κεφάλαιο και για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού του, εμφανίστηκε στον αγροτικό πληθυσμό με την επιβολή ενός νέου φόρου. […] Η προσωρινή κυβέρνηση επέβαλε ένα πρόσθετο φόρο από 45 λεπτά σε κάθε φράγκο πάνω στους τέσσερις άμεσους φόρους [...] ο φόρος αυτός χτύπησε πριν απ’ όλα την αγροτική τάξη, δηλαδή την πλειοψηφία του γαλλικού λαού. Οι αγρότες έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα της επανάστασης του Φλεβάρη, και σ’ αυτούς η αντεπανάσταση βρήκε το κυριότερο υλικό της. Ο φόρος των 45 λεπτών ήταν για τον Γάλλο αγρότη ζήτημα ζωής ή θανάτου, και ο αγρότης το μετέτρεψε σε ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη δημοκρατία. Από τη στιγμή αυτή η δημοκρατία για τον Γάλλο αγρότη ήταν ο φόρος των 45 λεπτών και στο παρισινό προλεταριάτο έβλεπε ο αγρότης τον άσωτο που καλοπερνούσε με δικά του έξοδα 4 » (Μαρξ 2000: 54-55).
Τρία σημεία πρέπει να τονιστούν εδώ. Πρώτον, η Επανάσταση του Φλεβάρη βρήκε την πολιτική υποστήριξη των μικροϊδιοκτητών αγροτών (και της μικροαστικής τάξης, γενικότερα)? η άρση του αποκλεισμού τους από την πολιτική εξουσία και η μετατροπή τους σε δυνάμει διαιτητές της τύχης της Γαλλίας, μέσω ακριβώς του γενικού εκλογικού δικαιώματος που έφερε η Φεβρουριανή Επανάσταση, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στους λόγους αυτής της πολιτικής υποστήριξης. Δεύτερον, η αστική δημοκρατία που γέννησε η Επανάσταση του Φλεβάρη, σε αντίθεση με την Επανάσταση του 1789, διέψευσε τις προσδοκίες τους «όταν η δημοκρατία είχε προσθέσει κι άλλα καινούργια βάρη στα παλιά» (Μαρξ 2000: 140)· με τα αυξανόμενα φορολογικά βάρη,5 τα αυξανόμενα «ενυπόθηκα χρέη», σε συνθήκες μείωσης των τιμών των δημητριακών, οι αγρότες ένιωσαν «γελασμένοι σε όλες τους τις ελπίδες, καταστραμμένοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά » (Μαρξ 1982: 78). Τρίτον, η διάψευση αυτή τους έστεψε ενάντια στη δημοκρατία και ενάντια στο προλεταριάτο. Για να αντιληφθούμε την τελευταία αυτή διαπίστωση του Μαρξ χρειάζεται πλέον να ασχοληθούμε πιο συστηματικά με τη γαλλική αγροτική μικροαστική τάξη: την κατάστασή της και τις ιδέες της στην ιστορική περίοδο που εξετάζουμε, όπως προσλαμβάνονται από τον ίδιο τον Μαρξ.
3.2.2. Οι ιδέες του μικρού κλήρου και η κατάσταση της γαλλικής μικροαστικής αγροτικής τάξης στην ταξική συγκυρία που οδηγεί στο βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος
Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που κατ’ εντολήν της Κεντρικής Επιτροπής της «Ένωσης Κομμουνιστών» γράφει ο Μαρξ και ο Ένγκελς μέσα στον Γενάρη του 1848, δηλαδή λίγο πριν ξεσπάσει η Φεβρουριανή Επανάσταση, τονιζόταν: «Οι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρονοικοκύρης, ο χειροτέχνης, ο χωρικός, όλοι ετούτοι πολεμούν τη μπουρζουαζία για να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους σα μεσαίες τάξεις από την καταστροφή. Δεν είναι λοιπόν επαναστατικές, μα συντηρητικές. Κι ακόμα πιο πολύ, είναι αντιδραστικές, ζητούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Αν καμιά φορά κάνουν τον επαναστάτη, αυτό γίνεται από φόβο μην ξεπέσουν στο προλεταριάτο. Έτσι δεν υπερασπίζουν τα τωρινά τους συμφέροντα, μα τα μελλοντικά τους, γι’ αυτό αφήνουνε τη δική τους άποψη για να ταχθούν με την άποψη του προλεταριάτου» (Μαρξ - Ένγκελς χ.χ.έ: 68).
Συνεπώς, κατά τον Μαρξ, η ίδια η δομική (ταξική) θέση της μικροαστικής τάξης γενικά, και της αγροτικής μικροαστικής τάξης ειδικά, την καθιστά τάξη ανταγωνιστική απέναντι στην εργατική τάξη: η ιδιοκτησία ενάντια στην απώλειά της. Ακόμη και αν συγκυριακά η μικροαστική τάξη εμφανίσει αντικαπιταλιστικές (ιδεολογικοπολιτικές) τάσεις τασσόμενη με το μέρος του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη, αυτό θα το κάνει, μας λέει ο Μαρξ, μόνο για να υπερασπιστεί τα μελλοντικά ταξικά της συμφέροντα και να μην ξεπέσει στο προλεταριάτο:6 για να αναπαραχθεί ως κοινωνική τάξη της απλής (μη καπιταλιστικής) αναπαραγωγής της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της οικογενειακής εργασίας ή ως τάξη της οικογενειακής «συλλογικής οντότητας», φορέας πραγματικής (μη καπιταλιστικής) οικονομικής κυριότητας στα μέσα παραγωγής (το δικαίωμα στην –οικογενειακή– ιδιοκτησία). Προσθέτουμε: Υπό την ταξική οπτική μιας τέτοιας αναπαραγωγής το συντηρητικό-αντιδραστικό χαρακτηριστικό της μικροαστικής τάξης μπορεί να εμφανιστεί σαν αντικαπιταλισμός (εντός του καπιταλισμού), στο επίπεδο ενός ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού, και μέσα στην ταξική συγκυρία. 7
Σε όρους της ανάλυσης Πουλαντζά (2006: 264) η προαναφερθείσα θέση μας αντιστοιχεί ευθέως στις δυο πρώτες, από τις τρεις, εκφάνσεις στο ιδεολογικό επίπεδο οι οποίες προσιδιάζουν στον ταξικό-δομικό προσδιορισμό της «παραδοσιακής» μικροαστικής τάξης: «α) Μια αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά του κοινωνικού status quo: εναντίον του μεγάλου πλούτου και των μεγάλων περιουσιών, αλλά υπέρ του κοινωνικού status quo εν γένει, γιατί αυτή η κατηγορία μικροαστών είναι προσκολλημένη στην ιδιοκτησία και φοβάται την προλεταριοποίηση. […] β) Μια ιδεολογική χροιά που συνδέεται όχι με τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά με το μύθο του “γεφυρώματος”. Φοβάται την προλεταριοποίηση αλλά και έλκεται από την αστική τάξη: η μικροαστική τάξη προσδοκά να γίνει αστική» .
Από την άποψη αυτής της δομικής προσέγγισης που ακολουθούμε (μικροαστική τάξη ως τάξη της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής) είναι πρώτα απ’ όλα κατανοητό γιατί η μικροαστική τάξη βρέθηκε κατά την προλεταριακή εξέγερση8 τον Ιούνη του 1848 στο συνασπισμό υπό την ηγεσία του Κόμματος της Τάξης 9 των «σωτήρων» της κοινωνίας «από τους “εχθρούς της κοινωνίας”» (Μαρξ 1982: 28), γιατί «[σ] τις μέρες του Ιούνη του 1848 η αστική τάξη και η μικροαστική, σαν εθνοφυλακή, συνενώθηκαν με τον στρατό ενάντια στο προλεταριάτο » (όπ.π.: 70), γιατί για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας συμμάχησαν τα μεσαία στρώματα (μεσαία τάξη, μικροαστοί, πληθυσμός της υπαίθρου) με την ενωμένη αστική τάξη («η αριστοκρατία του χρήματος, η βιομηχανική αστική τάξη»), τον στρατό και το κουρελοπρολεταριάτο ενάντια στην εργατική τάξη (Μαρξ 1982: 26), γιατί, τέλος, σε αυτόν το συνασπισμό ενάντια στο προλεταριάτο «όλα τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας βρίσκονταν στα χέρια της αστικής τάξης» (Μαρξ 2000: 59):
«Ο τίτλος ιδιοκτησίας του αγρότη είναι το μαγικό μέσο, που μ’ αυτό, το κεφάλαιο τον κρατά κάτω από τη γοητεία του, το πρόσχημα, που μ’ αυτό τον διεγείρει ενάντια στο βιομηχανικό προλεταριάτο» (Μαρξ 1982: 140).
Από την άποψη της ίδιας δομικής προσέγγισης (η μικροαστική τάξη ως τάξη της απλής μη καπιταλιστικής αναπαραγωγής και της οικογενειακής εργασίας) μπορούν επίσης να ερμηνευτούν: πρώτον, ο αντιδραστικός χαρακτήρας της μικροαστικής τάξης για τον οποίο μιλάει ο Μαρξ (να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας σε μια εποχή χωρίς καπιταλιστική εκμετάλλευση ξένης εργασίας, χωρίς καπιταλιστικό ανταγωνισμό και καπιταλιστική ανάπτυξη – βλ. σχετικά και Πουλαντζάς 1982α: 251)· δεύτερον, η ταύτιση της μικροαστικής τάξης με το αστικό συντηρητικό τρίπτυχο «ιδιοκτησία, οικογένεια, θρησκεία» ,10 λάβαρο στον αγώνα ενάντια στο προλεταριάτο στις μέρες του Ιούνη (Μαρξ 1982: 28)· τρίτον, οι αμφιθυμίες των μικροαστών ως προς το προλεταριάτο: αφήνουν τη δική τους άποψη για να ταχθούν με το προλεταριάτο, όπως λέει ο Μαρξ, όταν η καπιταλιστική δυναμική (οικονομικός ανταγωνισμός και κρατική πολιτική) τους θέτει μπροστά στον κίνδυνο της προλεταριοποίησης και, προσθέτουμε, όταν δεν μπορεί να εμφανιστεί ικανή εγγύηση απέναντι σε προλεταριακή (επαναστατική) αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας τους (το θέμα της ισχύος του προλεταριάτου ως επαναστατικής κοινωνικής δύναμης στον ταξικό συσχετισμό δύναμης).
Στο τελευταίο αυτό ζήτημα θα επιμείνουμε, αλλά πιο πριν ας δούμε, μέσα από την ανάλυση του Μαρξ, πρόσθετα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα για την κατάσταση της γαλλικής αγροτικής μικροαστικής τάξης στην περίοδο που εξετάζουμε.
Γράφει ο Μαρξ: «Ο πληθυσμός της υπαίθρου – πάνω από τα δυο τρίτα όλου του γαλλικού πληθυσμού – αποτελείται στο μεγαλύτερο μέρος του από τους λεγόμενους ελεύθερους ιδιοκτήτες γης . Η πρώτη γενιά, που η επανάσταση του 1789 την απελευθέρωσε δωρεάν από τα φεουδαρχικά βάρη της, δεν είχε πληρώσει αντίτιμο για τη γη. Οι επόμενες όμως γενιές πλήρωναν, με τη μορφή της τιμής της γης, αυτό που οι μισο-δουλοπάροικοι πρόγονοί τους πλήρωναν με τη μορφή της γαιοπροσόδου, της δεκάτης, των αγγαρειών κλπ.» (Μαρξ 2000: 137-138). Κι ακόμα: «Η οικονομική εξέλιξη της τεμαχισμένης μικροϊδιοκτησίας ανέτρεψε από τη βάση τους τις σχέσεις των αγροτών με τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο τεμαχισμός της γης και του εδάφους συμπλήρωνε τον ελεύθερο συναγωνισμό και τη μεγάλη βιομηχανία που τότε άρχιζε στις πόλεις. [...] Οι ρίζες που άπλωσε στο γαλλικό έδαφος η τεμαχισμένη μικροϊδιοκτησία στέρησαν τον φεουδαλισμό από κάθε τροφή. [...] Στην πορεία όμως του δέκατου ενάτου αιώνα τη θέση του φεουδάρχη την πήρε ο τοκογλύφος στις πόλεις, τη θέση των φεουδαρχικών υποχρεώσεων της γης η υποθήκη, τη θέση της αριστοκρατικής γαιοκτησίας το αστικό κεφάλαιο» (Μαρξ 1982: 160-161).
Αν λοιπόν η αστική τάξη, όπως σημειώσαμε σχετικά και στα προηγούμενα, στήριξε μετά την Επανάσταση του 1789 τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία και παραγωγή καθώς στηρίχτηκε σε αυτήν στον αγώνα της κατά της φεουδαρχικής αριστοκρατίας,11 η αστική δημοκρατία που γέννησε η Φεβρουριανή Επανάσταση ένιωθε αρκετά ισχυρή για να απαιτήσει αντίτιμο έναντι του μικροαστικού ιδανικού της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο κλονισμός της ενότητας ανάμεσα στην αστική τάξη και τους φορείς της μικροϊδιοκτησίας, που κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε, δεν σήμαινε, εντούτοις, μια στρατηγική διάρρηξη της συμμαχίας από την πλευρά της αστικής τάξης με την αγροτική μικροαστική τάξη και μια συμμαχία της πρώτης με τους ευγενείς. «Κάθε συμμαχία αυτού του είδους, αν πάρουμε υπόψη μας την παρουσία αυτών των τάξεων [μικροαστική τάξη-μικροϊδιοκτήτες αγρότες], δεν θα μπορούσε να σημαίνει παρά μια βαθειά επιστροφή προς τα πίσω –που δοκιμάστηκε πραγματικά επί Καρόλου 10ου–: αυτό όχι μόνο θα ερχόταν σε αντίθεση με τα πιο στοιχειώδη συμφέροντα της αστικής τάξης αλλά, επιπλέον, θα σήμαινε ότι δεν παίρνονται υπόψη αυτές οι τάξεις που φρενάριζαν αυτή την επιστροφή προς όφελος τους στάτους κβο» (Πουλαντζάς 1982α: 246). Πρόκειται όμως αναμφισβήτητα για μια αντίφαση. Για τον Πουλαντζά (1982α: 246) η ιδιαίτερη μορφή που παίρνει αυτή η αντίφαση στην ιστορική περίοδο που εξετάζουμε οδηγεί στο ιστορικό φαινόμενο «της δεύτερης Αυτοκρατορίας του Λουδοβίκου Βοναπάρτη».
Αλλά πριν φτάσουμε σε αυτό το ζήτημα ας συλλογιστούμε ότι αυτή η αντίφαση (ως κίνδυνος προλεταριοποίησης, στη βάση όσων θέσαμε στα προηγούμενα) θα μπορούσε να φέρει τη μικροαστική (αγροτική) τάξη κοντά στην εργατική, από πολιτική άποψη.
«Βλέπει κανείς ότι η εκμετάλλευσή τους δε διαφέρει παρά στη μορφή από την εκμετάλλευση του βιομηχανικού προλεταριάτου. Ο εκμεταλλευτής είναι ο ίδιος: το κεφάλαιο. Οι ξεχωριστοί κεφαλαιοκράτες εκμεταλλεύονται τους ξεχωριστούς αγρότες με την υποθήκη και την τοκογλυφία. Η κεφαλαιοκρατική τάξη εκμεταλλεύεται την αγροτική τάξη με τους κρατικούς φόρους» (Μαρξ 2000: 140).
«Ο μικρός κλήρος του αγρότη είναι ακόμη μόνο το πρόσχημα που επιτρέπει στον καπιταλιστή να βγάζει κέρδος, τόκο και πρόσοδο από το χωράφι και να αφήνει τον ίδιο τον αγρότη να κοιτάζει με τι τρόπο θα βγάλει το μεροκάματό του. […] Το αστικό καθεστώς, που στην αρχή του αιώνα έβαλε το κράτος φρουρό στο νεοδημιουργημένο μικρό κλήρο και που το λίπανε με δάφνες, μεταβλήθηκε σε βρικόλακα που ρουφάει το αίμα του και το μεδούλι και τα πετάει στην αλχημιστική χύτρα του κεφαλαίου» (Μαρξ 1982: 161).
«Έτσι ο Γάλλος αγρότης έφτασε στο σημείο να παραχωρεί στον κεφαλαιοκράτη, με τη μορφή των τόκων για τις δεσμευτικές υποθήκες της γης, με τη μορφή των τόκων για τις μη ενυπόθηκες προκαταβολές του τοκογλύφου, όχι μονάχα τη γαιοπρόσοδο, όχι μονάχα το βιομηχανικό κέρδος, με μια λέξη όχι μονάχα ολόκληρο το καθαρό κέρδος, αλλά ακόμα κι ένα μέρος του μισθού εργασίας» (Μαρξ 2000: 139).
Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει, όπως ο Μαρξ: «Έτσι, τα συμφέροντα των αγροτών δεν βρίσκονται πια, όπως τον καιρό του Ναπολέοντα, σε συμφωνία αλλά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κεφάλαιο. Βρίσκουν, λοιπόν, τον φυσικό τους σύμμαχο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος» (Μαρξ 1982: 161-162). «Μόνο η πτώση του κεφαλαίου μπορεί να σηκώσει τον αγρότη. Μόνο μια αντικεφαλαιοκρατική, μια προλεταριακή κυβέρνηση μπορεί να σπάσει την οικονομική του αθλιότητα, τον κοινωνικό του εξευτελισμό» (Μαρξ 2000: 140).
Θεωρώντας ότι οι θέσεις αυτές του Μαρξ ερμηνεύονται στην κατεύθυνση που μας έδωσε ο ίδιος στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (και δεν αντιφάσκουν με αυτές), θα λέγαμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε σε μια ταξική συγκυρία κατά την οποία η μικροαστική (αγροτική) τάξη θα μπορούσε να εμφανίσει αντικαπιταλιστικές τάσεις τασσόμενη με το μέρος του προλεταριάτου ενάντια στην αστική τάξη για να υπερασπιστεί τα μελλοντικά ταξικά της συμφέροντα και να μην ξεπέσει στο προλεταριάτο, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι το προλεταριάτο θα αναδεικνυόταν σε επαναστατική κοινωνική δύναμη. Αυτό δεν αντιφάσκει με το ότι, μετά τον Ιούνη του 1848, οι αγρότες μικροαστοί, για το δικό τους (συντηρητικό-αντιδραστικό) ταξικό συμφέρον, την αναπαραγωγή τους ως μικροϊδιοκτητών, θα άλλαζαν οπτική και: «Όπως προηγούμενα έβλεπαν την αιτία της αθλιότητάς τους στην άνοδο του προλεταριάτου, έτσι τώρα ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν στην ήττα του την αιτία της αθλιότητάς τους» (Μαρξ 2000: 67).
Γράψαμε ότι η μικροαστική αγροτική τάξη θα μπορούσε να υιοθετήσει αντικαπιταλιστικές πολιτικές στάσεις, διότι στην πραγματικότητα δεν έγιναν έτσι τα πράγματα: η αγροτική μικροαστική τάξη δεν βρέθηκε μαζί με την εργατική σε αντικαπιταλιστική προλεταριακή προοπτική, το συντηρητικό-αντιδραστικό χαρακτηριστικό της αγροτικής μικροαστικής τάξης δεν εμφανίστηκε ως αντικαπιταλισμός (όπως δεν μεταφράστηκε σε πραγματικό αντικαπιταλισμό στη συγκυρία η αντικειμενική ταξική θέση της εργατικής τάξης, όπως θα δούμε). Στην ταξική συγκυρία του τέλους της δεκαετίας του 1840 οι αγρότες εκφράζουν τον αντικαπιταλισμό τους εντός του καπιταλισμού, στρεφόμενοι μαζικά προς τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη.
Γράφει ο Μαρξ στους Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία: «Η 10η του Δεκέμβρη 1848 [εκλογή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στο προεδρικό αξίωμα] ήταν η μέρα της αγροτικής εξέγερσης. Μόνο απ’ τη μέρα αυτή χρονολογείται ο Φλεβάρης των Γάλλων αγροτών. [...] Η δημοκρατία είχε αναγγείλει την παρουσία της στην τάξη αυτή με το φοροεισπράκτορα κι εκείνη αναγγέλθηκε στη δημοκρατία με τον αυτοκράτορα. Ο Ναπολέων ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αντιπροσωπεύσει εξαντλητικά τα συμφέροντα και τη φαντασία της νέας τάξης των αγροτών που είχε δημιουργηθεί στα 1789. Η αγροτιά, γράφοντας το όνομα του Ναπολέοντα στην προμετωπίδα της δημοκρατίας, κήρυττε […] την επιβολή των ταξικών συμφερόντων της. Ο Ναπολέων δεν ήταν για τους αγρότες ένα πρόσωπο, αλλά ένα πρόγραμμα. […] Όχι άλλοι φόροι, κάτω οι πλούσιοι, κάτω η δημοκρατία, ζήτω ο αυτοκράτορας! Πίσω απ’ τον αυτοκράτορα κρυβόταν ο πόλεμος των χωρικών. Η δημοκρατία που καταψήφισαν ήταν η δημοκρατία των πλουσίων […] Για τη μικροαστική τάξη ο Ναπολέων σήμαινε την κυριαρχία του οφειλέτη πάνω στον πιστωτή» (Μαρξ 2000: 81-82). Και στη 18η Μπρυμαίρ σημειώνει: «Ανέπτυξα σε άλλο μέρος [ Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία ] τη σημασία της εκλογής της 10 του Δεκέμβρη. […] Εδώ φτάνει να παρατηρήσω πώς αυτό ήταν μια αντίδραση των χωρικών, που έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα της επανάστασης του Φλεβάρη, ενάντια στις υπόλοιπες τάξεις του έθνους, μια αντίδραση της υπαίθρου ενάντια στην πόλη» (Μαρξ 1982: 42). Οι γελασμένοι σε όλες τους τις ελπίδες από τη δημοκρατία που γέννησε η Φεβρουριανή Επανάσταση, και καταστραμμένοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αγρότες εναπόθεσαν πλέον τις ελπίδες τους στο αντιπλουτοκρατικό πρόγραμμα του Βοναπάρτη.
Η εργατική τάξη ήταν αρκετά αποδυναμωμένη πολιτικά μετά την ήττα του Ιούνη του 1848, δεν συγκροτούσε κοινωνική δύναμη σε επαναστατική κατεύθυνση, για να αποτελέσει πόλο ταξικής συμμαχίας με τους μικροαστούς αγρότες.12 Άλλωστε, το προλεταριάτο ψήφισε μαζί με τη μικροαστική αγροτική τάξη Λουδοβίκο Βοναπάρτη, καθώς «η εκλογή του Ναπολέοντα σήμαινε […] την αποπομπή του αστικού δημοκρατισμού, την ακύρωση της νίκης του Ιούνη » (Μαρξ 2000: 82-83), την ήττα, τελικά, της πλουτοκρατικής δημοκρατίας των φόρων. Η περαιτέρω αποδυνάμωση της εργατικής τάξης ως επαναστατικής κοινωνικής δύναμης ήρθε με την «κατάργηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος» με τον εκλογικό νόμο της 31 του Μάη του 1850 που «ήταν το coup d’ etat [πραξικόπημα] της αστικής τάξης» ενάντια στη μικροαστική Montagne (Ορεινούς) μετά τις εκλογές στις 10 Μάρτη 1850, αλλά και μια απόπειρα «να περάσει λαθραία η προεδρική εκλογή από τον λαό στην Εθνοσυνέλευση »· κατάργηση στην οποία, ας σημειωθεί, αντιτάχθηκε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, ο οποίος και επανέφερε την καθολική ψηφοφορία. Γράφει ο Μαρξ για τις συνέπειες αυτού του εκλογικού νόμου για την εργατική τάξη, ειδικότερα για το παρισινό προλεταριάτο: «Μόνο που ο εκλογικός νόμος της 31 του Μάη 1850, το απόκλειε από κάθε συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Το ξέκοβε από αυτό το ίδιο το πεδίο της μάχης. Ξανάριχνε τους εργάτες πίσω στην κατάσταση του παρία που βρίσκονταν πριν από την επανάσταση του Φλεβάρη» . Οι εργάτες έτσι «απόδειξαν πως η ήττα του Ιούνη 1848 τους είχε κάνει για χρόνια ανίκανους για πάλη και πως η ιστορική πορεία θα πρέπει να συνεχίσει το δρόμο της περνώντας πρώτα-πρώτα πάνω από τα κεφάλια τους» (βλ. Μαρξ 1982: 49, ιδίως 83-89, 100, 139-140, 144-145, 151, σχετικά και Μαρξ 2000: 154 κ.ε., ιδίως 160 κ.ε.).
Οι Γάλλοι αγρότες, εντούτοις, όχι μόνο ψήφισαν μαζικά στις 10 Δεκέμβρη 1848 τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη αλλά και τον στήριξαν εξίσου μαζικά στο πραξικόπημά του στις 2 Δεκέμβρη 1851 (αποκορύφωση της πάλης «ανάμεσα στην κοινοβουλευτική αστική τάξη [και την Εθνοσυνέλευσή της] και τον Βοναπάρτη» από τις 31 του Μάη, δηλαδή από την κατάργηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος – βλ. Μαρξ 1982), νομιμοποιώντας τον ανοικτά και με την ψήφο τους.13 Γράφει ο Μαρξ: «Η ιστορία τους κρατούσε από τον λόγο της και η πλειοψηφία ήταν σε τέτοιο βαθμό δεσμευμένη από τις αυταπάτες της που ίσα - ίσα στους πιο κόκκινους νομούς ο αγροτικός κόσμος ψήφισε ανοικτά το Βοναπάρτη» (όπ.π.: 159 – η έμφαση δική μας, Γ.Οι.- Φ.Μπ.).
Νομίζουμε ότι η λέξη-κλειδί εδώ είναι «αυταπάτες»: ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης σαν πρόγραμμα αυταπατών των μικροαστών αγροτών, για ένα καθεστώς και κράτος ενάντια στους κρατικούς φόρους, ενάντια στη δημοκρατία των πλουσίων-πιστωτών. Θα λέγαμε ότι αυταπάτες είναι η λέξη που παραπέμπει (ή αντιστοιχεί) στη σύνθετη ιδεολογική διαδικασία, για την οποία μας μίλησε ο Πουλαντζάς, μέσω της οποίας το κράτος μπορεί να εμφανιστεί ως ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές, δηλαδή σε ό,τι ονομάσαμε επαρκή όρο για τη σχετική αυτονομία του κράτους έναντι των κυρίαρχων τάξεων. Ας δούμε όμως αυτή την, προκαταβολική μάλλον, διαπίστωσή μας προχωρώντας σε όψεις της ανάλυσης του Μαρξ για το βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος.
3.3. Το βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος
3.3.1. Το βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος και η αγροτική μικροαστική τάξη
Πώς λοιπόν εξηγεί ο Μαρξ την έκφραση των αυταπατών του συντηρητικού-αντιδραστικού αντικαπιταλισμού των μικροαστών αγροτών μέσω του βοναπαρτικού καθεστώτος και κράτους; Γράφει (Μαρξ 1982: 156): «Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μια τάξη, και μάλιστα την πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικροχωρικούς. […] Οι μικροί χωρικοί αποτελούν μια τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς όμως να έρχονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος της παραγωγής τους τούς απομονώνει τον ένα από τον άλλο, αντί να τους φέρνει σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγαλώνει χάρη στα άσκημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας και στη φτώχια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει […] κανένα πλούτο στις κοινωνικές σχέσεις. Κάθε ξεχωριστή αγροτική οικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης […] και αποχτάει έτσι τα μέσα συντήρησής της πιο πολύ με την ανταλλαγή με τη φύση, παρά από τις σχέσεις με την κοινωνία. [...] Εφόσον εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από οικονομικές συνθήκες που ξεχωρίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα συμφέροντά τους και τη μόρ φωσή τους από τον τρόπο ζωής, τα συμφέροντα και τη μόρφωση των άλλων τάξεων και τις αντιπαραθέτουν εχθρικά σ’ αυτές, αποτελούν μια τάξη. Εφόσον στους μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο τυπική συνάφεια και η ταυτότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί ανάμεσά τους καμιά ενότητα, κανένα εθνικό δεσμό και καμιά πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Κατά συνέπεια, είναι ανίκανοι να επιβάλουν με το όνομά τους τα ταξικά τους συμφέροντα, είτε με ένα κοινοβούλιο, είτε με μια συμβατική συνέλευση. Δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν τον εαυτό τους πρέπει να τους αντιπροσωπεύουν. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να παρουσιάζεται και σαν κύριός τους, σαν εξουσία πάνω σ’ αυτούς, σαν απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τις άλλες τάξεις και τους στέλνει απ’ τα πάνω τη βροχή και τον ήλιο. Η πολιτική επιρροή των μικροαγροτών βρίσκει, λοιπόν, την τελευταία της έκφραση στην εκτελεστική εξουσία που υποτάσσει την κοινωνία» .
Έχουμε την εντύπωση ότι στο προηγούμενο απόσπασμα συμπυκνώνεται η βασική ερμηνευτική προσέγγιση του Μαρξ, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύονται κάποια βασικά προβλήματα της ανάλυσής του επί του προσδιορισμού των κοινωνικών τάξεων, περιφερειακά ωστόσο σε σχέση με ό,τι μας απασχολεί εδώ.
Ας ξεκινήσουμε με τα προβλήματα: Ο Μαρξ δείχνει να ταυτίζει την αντικειμενική θέση της κοινωνικής τάξης με την ταξική της συνείδηση ή τοποθέτηση στη συγκυρία, με την εμφάνισή της στο πολιτικό επίπεδο. Αρνείται ότι οι μικροαγρότες αποτελούν κοινωνική τάξη (την –αγροτική– μικροαστική τάξη) εφόσον η ταυτότητα των συμφερόντων τους δεν δημιουργεί πολιτική οργάνωση. Γράφει σχετικά ο Πουλαντζάς (1982α: 100, σχετικά και 101 κ.ε., 104 κ.ε.): «Η διάκριση που καθιέρωνε ο Μαρξ […] ανάμεσα στην “τάξη καθεαυτή” και την “τάξη για τον εαυτό της”, παραμένει ένα μόνιμο πρόβλημα στα πολιτικά του έργα. Γιατί παρουσιάζεται μόνιμα να δέχεται την ύπαρξη μιας τάξης “σαν τάξης” μονάχα στο πολιτικό επίπεδο, πράγμα που είναι καθαρό στις […] πολιτικές αναλύσεις του για το προλεταριάτο […] και μέσα στις αναλύσεις του για τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες» (βλ. για το σχετικό ζήτημα και Οικονομάκης 2000).
Παρακάμπτοντας αυτό το ζήτημα, ας δούμε τώρα ποια είναι η βασική συλλογιστική του Μαρξ αναφορικά με τη στήριξη που πρόσφερε η αγροτική μικροαστική τάξη στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Ας ξεκινήσουμε από αυτό που επισημάναμε κριτικά στα προηγούμενα για να πάρουμε το ουσιαστικό ερμηνευτικό του στοιχείο σε ό,τι εδώ μας απασχολεί. Ο Μαρξ επισημαίνει ότι οι όροι οργάνωσης της οικονομικής ζωής των μικροαγροτών οδηγούν στην απομόνωση του ενός από τον άλλο αλλά και από τον κοινωνικό κορμό και στην αδυναμία συγκρότησής τους στο πολιτικό επίπεδο, γεγονός που τους οδηγεί στο να προσβλέπουν στην απευθείας εκπροσώπησή τους και προστασία τους από την κρατική εκτελεστική εξουσία και μάλιστα μια κρατική εκτελεστική εξουσία απεριόριστης κυβερνητικής δύναμης. Αν και αυτό δεν σημαίνει ότι οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες δεν αποτελούν κοινωνική τάξη, δίνει ωστόσο μια κατεύθυνση ερμηνείας της στήριξής τους στο βοναπαρτισμό.
Ας ανατρέξουμε και πάλι στην ανάλυση του Πουλαντζά και ειδικότερα στην έννοια του «αποτελέσματος απομόνωσης». Κατά τον Πουλαντζά (1982α: 179-182) το «αποτέλεσμα απομόνωσης» «[σ] υνίσταται στο ότι οι νομικές και ιδεολογικές δομές, που καθορίζονται σε τελευταία ανάλυση από τη δομή της διαδικασίας εργασίας, και αποκαθιστούν, στο επίπεδό τους, τους δρώντες παράγοντες, τους κατανεμημένους σε κοινωνικές τάξεις, σε νομικά και ιδεολογικά “υποκείμενα”, έχουν σαν αποτέλεσμα στην ταξική οικονομική πάλη να συσκοτίζονται κατά ένα ιδιαίτερο τρόπο στους δρώντες παράγοντες οι σχέσεις τους σαν ταξικές σχέσεις. Τις οικονομικές κοινωνικές σχέσεις πραγματικά τις ζουν τα υποστηρίγματα με τον τρόπο ενός διαμερισμού και μιας ειδικής ατομικοποίησης […] το αποτέλεσμα απομόνωσης […] έχει μια κεφαλαιώδη σημασία, κυρίως επειδή συσκοτίζει στους δρώντες παράγοντες της παραγωγής τις ταξικές τους σχέσεις μέσα στην οικονομική πάλη» . Καίτοι «το “αποτέλεσμα απομόνωσης” […] είναι ένα ειδικό για τον ΚΤΠ διαποτίζει επίσης, με τρόπο υπερπροσδιοριστικό, τις τάξεις των μη κυρίαρχων τρόπων παραγωγής ενός κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού, προστιθέμενο […] στην απομόνωση που προσιδιάζει στους όρους της οικονομικής τους ζωής» .
Επομένως το ειδικό για τον ΚΤΠ «αποτέλεσμα απομόνωσης» –που σημαίνει ότι συσκοτίζονται κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο στους δρώντες παράγοντες οι σχέσεις τους ως ταξικές σχέσεις– επιτείνεται στην υπερπροσδιοριστική επίδρασή του στους μη καπιταλιστικούς τρόπους (ή μορφές) παραγωγής, όπως η αγροτική ΑΕΠ,14 λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών απομόνωσης που χαρακτηρίζουν τους όρους της οικονομικής τους ζωής. Αυτή η υπερπροσδιορισμένη απομόνωση, επιτεινόμενη από τους ιδιαίτερους όρους απομόνωσης που προσιδιάζουν στην οικονομική ζωή της μικροϊδιοκτησιακής αγροτικής παραγωγής, ιδίως σε συνθήκες όπως της γαλλικής υπαίθρου στα μέσα του 19ου αιώνα, έχει ως δυνατό συνεπακόλουθο την αδυναμία πολιτικής οργάνωσης-αυτοτελούς αντιπροσώπευσης των δρώντων υποκειμένων της (αγροτική μικροαστική τάξη). Γράφει σχετικά ο Πουλαντζάς (1982α: 168): Πρόκειται «για την απουσία ταξικής πολιτικής οργάνωσης σε συνάρτηση με την απομόνωση της οικονομικής πάλης. Αυτό έπληξε κυρίως τις τάξεις που, πέρα από την απομόνωση που οφείλεται στους όρους της οικονομικής ζωής τους, υφίστανται ταυτόχρονα τα αποτελέσματα από την απομόνωση που επιβλήθηκε στους άλλους τρόπους παραγωγής, απ’ τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή τη μικροαστική τάξη και ορισμένες μερίδες της αγροτιάς, όπως π.χ. η μικρή αγροτική ιδιοκτησία». Και ερχόμαστε στο κράτος: «Το κράτος, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, επωφελείται απ’ την ανικανότητα πολιτικής επιβεβαίωσης αυτών των τάξεων, εξ αιτίας της θέσης τους μέσα στην παραγωγική διαδικασία […]: το κράτος εμφανίζεται συχνά άμεσα σαν ο πολιτικός αντιπρόσωπος των συμφερόντων της μικρής παραγωγής» και οι τάξεις της (εδώ η αγροτική μικροαστική τάξη) «αποτελούν συχνά τάξεις στηρίγματα» του καπιταλιστικού κράτους (Πουλαντζάς 1982α: 155).
Στις ειδικές ιστορικές συνθήκες, λοιπόν, ανάδυσης του βοναπαρτικού «καθεστώτος και Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης» (Πουλαντζάς 2006: 63 κ.ε.) υπό τους όρους, πρώτον, της απογοήτευσης των αγροτικών μικροαστικών μαζών από τη δημοκρατία (απογοήτευση που συμπυκνώνεται στον κίνδυνο προλεταριοποίησής τους), δεύτερον, της παρατεταμένης σύγκρουσης της κοινοβουλευτικής αστικής τάξης (που εκπροσωπούσε την απαξιωμένη, ως ταυτισμένη με την αστική τάξη, δημοκρατία) με την εκτελεστική εξουσία (που εκπροσωπούσε το κράτος), τρίτον, της απομόνωσης που προσιδίαζε στους οικονομικούς όρους ζωής τους, οι μάζες αυτές στήριξαν το κράτος, δηλαδή τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη, βρήκαν την πολιτική τους εκπροσώπηση στο βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος, το οποίο επωφελήθηκε –μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας που, όπως σημειώσαμε ήδη, παραπέμπει στις αγροτικές μικροαστικές αυταπάτες– από την ανικανότητα πολιτικής τους επιβεβαίωσης (πολιτικής οργάνωσης-αυτοτελούς αντιπροσώπευσης).
Θα επιμείνουμε στις αυταπάτες, για τις οποίες μας μίλησε ο Μαρξ, που ας πούμε συνοψίζονται στον (υποτιθέμενο) αντιπλουτοκρατισμό του Βοναπάρτη (αντιπλουτοκρατισμό εντός του καπιταλισμού).
Οι αυταπάτες αυτές ως έκφραση του συντηρητικού-αντιδραστικού αντικαπιταλισμού των μικροαστών αγροτών, στο μέτρο που ενεργοποιούνται από το κράτος, όπως στην περίπτωση του βοναπαρτικού κράτους (μέσα στις ειδικές ιστορικές συνθήκες της Γαλλίας του τέλους της δεκαετίας του 1840), επιτελούν ακριβώς τον επαρκή όρο της σχετικής αυτονομίας του κράτους, εφόσον, όπως έχουμε υποστηρίξει, ο επαρκής όρος για τη σχετική αυτονομία του κράτους είναι το κράτος να μπορέσει να εμφανιστεί, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, ως ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές.
Εδώ χρειάζεται να προστεθεί και το εξής: «Η καθεαυτό πολιτική λειτουργία του κράτους μέσα στην πάλη των τάξεων θα είναι πολύ πιο σημαντική [στη Γαλλία] από ό,τι στη Μεγάλη Βρετανία, εξαιτίας του ρόλου των κοινωνικών δυνάμεων της αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης » (Πουλαντζάς 1982α: 248), αλλά και ο ιδιαίτερος ρόλος των Γάλλων μικροαστών αγροτών ως προς το κράτος έχει ακριβώς να κάνει με την ιδιαιτερότητα της ιστορικής τους συγκρότησης ως συμμάχου της γαλλικής αστικής τάξης στην αντιφεουδαρχική της πάλη, ιδιαιτερότητα που τους καθιστούσε εν δυνάμει κοινωνική δύναμη.
Από την άλλη, οι ίδιες οι αντιπλουτοκρατικές αγροτικές μικροαστικές αυταπάτες ή γενικά προσδοκίες (ο συντηρητικός-αντιδραστικός αντικαπιταλισμός τους εντός του καπιταλισμού) δύνανται να εκφραστούν μέσω του κράτους εκ του ίδιου του περιεχομένου τους (τόσο στην ιδεολογική όσο και την πολιτική του διάσταση), ιδίως μέσω ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης βοναπαρτικού τύπου, δηλαδή ενός κράτους που ακριβώς βρίσκεται στη φάση ιστορικής πραγμάτωσης της σχετικής αυτονομίας του ως της προϋπόθεσης για να εξυπηρετηθούν τα κυρίως πολιτικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.
Γράφει ο Πουλαντζάς (2006: 264-265), μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στην τρίτη, κατ’ αυτόν, προσίδια στον ταξικό-δομικό προσδιορισμό της «παραδοσιακής» μικροαστικής τάξης έκφανση στο ιδεολογικό επίπεδο: «γ) Ιδεολογική χροιά του “φετιχισμού της εξουσίας” […] Λόγω της οικονομικής απομόνωσής της (που προκαλεί επίσης και το “μικροαστικό ατομικισμό”) και λόγω της οικονομικής συγγένειας και συνάμα αντίθεσης προς την αστική τάξη και το προλεταριάτο, η μικροαστική τάξη πιστεύει στη φενάκη του υπερταξικού ουδέτερου κράτους. Προσμένει ότι το ουδέτερο κράτος θα της φέρει το εξ ουρανού μάννα, δηλαδή ότι θα βάλει τέλος στην κατάντιά της. Στην ακραία περίπτωση, οδηγείται συχνά σε μια “λατρεία του κράτους”. Τότε, η μικροαστική τάξη ταυτίζεται με το κράτος» . Αυτός ο «φετιχισμός της εξουσίας», για τον οποίο μας μιλάει ο Πουλαντζάς, συνδέεται άμεσα με το «αποτέλεσμα απομόνωσης» και τη δυνατή (στη συγκυρία) συνεπαγωγή του, την ανικανότητα πολιτικής επιβεβαίωσης έξω από το κράτος (αδυναμία πολιτικής οργάνωσης-αυτοτελούς αντιπροσώπευσης των δρώντων υποκειμένων της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και παραγωγής), οδηγώντας συχνά στη «λατρεία του κράτους» και στην ταύτιση με το κράτος: ιδίως με ένα κράτος που εμφανίζεται, όπως το βοναπαρτικό, ως αντίθετο με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Στο πολιτικό επίπεδο για το σύνολο της μικροαστικής τάξης ο Πουλαντζάς (2006: 266-267) υποστηρίζει την ύπαρξη τεσσάρων «κοινών αποτελεσμάτων». Τα δυο πρώτα συναρτώνται ευθέως με την προηγούμενη επιχειρηματολογία μας: «α) Σημαντικές δυσκολίες να οργανωθούν πολιτικά σε ιδιαίτερο και προσίδιο κόμμα», ως αποτέλεσμα του «αποτελέσματος απομόνωσης», όπως είδαμε, που έπεται και ότι: «β) Η οργάνωσή τους περνά απευθείας μέσα από άλλους κρατικούς μηχανισμούς. Τα σύνολα αυτά θεωρούν το κράτος δικό τους πολιτικό εκπρόσωπο κι ότι παίζει τον ρόλο του οργανωτή τους. Οι μικροαστοί αποτελούν συχνά μια τάξη-στήριγμα του κράτους». Ιδίως ποιου κράτους; «Η συμμαχία τους με την αστική τάξη δεν είναι άμεση, αλλά πραγματοποιείται χάρη στην υποστήριξη εκείνων των μορφών κράτους που η μικροαστική τάξη θεωρεί αντίθετες προς τα συμφέροντα της αστικής τάξης και πρόσφορες στα δικά της» . Μια τέτοια μορφή κράτους της οποίας αποτέλεσαν ιστορικά τάξη-στήριγμα οι μικροαστοί αγρότες αποτελούσε το βοναπαρτικό κράτος εκτάκτου ανάγκης. «Ο εκλεκτός των αγροτών δεν είναι ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, μα ο Βοναπάρτης που διάλυσε το αστικό κοινοβούλιο» (Μαρξ 1982: 155).
Το βοναπαρτικό κράτος ήταν το κράτος που για να οικοδομήσει τη σχετική του αυτονομία, που είναι αναγκαία για την ηγεμονική ταξική κυριαρχία, στηρίχτηκε (κυρίως) στην κυριαρχούμενη μικροαστική αγροτική τάξη για να εμφανιστεί, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας (αγροτικές μικροαστικές αυταπάτες), ως ο αντιπρόσωπός της, κινώντας την μ’ ένα ορισμένο νόημα (συντηρητικός-αντιδραστικός αντικαπιταλισμός) ενάντια στην αστική τάξη, αλλά για πολιτικό κέρδος της αστικής τάξης (αντικαπιταλισμός εντός του καπιταλισμού για την εξυπηρέτηση των κυρίως πολιτικών συμφερόντων της αστικής τάξης) και όχι της ίδιας της μικροαστικής αγροτικής τάξης. Οι αγρότες μικροαστοί κάθε άλλο παρά ωφελημένοι βγήκαν από το καθεστώς του Λουδοβίκου Βοναπάρτη (βλ. Μαρξ 1982: 168 κ.ε.), καθώς, αν και «“επίσημος” αντιπρόσωπος της μικροαστικής τάξης και της μικροϊδιόκτητης αγροτιάς, δεν παίρνει κανένα μέτρο για να τις ευνοήσει» (Πουλαντζάς 1982β: 152-153).
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε τρία σημεία πιθανών παρεξηγήσεων.
Πρώτον: Είναι αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας ότι η αγροτική μικροϊδιοκτησία και παραγωγή δεν είναι ένα ομοιογενές σύνολο, τουλάχιστον από οικονομική άποψη. Και μόνο η επενέργεια της διαφορικής προσόδου μπορεί να δώσει μια σημαντικότατη εσωτερική διαφοροποίηση-διαστρωμάτωση εντός της τάξης: στρώματα που ήδη τείνουν στην προλεταριοποίηση και που σαφώς βιώνουν την ημιπρολεταριοποίηση και στρώματα κοντά σε μια δυναμική εκμετάλλευσης ξένης εργασίας, σε ευκαιριακή ή μονιμότερη βάση (βλ. Λένιν 1986, Οικονομάκης 2000, Μηλιός και Οικονομάκης 2007). Είναι επίσης αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας ότι η ταξική θέση δεν αντιστοιχεί ή δεν προεκτείνεται γραμμικά σε ταξική τοποθέτηση στη συγκυρία (Οικονομάκης 2000), και σε κάθε περίπτωση η ταξική τοποθέτηση δεν λειτουργεί στο επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού με όρους ολότητας μιας τάξης. Δεδομένων αυτών των δυο παρατηρήσεων μπορούμε να αντιληφθούμε και ότι η μαζική υποστήριξη της αγροτικής μικροαστικής τάξης στο βοναπαρτισμό δεν στερείτο αντίθετων στάσεων, κάτι που δεν διαφεύγει της προσοχής του Μαρξ (1982: 157): «Μα θα μου φέρει κανείς την αντίρρηση, και οι εξεγέρσεις των αγροτών στη μισή Γαλλία, το ανθρωποκυνηγητό του στρατού ενάντια στους αγρότες, οι μαζικές φυλακίσεις και οι εξορίες των αγροτών; […] Μα ας μη γίνεται καμιά παρεξήγηση. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει τον επαναστάτη, μα το συντηρητικό αγρότη, όχι τον αγρότη που θέλει να βγει έξω από τις κοινωνικές του συνθήκες, από το μικρό κλήρο, μα αντίθετα αυτό που θέλει να τον σταθεροποιήσει» . Εδώ ο Μαρξ σαφώς αναφέρεται στη διάσταση της ταξικής τοποθέτησης και των αντιφάσεών της στη συγκυρία.
Δεύτερον: Οι προηγούμενες παρατηρήσεις μας όσον αφορά την ταξική τοποθέτηση αφορούν βεβαίως και την εργατική τάξη. Όπως μάλιστα σημειώνει ο Μαρξ (1982: 167-168), «ο Βοναπάρτης θεωρεί τον εαυτό του εκπρόσωπο των αγροτών και του λαού γενικά, ενάντια στην αστική τάξη και θέλει να κάνει ευτυχισμένες τις κατώτερες λαϊκές τάξεις μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας» . Δηλαδή ο Βοναπάρτης, καίτοι «επίσημος» αντιπρόσωπος της μικροαστικής τάξης και της μικροϊδιόκτητης αγροτιάς, στην οποία και κυρίως στηρίχτηκε, επιδιώκει τη στήριξή του και στην εργατική τάξη, η οποία σε πολιτικό επίπεδο ήταν αποδυναμωμένη μετά την ήττα του Ιούνη του 1848. Είναι «εκλεγμένος με την καθολική ψηφοφορία που επανέφερε, είναι πιο αντιπροσωπευτικός απ’ τη δημοκρατία που κατάργησε » (Πουλαντζάς 1982β: 152), και είχε εκλεγεί (νόμιμα), όπως είδαμε, με τη στήριξη όχι μόνο των αγροτικών μαζών αλλά και των εργατών, οι οποίοι τον ψήφισαν σε αντιπλουτοκρατική κατεύθυνση. Ο Μαρξ (1982: 150-151) εξετάζοντας το «[γ] ιατί το παρισινό προλεταριάτο δεν ξεσηκώθηκε ύστερα από τις 2 του Δεκέμβρη» υποστηρίζει ότι «[κ] άθε σοβαρή εξέγερση του προλεταριάτου θα […] ξαναζωντάνευε αμέσως [την αστική τάξη…] θα την συμφιλίωνε με το στρατό και θα εξασφάλιζε μια δεύτερη ήττα του Ιούνη στους εργάτες» . Έτσι το παρισινό προλεταριάτο αφέθηκε να στερηθεί με το πραξικόπημα του Δεκέμβρη τους αρχηγούς του, και «ανέθεσε στην πρωτοπορία του, στις μυστικές εταιρίες, να σώσει την επαναστατική τιμή του Παρισιού» .
Έχουμε την εντύπωση πως μια τέτοια τοποθέτηση του Μαρξ (θα ξαναζωντάνευε την αστική τάξη και θα οδηγούσε σε μια δεύτερη ήττα του Ιούνη) υπονοεί, αν μη τι άλλο, την πολιτική ουδετεροποίηση της εργατικής τάξης έναντι της αστικής δημοκρατίας και του Βοναπάρτη. Έχουμε επίσης την εντύπωση πως η τοποθέτηση του Μαρξ, σχετικά με την «ανάθεση» της εργατικής πρωτοπορίας υπονοεί, αν μη τι άλλο, πως «η εκάστοτε ιστορική πολυπλοκότητα-μοναδικότητα της πάλης των τάξεων » (οφείλουμε τη διατύπωση σε παρατήρηση του Γιάννη Μηλιού) οδηγεί σε εναλλακτικές (και μη προδεδομένες) μορφές εργατικής αντίστασης, αλλά αυτό είναι ένα ζήτημα στο οποίο δεν θα υπεισέλθουμε εδώ.15
Τρίτον: Έχουμε υποστηρίξει ότι οι αντιπλουτοκρατικές αγροτικές μικροαστικές αυταπάτες ή γενικά προσδοκίες (ο συντηρητικός-αντιδραστικός αντικαπιταλισμός τους εντός του καπιταλισμού) δύνανται να εκφραστούν μέσω του κράτους εκ του ίδιου του περιεχομένου τους, ιδίως μέσω ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης βοναπαρτικού τύπου. Οι διατυπώσεις μας αυτές υπονοούν μια ειδική δυνατότητα ή «προνομιακότητα» (ή συχνότητα: «συχνά», είδαμε ότι γράφει ο Πουλαντζάς, το κράτος εμφανίζεται άμεσα σαν ο πολιτικός αντιπρόσωπος των συμφερόντων της μικρής παραγωγής ή η «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη οδηγείται «συχνά» σε μια «λατρεία του κράτους» ή αποτελεί «συχνά» τάξη-στήριγμα του κράτους), απορρέουσα από τον ταξικό-δομικό προσδιορισμό της μικροαστικής τάξης, αλλά δεν αποκλείουν την έκφραση της αγροτικής μικροαστικής τάξης από κόμματα ή κινήματα. Όπως, άλλωστε, επισημαίνει ο Πουλαντζάς (2006: 268) «[η] “παραδοσιακή” μικροαστική τάξη είναι […] πρόσφορη στα εξτρεμιστικά κινήματα της δεξιάς [και μάλιστα] μέσα σε ομαλές συγκυρίες ». Η αποκλειστικότητα της έκφρασης του αντιπλουτοκρατισμού των μικροαστών αγροτών μέσω του κράτους (ως έκφραση μιας δυνατής συνεπαγωγής του «αποτελέσματος απομόνωσης»: ανικανότητα πολιτικής επιβεβαίωσης έξω από το κράτος) ανάγεται στο συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο του βοναπαρτισμού, όπως αυτό εγγράφεται στις ειδικές ιστορικές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του γαλλικού κοινωνικού σχηματισμού της περιόδου, και ειδικότερα στην ιδιαίτερη ένταση ακριβώς του «αποτελέσματος απομόνωσης» που οφείλεται στους όρους της οικονομικής ζωής των Γάλλων αγροτών στα τέλη της δεκαετίας του 1840.
3.3.2. Το βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος και η αστική τάξη
Έχουμε υποστηρίξει ότι αν η δημοκρατία που έφερε η Φεβρουριανή Επανάσταση υλοποίησε κατ’ αρχήν τον αναγκαίο όρο για τη σχετική αυτονομία του κράτους, στο μέτρο της διαφαινόμενης ενότητας των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος, το βοναπαρτικό κράτος εκτάκτου ανάγκης ήταν το καπιταλιστικό κράτος στη φάση της υλοποίησης του επαρκούς όρου για τη σχετική του αυτονομία έναντι των κυρίαρχων τάξεων. Ως τέτοιο κράτος στηρίχτηκε στην αγροτική μικροαστική τάξη κινητοποιώντας το συντηρητικό-αντιδραστικό αντικαπιταλισμό της εντός του καπιταλισμού. Οι συνέπειες αυτής της διαδικασίας ως προς τη σχέση πολιτικής εξουσίας και αστικής τάξης αναδεικνύονται στις σχετικές αναλύσεις του Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, αναλύσεις οι οποίες, ωστόσο, από μια πρώτη ματιά ίσως μπορούν να προσφέρουν έδαφος σε λαθεμένες ερμηνείες.
Γράφει εκεί ο Μαρξ (1982: 81-82): «[τ] ο ίδιο το δικό της συμφέρον [της αστικής τάξης] την προστάζει να απαλλαχθεί από τον κίνδυνο της αυτοκυβέρνησης». Η αστική τάξη «για να διατηρήσει ανέπαφη την κοινωνική της δύναμη, πρέπει να τσακίσει την πολιτική της δύναμη […] οι ιδιώτες αστοί μπορούν να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται τις άλλες τάξεις και να απολαμβάνουν ανενόχλητα την ιδιοκτησία, την οικογένεια, τη θρησκεία και την τάξη μόνο με τον όρο να καταδικαστεί η τάξη τους στην ίδια πολιτική εκμηδένιση με τις άλλες τάξεις […] [η αστική τάξη] για να σώσει το πουγκί της πρέπει να αρνηθεί το στέμμα και το ξίφος, που πρέπει να την υπερασπίζει, θα πρέπει να κρέμεται ταυτόχρονα σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από το κεφάλι της» .
Οι διατυπώσεις «για να διατηρήσει ανέπαφη την κοινωνική της δύναμη, πρέπει να τσακίσει την πολιτική της δύναμη», «ίδια πολιτική εκμηδένιση με τις άλλες τάξεις», «πρέπει να αρνηθεί το στέμμα και το ξίφος» δείχνουν «παράδοξες» (βλ. σχετικά Πουλαντζάς 1982β: 144), όπως «παράδοξη» δείχνει και η επόμενη διατύπωση περί αφανισμού της κυριαρχίας της βιομηχανικής αστικής τάξης: «Η βιομηχανική αστική τάξη χειροκροτεί με δουλόπρεπα μπράβο το πραξικόπημα στις 2 του Δεκέμβρη, την κατάργηση του κοινοβουλίου, τον αφανισμό της δικής της κυριαρχίας, τη δικτατορία του Βοναπάρτη» (Πουλαντζάς 1982β: 143). «Παράδοξες» από την άποψη ότι ο Μαρξ δείχνει να θεωρεί ότι ο βοναπαρτισμός δεν αντιστοιχεί «“στην ιδέα που είχε […] για το κράτος, δηλαδή, ότι το κράτος είναι το όργανο της εξουσίας και κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας τάξης”» (Πουλαντζάς 1982β: 143).
Υπάρχει, άραγε, αντίφαση ανάμεσα στις θέσεις αυτές του Μαρξ και σε ξεκάθαρες, για την ταξική υπόσταση του κράτους, διατυπώσεις, όπως π.χ. η επόμενη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ; «Η νεώτερη κρατική εξουσία δεν είναι παρά μια Επιτροπή που διαχειρίζεται τα κοινά συμφέροντα της αστικής τάξης» (Μαρξ-Ένγκελς χ.χ.έ.: 56).
Ξαναγυρνώντας στα προηγούμενα αποσπάσματα από τη 18η Μπρυμαίρ βλέπουμε ότι η απαλλαγή της αστικής τάξης «από τον κίνδυνο της αυτοκυβέρνησης », το τσάκισμα (ή ο αφανισμός) της πολιτικής της δύναμης (κυριαρχίας), απαιτείται για τον Μαρξ μόνο για να διατηρηθεί «ανέπαφη» η κοινωνική και οικονομική δύναμη της αστικής τάξης, για να αναπαραχθεί απρόσκοπτα («ανενόχλητα») η εκμεταλλευτική (καπιταλιστική) της ιδιοκτησία και ιδεολογία. Αν τα προηγούμενα αφορούν «τα κοινά συμφέροντα της αστικής τάξης», τότε ίσα ίσα η διατύπωση που παραθέσαμε από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο βρίσκεται από πρώτη ματιά σε συμφωνία με τις αναλύσεις στη 18η Μπρυμαίρ : το κράτος (η κρατική εξουσία) δεν είναι παρά μια Επιτροπή διαχείρισης των κοινών ταξικών συμφερόντων της αστικής τάξης. Το κράτος (και όχι η ίδια η αστική τάξη) διαχειρίζεται τα κοινά συμφέροντα της αστικής τάξης, είναι ο κοινός τόπος της μαρξικής θέσης τόσο στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο όσο και στη 18η Μπρυμαίρ.
Το κράτος (και όχι η ίδια η αστική τάξη) διαχειρίζεται τα κοινά συμφέροντα της αστικής τάξης, καθώς, πρέπει να συμπληρωθεί, η ίδια η αστική τάξη είναι ανίκανη να υπηρετήσει τα κοινά της συμφέροντα.
Γράφει σχετικά ο Μαρξ (1982: 128-129, 131-132), μεταξύ άλλων, στη 18η Μπρυμαίρ: Το αστικό σώμα του Κόμματος της Τάξης «[α] πόδειχνε πως ο αγώνας για την υπεράσπιση των δημόσιων συμφερόντων του, των ταξικών του συμφερόντων , της πολιτικής του δύναμης, το ενοχλούσε και το δυσαρεστούσε μόνο γιατί ενοχλούσε τις ιδιωτικές του υποθέσεις. […] [η] εξωκοινοβουλευτική μάζα της αστικής τάξης […] καλούσε τον Βοναπάρτη να καταπιέσει, να εκμηδενίσει το τμήμα της που μιλούσε και έγραφε, τους πολιτικούς της και τους συγγραφείς της, το ρητορικό της βήμα και τον τύπο της, έτσι που να μπορεί γεμάτη εμπιστοσύνη, κάτω από την προστασία μιας ισχυρής και απολυταρχικής κυβέρνησης να ασχολείται με τις ιδιωτικές της υποθέσεις. Δήλωσε ξεκάθαρα πως λαχταράει να απαλλαγεί από την ίδια την πολιτική κυριαρχία και να απαλλαγεί από τους κόπους και τους κινδύνους της εξουσίας. […] [Η αστική τάξη] κάθε στιγμή θυσίαζε το γενικό ταξικό συμφέρον της, δηλαδή το πολιτικό της συμφέρον, στα πιο περιορισμένα και πιο βρώμικα ιδιωτικά της συμφέροντα» . Σε αυτές τις συνθήκες «[ο] ι ρήτορες και οι γραφιάδες της αστικής τάξης, το βήμα της και ο τύπος, με λίγα λόγια, οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης καθώς και η ίδια η αστική τάξη, οι αντιπρόσωποι και οι αντιπροσωπευόμενοι, στέκονταν σαν ξένοι μεταξύ τους και δεν καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο» .
Οι αναπτύξεις αυτές του Μαρξ (καίτοι κάπως υποκειμενιστικές ως προς τη διατύπωσή τους)16 αναδεικνύουν μια σαφή διάσταση ή σύγκρουση ιδιωτικού και δημόσιου (δημόσιου με την έννοια του γενικού ταξικού ή πολιτικού) συμφέροντος της αστικής τάξης, που αποκτούσε χαρακτηριστικά πολιτικής κρίσης και η οποία βρίσκεται στη βάση του βοναπαρτισμού. Ξεκινώντας από την τελευταία διαπίστωση του Μαρξ, η διάσταση στην οποία αναφέρεται (οι αντιπρόσωποι και οι αντιπροσωπευόμενοι στέκονταν σαν ξένοι μεταξύ τους) ισοδυναμεί με τη διαπίστωση ειδικότερα μιας ιδεολογικοπολιτικής κρίσης αντιπροσώπευσης, που αποτελεί τη βάση της εμφάνισης του κράτους εκτάκτου ανάγκης: «Ρήξη του άμεσου δεσμού εκπροσώπησης που συνδέει την ηγεμονεύουσα τάξη ή τμήμα, τόσο με τους πολιτικούς όσο και με τους ιδεολογικούς εκπροσώπους της» (Πουλαντζάς 2006: 353).
Τι υποδηλώνει, όμως, περαιτέρω, ως προς τα αίτιά της αυτή η σύγκρουση ή διάσταση; Ο Πουλαντζάς (2006: 149-150) κάνει «δυο παρατηρήσεις», που θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικές. Ας ξεκινήσουμε με την πρώτη: «α) Η ανικανότητα της αστικής τάξης να ανυψωθεί στο κυρίως πολιτικό επίπεδο απορρέει από την αδυναμία της να πραγματοποιήσει την εσωτερική της ενότητα: αυτή αφήνεται στην πάλη των μερίδων της, χωρίς να μπορεί να πραγματοποιήσει την πολιτική της ενότητα στη βάση ενός κοινά κατανοητού πολιτικού συμφέροντος» . Προσθέτουμε και ότι η αδυναμία αυτή εσωτερικής ενότητας της αστικής τάξης, σε συνδυασμό με την κύρια αντίφαση στο επίπεδο του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού (κεφάλαιο-μισθωτή εργασία), έχει ως συνέπεια μια κατάσταση μόνιμης πολιτικής αστάθειας.17 Επιστρέφοντας στην πρώτη αυτή παρατήρηση του Πουλαντζά, αντιλαμβανόμαστε ότι αντιστοιχεί ευθέως στη θέση του Μαρξ πως η αστική τάξη κάθε στιγμή θυσίαζε το γενικό ταξικό συμφέρον της, δηλαδή το πολιτικό της συμφέρον, στα πιο περιορισμένα και πιο βρόμικα ιδιωτικά της συμφέροντα. Αλλά ο Μαρξ το λέει αυτό για την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία που γέννησε η Επανάσταση του Φλεβάρη. Τη δημοκρατία δηλαδή που, σύμφωνα με την ανάλυσή του, όπως είδαμε, φαίνεται ότι υλοποίησε την ενότητα των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος. Θυμίζουμε επιγραμματικά: η κοινοβουλευτική δημοκρατία δέχτηκε όλα τα τμήματα της αστικής τάξης μέσα στην περιοχή του κράτους της.
Εντούτοις, αυτή η ενότητα των τμημάτων της αστικής τάξης στο κράτος ήταν μόνο μια διαφαινόμενη (ή υπολανθάνουσα) ενότητα που μπορούσε να ολοκληρωθεί ως κοινά κατανοητό πολιτικό συμφέρον μόνον εφόσον το κράτος μπορούσε να εμφανιστεί, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, σαν ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές. Πρόκειται για τη διαλεκτική ενότητα αναγκαίου και επαρκούς όρου για τη σχετική αυτονομία του κράτους, την οποία επισημάναμε νωρίτερα στην ανάλυσή μας. Γράφει λοιπόν στη δεύτερη παρατήρησή του ο Πουλαντζάς: «β) Η τέτοια ανικανότητα, όμως, πηγάζει επίσης, και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, απ’ την πάλη της αστικής τάξης ενάντια στις κυριαρχούμενες τάξεις, και απ’ την ιδιαίτερη δυσχέρεια στην οποία βρίσκεται να πραγματοποιήσει την πολιτική ηγεμονία της απέναντι στις τελευταίες» . Τι αφορά η δυσχέρεια πολιτικής ηγεμονίας της αστικής τάξης απέναντι στις κυριαρχούμενες; Τη (μη) εμφάνιση του κράτους σαν του αντιπροσώπου των κυριαρχούμενων τάξεων. Αυτή τη δυσχέρεια επέλυσε το κράτος του βοναπαρτικού καθεστώτος εμφανιζόμενο ως ολότελα ανεξάρτητο. «Μόνο στο καθεστώς του δεύτερου Βοναπάρτη φαίνεται το κράτος πως έχει γίνει ολότελα ανεξάρτητο » τονίζει ο Μαρξ (1982: 154): φαίνεται ολότελα ανεξάρτητο, ήτοι το κράτος είναι σχετικά αυτόνομο, σε όρους της ανάλυσής μας, απέναντι στην κυρίαρχη τάξη μέσω της διαλεκτικής ενότητας αναγκαίου και επαρκούς όρου: «Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν η μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης σε μια εποχή που η αστική τάξη είχε χάσει πια την ικανότητα να κυβερνά το έθνος και η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα αποκτήσει αυτή την ικανότητα» (Μαρξ 1976: 77).
Η ικανότητα (της αστικής τάξης να κυβερνά το έθνος) που αποκτάται μέσω του βοναπαρτικού καθεστώτος και κράτους έχει να κάνει ακριβώς με τον ιδιαίτερο ρόλο που παίζουν αναφορικά με το κράτος οι μικροαστοί αγρότες ή με την εκπλήρωση του επαρκούς όρου για τη σχετική αυτονομία του κράτους μέσω των μικροαστών αγροτών, εκπλήρωση που μετατρέπει την υπολανθάνουσα ενότητα της αστικής τάξης σε πολιτικό συμφέρον του συνόλου της αστικής τάξης (που εμφανίζεται ως συμφέρον του έθνους). Και από την άλλη, μόνο μέσω της ολοκλήρωσης της ενότητας της αστικής τάξης μπορούσε να συγκροτηθεί ένα κοινά κατανοητό πολιτικό συμφέρον για το σύνολό της, ικανό ως τέτοιο να ενσωματώσει στην ηγεμονική της διεύθυνση τις κυριαρχούμενες τάξεις, ιδίως την αγροτική μικροαστική τάξη του αντικαπιταλισμού εντός του καπιταλισμού: ηγεμονία ως συγκρότηση των πολιτικών συμφερόντων της αστικής τάξης «στη σχέση τους με το κεφαλαιοκρατικό κράτος, σαν αντιπροσωπευτικών του “γενικού συμφέροντος” αυτού του πολιτικού σώματος, που είναι ο “λαός-έθνος”, και που έχει σαν υπόσταση το αποτέλεσμα απομόνωσης μέσα στο οικονομικό στοιχείο» (Πουλαντζάς 1982α: 195).
Έτσι ιδωμένες μπορούν, συνεπώς, να γίνουν κατανοητές οι διατυπώσεις του Μαρξ περί παραίτησης της αστικής τάξης από την πολιτική εξουσία, όπως και οι διατυπώσεις του για την «ετερονομία» που εκφράζει η εκτελεστική εξουσία (Μαρξ 1982: 152) ή για την «αντίθεση ανάμεσα στην κρατική δύναμη και την κοινωνία» που «προβάλλει καθαρά» με την αυτοκρατορία (όπ.π.: 165). Το κράτος ανεξαρτητοποιείται έναντι της αστικής κοινωνίας, η «κρατική μηχανή» σταθεροποιείται «μπροστά στην αστική κοινωνία» (όπ.π.: 154), εκφράζοντας, σε αντίθεση προς το άθροισμα των ιδιωτικών συμφερόντων της κοινωνίας, το στρατηγικό συμφέρον της απρόσκοπτης αναπαραγωγής της αστικής ταξικής κυριαρχίας, που προϋποθέτει τη σχετική αυτονομία του κράτους. Γράφει σχετικά ο Πουλαντζάς (1982β: 146) αναφερόμενες σε σχετικές με τον ανταγωνισμό κράτους και κοινωνίας αναπτύξεις του Μαρξ: «Ο “ανταγωνισμός ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία” προσδιορίζει […] μια σχετική αυτονομία του κράτους και των κυρίαρχων τάξεων» .
Δεδομένης, συνεπώς, της ανάλυσής μας μπορεί να υποστηριχτεί ότι το περιεχόμενο της πολιτικής κρίσης, η οποία εκδηλώνεται με το βοναπαρτικό καθεστώς και κράτος εκτάκτου ανάγκης, ανάγεται αιτιακά στις πολιτικοκοινωνικές αντιφάσεις και ταξικές συγκρούσεις που γεννούσε η ιστορική φάση πραγμάτωσης της σχετικής αυτονομίας του καπιταλιστικού κράτους (εκφραζόμενες ως ανικανότητα της αστικής τάξης να κυβερνά). Ειδικότερα τις αντιφάσεις και συγκρούσεις που γεννούσε η φάση ολοκλήρωσης της ενότητας της αστικής τάξης στο κράτος μέσω της εμφάνισης του κράτους σαν του αντιπροσώπου των κυριαρχούμενων τάξεων, ιδίως της αγροτικής μικροαστικής τάξης, που στις συνθήκες του γαλλικού κοινωνικού σχηματισμού αποτελούσε εν δυνάμει κοινωνική δύναμη.18
4. Επίλογος
Στο παρόν άρθρο διερευνήσαμε τον ιδιαίτερο ταξικό ρόλο της αγροτικής μικροαστικής τάξης στις ιστορικές συνθήκες του γαλλικού κοινωνικού σχηματισμού των μέσων του 19ου αιώνα (ειδικότερα της περιόδου 1848-1851), μέσα από τις σχετικές αναπτύξεις του Μαρξ, και όψεις της θεωρητικής τους αξιοποίησης από τον Νίκο Πουλαντζά.
Συνοψίζοντας τη μελέτη μας, θα λέγαμε ότι επιχειρήσαμε να εστιάσουμε σε δυο βασικά και αλληλοδιαπλεκόμενα θεωρητικά ζητήματα:
Το πρώτο αφορά τη σημασία και τους όρους συγκρότησης της σχετικής αυτονομίας του καπιταλιστικού κράτους: «Το καπιταλιστικό κράτος αναλαμβάνει τα πολιτικά συμφέροντα της αστικής τάξης και πραγματοποιεί για λογαριασμό του την ηγεμονική πολιτική λειτουργία που η αστική τάξη δεν μπορεί να επιτελέσει. Για να το πετύχει όμως αυτό, το καπιταλιστικό κράτος αποκτά μια σχετική αυτονομία έναντι της αστικής τάξης: εδώ βρίσκεται η βαθειά σημασία των αναλύσεων του Μαρξ για τον βοναπαρτισμό σαν τύπο καπιταλιστικού κράτους », βοναπαρτισμό («θρησκεία της αστικής τάξης») που «προσφέρει τα κλειδιά για την κατανόηση» της σημασίας της σχετικής αυτονομίας του κράτους, όπως επισημαίνει ο Πουλαντζάς (2006: 149-150). Η σχετική αυτή αυτονομία ως προϋπόθεση για την εξυπηρέτηση των κυρίως πολιτικών συμφερόντων της αστικής τάξης οικοδομείται υπό δυο όρους στη διαλεκτική τους ενότητα: ενότητα των κυρίαρχων τάξεων στο κράτος (ό,τι ονομάσαμε αναγκαίο όρο) και το κράτος να μπορέσει να εμφανιστεί, μέσω μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, σαν ο αντιπρόσωπος των κυριαρχούμενων τάξεων, στηριζόμενο σε αυτές (ό,τι ονομάσαμε επαρκή όρο). Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο βαρύνων ιστορικός ρόλος της γαλλικής αγροτικής μικροαστικής τάξης, και αυτό είναι το δεύτερο βασικό ζήτημα που μας απασχόλησε.
Η γαλλική αγροτική μικροαστική τάξη αποτέλεσε το κυρίως αλλά και το εφικτό ζητούμενο στην εκπλήρωση του επαρκούς όρου της σχετικής αυτονομίας του κράτους. Το κυρίως ζητούμενο αναφέρεται στον ειδικό ιστορικό ρόλο της αγροτικής μικροαστικής τάξης ως κοινωνικής δύναμης στις συνθήκες του γαλλικού κοινωνικού σχηματισμού: στην ιδιαιτερότητα της ιστορικής της συγκρότησης ως συμμάχου της γαλλικής αστικής τάξης στην αντιφεουδαρχική της πάλη, ιδιαιτερότητα που την καθιστούσε εν δυνάμει κοινωνική δύναμη. Το εφικτό ζητούμενο αναφέρεται στο αντιπλουτοκρατικό περιεχόμενο των αυταπατών των μικροαστών αγροτών (που αντιστοιχούν στη σύνθετη ιδεολογική διαδικασία για την εμφάνιση του κράτους σαν του αντιπροσώπου τους), όπως αυτό απορρέει από τον ίδιο τον δομικό-ταξικό τους προσδιορισμό (ο συντηρητικός-αντιδραστικός αντικαπιταλισμός τους εντός του καπιταλισμού) και στην ιδιαίτερη σημασία αυτού του αγροτικού μικροαστικού αντιπλουτοκρατισμού στο πολιτικό επίπεδο στη συγκεκριμένη ταξική συγκυρία: έκφρασή του αποκλειστικά μέσω του κράτους, ιδίως μέσω ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης βοναπαρτικού τύπου (δηλαδή ενός κράτους που ακριβώς βρίσκεται στη φάση ιστορικής πραγμάτωσης της σχετικής αυτονομίας του), εκ του ίδιου του περιεχομένου του (τόσο στην ιδεολογική όσο και την πολιτική του διάσταση), στην ειδική, ωστόσο, εγγραφή του στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες ιδιαίτερης έντασης του «αποτελέσματος απομόνωσης» (όροι οικονομικής ζωής στη γαλλική ύπαιθρο στα τέλη της δεκαετίας του 1840).
Είναι, λοιπόν, ακριβώς στο συνδυασμό τους ή στη συγχώνευσή τους τα ειδικά ιστορικά δεδομένα του γαλλικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού με τα δομικά χαρακτηριστικά της αγροτικής μικροαστικής τάξης που συγκροτούν μέσω του βοναπαρτισμού την αγροτική μικροαστική τάξη «σαν κοινωνική δύναμη » στη συγκυρία (Πουλαντζάς 1982α: 108) και δίνουν «το συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο του γαλλικού βοναπαρτισμού» ως απάντηση στην κρίση της αστικής διακυβέρνησης (κρίση που διακυβεύει την αστική ηγεμονία, ενέχοντας πάντα τον κίνδυνο ενεργοποίησης της κύριας αντίφασης μιας καπιταλιστικής κοινωνίας): υλοποίηση της σχετικής αυτονομίας του κράτους με υποκατάσταση των κομμάτων από το κράτος, με ολοκληρωτική ανάληψη από το κράτος του πολιτικού συμφέροντος των κυρίαρχων τάξεων οι οποίες «φαίνονται να παραιτούνται στην πολιτική τους εξουσία» (Πουλαντζάς 1982β: 153).
Βιβλιογραφικές αναφορές
Λένιν Β.Ι. (1986), Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.
Μαρξ Κ. (1976), Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα: Στοχαστής.
Μαρξ Κ. (1982), Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα: Θεμέλιο.
Μαρξ Κ. (1978α), Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ Κ. (1978β), Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ Κ. (2000), Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
Μαρξ Κ., Ένγκελς, Φ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης/μτφρ.-επιμ. Γιάνης Κορδάτος, 1944), Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Αθήνα: Αλφειός.
Μηλιός Γ., Οικονομάκης Γ. (2007), «Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: Ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση», Θέσεις 99: 19 επ.
Οικονομάκης Γ.Η. (1999), «Το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του αγροτικού τομέα (Με αφορμή την “Έκθεση Σπράου” για τη Γεωργία), Μέρος 2: Ταξικοί και οικονομικοί όροι της μη-καπιταλιστικοποίησης της γεωργίας», Θέσεις 66: 75-98.
Οικονομάκης Γ. (2000), Ιστορικοί τρόποι παραγωγής, καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Πουλαντζάς Ν. (1982α), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τόμος α, Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς Ν. (1982β), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τόμος β, Αθήνα: Θεμέλιο.
Πουλαντζάς Ν. (2006), Φασισμός και δικτατορία: η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς-Θεμέλιο.
Harnecker M. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Βασικές έννοιες του Ιστορικού Υλισμού, Αθήνα: Παπαζήση.
1.«Αν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής γενικά προϋποθέτει την απαλλοτρίωση των εργατών από τους όρους εργασίας, στη γεωργία προϋποθέτει την απαλλοτρίωση των αγρεργατών από τη γη και την υποταγή τους σε έναν κεφαλαιοκράτη, ο οποίος απασχολείται με τη γεωργία μόνο για να βγάζει κέρδος» (Μαρξ 1978β: 766).
2.«Η ηγεμονική τάξη είναι αυτή που συγκεντρώνει στον εαυτό της, στο πολιτικό επίπεδο, το διπλό ρόλο να αντιπροσωπεύει το γενικό συμφέρον του λαού-έθνους και να κρατάει μιαν ειδική κυριαρχία ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις και μερίδες: και αυτό στην ιδιαίτερη σχέση της με το κεφαλαιοκρατικό κράτος» (Πουλαντζάς 1982α: 196).
3. H θέση του Γκράμσι, όπως την καταγράφει ο Πουλαντζάς, είναι ότι «το κράτος δεν παίζει απλώς ρόλο “ισχύος”, αλλά ρόλο ιδεολογικό (ηγεμονία)» (Πουλαντζάς 2006: 331). «[Η] κυρίαρχη ιδεολογία είναι η συνεκτική ύλη ενός κοινωνικού σχηματισμού» (όπ.π.: 336) υπό ταξική κυριαρχία εφόσον εμφανίζει το ιδιοτελές (ταξικό) συμφέρον της κυρίαρχης τάξης ως γενικό κοινωνικό και εθνικό συμφέρον του “λαού-έθνους”» (Πουλαντζάς 1982α: 190 κ.ε.).
4. Αναφέρεται στα «εθνικά εργαστήρια» για την απασχόληση των εργατών (βλ. Μαρξ 2000: 57 κ.ε.).
5.«Τα μεγάλα μέτρα, όπως η διατήρηση του φόρου του κρασιού, του φόρου των 45 λεπτών, η περιφρονητική απόρριψη των αιτήσεων των αγροτών για την απόδοση του δισεκατομμυρίου κλπ.., όλα αυτά τα νομοθετικά αστροπελέκια χτυπούσαν την αγροτική τάξη μονομιάς, χοντρικά, από το κέντρο» (Μαρξ 2000: 142 – για το ζήτημα της απόδοσης του δισεκατομμυρίου, που αφορά την αποζημίωση των αριστοκρατών που ορίστηκε το 1825 επί Καρόλου 10ου για τις κατασχεθείσες στο διάστημα της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 ιδιοκτησίες, βλ. Μαρξ 2000: 55 και Μαρξ 1976: 87 – για τον φόρο του κρασιού, που έπληξε όχι μόνο τους αγρότες αλλά και τους εργάτες και τους εμπόρους, βλ. αναλυτικότερα Μαρξ 2000: 136 κ.ε.).
6. Δεν είμαστε πάντως βέβαιοι ότι ο Μαρξ ακολουθεί σταθερά και χωρίς αντιφάσεις αυτή τη γραμμή απέναντι στα μεσαία στρώματα στα μεταγενέστερα έργα του που μας απασχολούν στο παρόν άρθρο. Αλλά το ζήτημα αυτό είναι αντικείμενο χωριστής διερεύνησης.
7. Όπως επισημαίνει ο Πουλαντζάς (1982α: 106), «δεν θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε την ανάγκη να αναφερόμαστε, σχετικά με τις τάξεις σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό, στο πολιτικό και στο ιδεολογικό στοιχείο, αν δεν συνέβαινε ήδη κάτι τέτοιο μέσα στον “καθαρό” τρόπο παραγωγής», εδώ στην ΑΕΠ.
8. Για μια αναλυτική ερμηνευτική παρουσίαση του χρονικού της προλεταριακής εξέγερσης του Ιούνη 1848, βλ Μαρξ 2000: 35 κ.ε, ιδίως 55 κ.ε.
9. Το κόμμα που εξέφραζε την ενότητα των βασιλικών οίκων (Νομιμόφρονες: οπαδοί της νόμιμης δυναστείας των Βουρβόνων και Ορλεανιστές: οπαδοί του οίκου της Ορλεάνης) και της γαλλικής αστικής τάξης (βλ. σχετικά Μαρξ 2000, Μαρξ 1982 και Μαρξ 1976).
10. Οικογένεια και θρησκεία ως ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (βλ. Πουλαντζάς 2006: 331 κ.ε.) βρίσκουν το χνάρι τους στην περιφερειακή ιδεολογική δομή της ΑΕΠ. Η οικογένεια, ωστόσο, ανάγεται ευθέως στον δομικό της πυρήνα (σχέσεις παραγωγής). Η ιδιοκτησία επίσης ανάγεται ευθέως στον δομικό πυρήνα της ΑΕΠ (πραγματική οικονομική κυριότητα), αλλά ως νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα αναφέρεται στην περιφερειακή δικαιοπολιτική της δομή, και ως ιδεολογία (το δικαίωμα στην ιδιοκτησία) στην περιφερειακή ιδεολογική δομή της (για τις «περιφερειακές δομές» βλ. σχετικά Harnecker χ.χ.έ: 136 κ.ε.). Ειδικότερα για τη θρησκεία: Κατά την Harnecker (χ.χ.έ: 104) η ιδιαίτερη βαρύτητα του θρησκευτικού ιδεολογικού στοιχείου «δεν προσδιορίζεται άμεσα από την οικονομία, αλλά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ιδεολογικής δομής μιας ορισμένης κοινωνίας». Γράφει σχετικά ο Μαρξ: «Κάτω από την κοινοβουλευτική δημοκρατία πάλευε η σύγχρονη με την πατροπαράδοτη συνείδηση του Γάλλου αγρότη. Η πορεία αυτή συνεχίστηκε με τη μορφή αδιάκοπης πάλης ανάμεσα στους δασκάλους και στους παπάδες. […] Αν όμως ο νεοδημιουργημένος μικρός κλήρος, στη συμφωνία του με την κοινωνία, στην εξάρτησή του από τις φυσικές δυνάμεις και την υποταγή στην εξουσία που τον προστατεύει από πάνω, ήταν φυσικά θρήσκος, ο τσακισμένος από τα χρέη μικρός κλήρος, που βρίσκεται σε διάσταση με την κοινωνία και την εξουσία, που σπρώχτηκε έξω από τα όριά του, γίνεται φυσικά άθρησκος. Ο ουρανός ήταν πολύ όμορφο συμπλήρωμα για τη μόλις κερδισμένη λουριδίτσα γης, και ακόμα περισσότερο τη στιγμή που εξαρτιέται από αυτόν και ο καιρός» (Μαρξ 1982: 158, 163-164). Επομένως ο Μαρξ συνδέει την επιρροή του θρησκευτικού ιδεολογικού στοιχείου τόσο με την ταξική συγκυρία, όσο και με τη δομική ιδιαιτερότητα της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας και παραγωγής, στην αλληλοδιαπλοκή τους, στη βάση βέβαια των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της ιδεολογικής δομής της συγκεκριμένης κοινωνίας (της γαλλικής των μέσων του 19ου αιώνα). Ιδιαίτερη σημασία ως προς την ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα της αγροτικής μικροαστικής τάξης έχουν επίσης εδώ οι αναφορές του Μαρξ στην από τα πάνω (από την εξουσία) προστασία την οποία προσδοκά και στην οποία αποβλέπει ο αγρότης, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια.
11.«Πραγματικά η γαλλική αστική τάξη, σε αντίθεση προς την αγγλική αστική τάξη του 1640 και του 1688, πήρε ολοκληρωτικά την πολιτική εξουσία, αλλά με ποιο αντίτιμο! Μπόρεσε να το κάνει μονάχα στηριζόμενη πλατιά πάνω στη μικρή αγροτιά και τη μικροαστική τάξη» (Πουλαντζάς 1982α: 245).
12. Σε άλλη ταξική συγκυρία, αυτή της Κομμούνας του Παρισιού, η μικροαστική τάξη «πήρε το μέρος του προλεταριάτου» (Πουλαντζάς 1982α: 244), που αναδείχτηκε σε επαναστατική αντικαπιταλιστική κοινωνική δύναμη.
13. Δημοψήφισμα με καθολική ψηφοφορία που έκανε ο Βοναπάρτης στις 20 Δεκέμβρη 1852 για τη νομιμοποίηση του πραξικοπήματός του, της επανεκλογής του στο αξίωμα του Προέδρου της γαλλικής Δημοκρατίας.
14.«Η περίπτωση της αγροτιάς, ιδιαίτερα της μικρής ιδιοκτησίας, και της μικροαστικής τάξης», Πουλαντζάς 1982β: 155.
15. Θα σημειώσουμε μόνο πως η συλλογιστική σύμφωνα με την οποία δήθεν η εργατική τάξη «συνήθως» παράγει ένα κάποιο κόμμα της, έστω και «αστικοποιημένο» είναι εν πολλοίς παραπλανητική. Η σοσιαλδημοκρατική και γενικότερα καθεστωτική Αριστερά δεν αποτελεί τα «αστικοποιημένα» «κόμματα της εργατικής τάξης», αλλά μια στρατηγική διαχείρισης του αστικού κράτους: σχετική αυτονομία του κράτους, το κράτος (συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού-κοινοβουλευτικού ιδεολογικού μηχανισμού του κράτους) εμφανίζεται σαν δήθεν εκπρόσωπος των εργατών για την οργάνωση της αστικής ηγεμονίας. Τα επαναστατικά εργατικά κόμματα διαμορφώνονται μοναδικά σε ιδιαίτερες ταξικές συγκυρίες, δεν αποτελούν προδεδομένη και υπό οποιαδήποτε συγκυρία δυνατότητα πολιτικοοργανωτικής έκφρασης της εργατικής τάξης (οφείλουμε τη σημείωση αυτή σε παρατηρήσεις του Γιάννη Μηλιού).
16. Η «αστική τάξη» καταδικάζει τους εκπροσώπους «της» κλπ., αντί του ότι υφίσταται ένας συσχετισμός δύναμης (εντός ενός ειδικού ιστορικού πλαισίου ταξικών αντιφάσεων) που επιβάλλει την πραγμάτωση της σχετικής αυτονομίας του καπιταλιστικού κράτους (βλ. στη συνέχεια) προκρίνοντας μια «επαναστατική-φιλολαϊκή» ρητορεία και μια αντιπλουτοκρατική πολιτική πρακτική (οφείλουμε τη σημείωση αυτή σε παρατηρήσεις του Γιάννη Μηλιού).
17. Ακόμα και αν οι «εσωτερικές τριβές» ή αντιφάσεις στο πολιτικό επίπεδο μεταξύ των μερίδων των κυρίαρχων τάξεων «είναι δευτερεύουσες», «στο σύνολο των ταξικών σχέσεων ενός κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού» ωστόσο στο συνδυασμό τους με την «κύρια αντίφαση […] δημιουργούν, μέσω της ταξικής τους λειτουργίας, μια μόνιμα ασταθή κατάσταση της κυριαρχίας στο πολιτικό επίπεδο» (Πουλαντζάς 1982β: 170).
18. Σύμφωνα τον Πουλαντζά (2006: 65-66, 70): «Μέσα στο γενικό πλαίσιο της πολιτικής κρίσης, μπορούμε να προσδιορίσουμε διαφορετικά και ιδιαίτερα είδη κρίσεων, που το καθένα οδηγεί σε ιδιαίτερες μορφές καθεστώτων εκτάκτου ανάγκης (βοναπαρτισμός, στρατιωτικές δικτατορίες, φασισμοί) χαρακτηριστικές της μορφής Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης. […] Η πολιτική κρίση, που μπορεί να καταλήξει σε μια μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης […] [σ]υνοδεύεται […] από βαθιές ρωγμές του θεσμικού συστήματος, δηλαδή των κρατικών μηχανισμών » .